Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ 
Απόφαση 191/2012 

Περίληψη 

Αδικοπρακτική ιατρική ευθύνη -. Χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και χρηματική παροχή κατά την ΑΚ 931 σε ασθενή που περιήλθε σε μη αναστρέψιμη κωματώδη κατάσταση, λόγω αμελούς ιατρικής παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών της κατά την διάρκεια χειρουργικής επέμβασης.
Περαιτέρω εξειδίκευση του αντικειμενικού κριτηρίου επιμέλειας: η αντικειμενικά μετρήσιμη εξειδίκευση του ιατρού υπαγορεύει επίδειξη αυξημένης επιμέλειας. Ευθύνη ιατρού ως παρέχοντος υπηρεσίες. Σχέση πρόστησης μεταξύ κλινικής και «εξωτερικών» συνεργατών της ιατρών και μεταξύ χειρουργού και αναισθησιολόγου. Ευθύνη εις ολόκληρον. Η χρηματική παροχή της ΑΚ 931 δεν αποτελεί αποζημίωση: επιδικάζεται εύλογο χρηματικό ποσό λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε, δεν δύναται να προσδιορισθεί. Αντιπαραβολή της προς τις ΑΚ 929 και 932.

Κείμενο Απόφασης
Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας

Αριθ. 191/2012

(…) Κατ’ άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, «ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και προστασία των υγιών». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση, εάν ενεργήσει από δόλο ή αμέλεια, η δε τελευταία συντρέχει, εάν ο ιατρός προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των διδαγμάτων της ιατρικής επιστήμης, έστω και αν είναι ελαφρά, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα, συνετός και επιμελής ιατρός. Μάλιστα κατά νομολογιακή παραδοχή (την οποία εισήγαγε το πρώτον η ΑΠ 768/1954 ΕΕΝ 1955. 27) γίνεται δεκτό ότι «ο γιατρός οφείλει να παρέχει την ζητηθείσα ιατρική συνδρομή ουχί μόνο, όπως ορίζει το άρθρο 330 ΑΚ, κατά το μέτρον της εν ταις συναλλαγαίς επιμέλειας, αλλά μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας» (ΠΠρΑθ 6890/1985 ΕΕΝ 1986. 197) «επιδεικνύων επιμέλειαν πέραν της εν ταις συναλλαγαίς απαιτουμένης υπό του άρθρου 330» (βλ. ΑΠ 251/1974 ΝοΒ 22. 1261, ΕφΑθ 479/1983 ΝοΒ 1983. 527, από τη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων ΔΠρ Αγρ 58/2010, ΔΠρΗρ 398/2009, ΔΠρΚαλ 150/ 2003 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΔΠρΑθ 2628/2004 ΕΣυγκΔ 2005. 50, ΔΠρΘ 2707/1999 ΔΔικ 2000. 178, και από τη θεωρία ιδίως Φουντεδάκη, Αστική Ιατρική Ευθύνη 2003 σ. 329). Ωστόσο η ανωτέρω παραδοχή ότι η επιμέλεια που απαιτείται από το γιατρό πρέπει να είναι «ιδιαίτερη και αυξημένη», αφενός δεν προσθέτει κάτι νέο στο άρθρο 330 ΑΚ, -καθώς με ορθή ερμηνευτική του προσέγγιση για τον καθορισμό του μέτρου της επιμέλειας που απαιτείται κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών ασφαλώς και θα ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιατρικής δραστηριότητας, όπως είναι ιδίως η εγγενής επικινδυνότητά της για αγαθά της προσωπικότητας με μεγάλη βαρύτητα (ζωή, υγεία) και η υπαγωγή της σε «κανόνες» ή πρότυπα συμπεριφοράς, που καθορίζονται από την επιστήμη και εμπειρία- αφετέρου δεν συμβάλλει προκειμένου να κριθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν η ιατρική συμπεριφορά ήταν επιμελής ή όχι. Και τούτο διότι ακόμη και αν γίνει δεκτό γενικά και αφηρημένα ότι η επιμέλεια του γιατρού πρέπει να είναι «ιδιαίτερη», όπως εύστοχα και έγκαιρα έχει επισημανθεί (από τον ΕισΑΠ Α. Τούση στην αντίθετη εισαγγελική του πρόταση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω ΑΠ 768/1954 ΕΕΝ 1955. 27) δεν «τίθενται νομικά διαχωριστικά όρια διάφορα των κατά τας γενικάς περί πταίσματος διατάξεων». Γι’ αυτό άλλωστε οι δικαστικές αποφάσεις καταλήγουν στο ότι ο ιατρός δεν φέρει ευθύνη «εάν ενήργησε κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα στη διάθεσή του μέσα συνετός και επιμελής ιατρός» (ενδεικτικά ΕφΑθ 197/1988 ΕλλΔνη 29. 1239, ΔΠρΘ 2707/1999 ΔΔικ 2000. 178, ΔΠρΑθ 2628/2004 ΕΣυγκΔ 2005. 50). Η διατύπωση αυτή αποδίδει την κρατούσα αντικειμενική θεωρία για την αμέλεια, σύμφωνα με την οποία ως μέτρο σύγκρισης λαμβάνεται υπόψη όχι η συμπεριφορά που μπορούσε να επιδείξει ο ίδιος ο δράστης, αλλά η συμπεριφορά που μπορούσε να επιδείξει ο μέσος εκπρόσωπος του επαγγέλματος, ο τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του. Η επιλογή βέβαια ως μέτρου συγκρίσεως της συμπεριφοράς όχι αφηρημένα του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου αλλά του μέσου συνετού εκπροσώπου του κύκλου στον οποίο ανήκει ο δράστης συνιστά κάποια προσέγγιση προς τις υποκειμενικές θεωρίες (Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό 2004 § 6 αρ.63. Για το λόγο αυτό ο Γεωργιάδης, Γενικό Ενοχικό 1999 § 23 αρ. 21 χαρακτηρίζει τη θεωρία αυτή «ενδιάμεση»), η οποία (προσέγγιση) πάντως δεν φθάνει ως το σημείο να θεωρούνται κρίσιμες και ατομικές ιδιότητες του δράστη (Σταθόπουλος, ό.π.). Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται δεκτό ότι θα γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε γιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας. Όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί (Ζέπος Π., Η ευθύνη του ιατρού ΝοΒ 21. 4 διατύπωση που υιοθετεί και η Ανδρουλιδάκη–Δημητριάδη Ι., Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς-Συμβολή στη διακρίβωση της αστικής ιατρικής ευθύνης 1993 σ. 176) το κριτήριο επιμέλειας του ιατρού «σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού». Τα όρια του κριτηρίου αυτού αναδεικνύονται σε περιπτώσεις όπου η επιβαλλόμενη επιμέλεια του γιατρού της οικείας ειδικότητας τηρείται, αλλά η ζημία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με την τήρηση μεγαλύτερης (εξιδιασμένης) επιμέλειας. Είναι δε σύνηθες ο ασθενής να γνωρίζει τα αυξημένα προσόντα του ιατρού και σε αυτά ακριβώς να αποβλέπει, συμφωνώντας αντίστοιχα την καταβολή υψηλότερης αμοιβής (πρβλ. ΕφΑθ 197/1988 ΕλλΔνη 29. 1240, ΕφΑθ 4964/2008 ΝοΒ 2009. 523). Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ιατρός με τα αυξημένα προσόντα πρέπει να κριθεί – όχι μόνο στα πλαίσια της ενδοσυμβατικής του (κάτι που γίνεται ευχερέστερα αποδεκτό βλ. Φουντεδάκη, ό.π. σ. 383), αλλά κυρίως της αδικοπρακτικής του ευθύνης - με βάση ένα πρότυπο αυξημένης επιμέλειας και ποίο. Το ζητούμενο βέβαια είναι η περαιτέρω εξειδίκευση του αντικειμενικού κριτηρίου επιμέλειας και όχι η αλλοίωσή του σε υποκειμενικό. Το ότι η προσπάθεια αυτή είναι ενδεχομένως επιρρεπής σε «σχετικοποίηση» (έτσι Φουντεδάκη, ό.π. σ. 382) της επιβαλλόμενης επιμέλειας δεν είναι επαρκής λόγος εγκατάλειψής της, διότι κατά τον τρόπο αυτό μπορεί να μένουν a priori ακάλυπτες από την αστική ευθύνη περιπτώσεις, οι οποίες χρήζουν μιας εγγύτερης (αναγκαστικά in concreto) διερεύνησης προκειμένου να κριθεί εάν πρέπει τελικά να υπαχθούν στην αδικοπρακτική αστική ευθύνη ή όχι. Τούτο δε καθόσον σκοπός της αστικής ευθύνης δεν είναι η μομφή και η επιβολή κύρωσης (όπως στην ποινική ευθύνη όπου κάθε προσπάθεια «υποκειμενικοποίησης» του κριτηρίου επιμέλειας μπορεί να γίνει μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος 2000 σ. 312), αλλά πρωτίστως η αποκατάσταση της ζημίας του θύματος, το πρόσωπο του οποίου ενδιαφέρει περισσότερο (Σταθόπουλος, ό.π. § 6 αρ. 64). Προς αυτή την κατεύθυνση θα είχε σημασία να αναζητηθούν όχι οι «μεγάλες επιδόσεις» και οι «ιδιαίτερες ικανότητες» του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου (ιατρού), αλλά εάν αυτός αντικειμενικά λόγω της περαιτέρω εξειδίκευσής του (θεωρητικής και πρακτικής) - ως προς ορισμένο πάντα πεδίο- ανήκει πλέον όχι στον ευρύτερο κύκλο των ανθρώπων που συναπαρτίζουν την ειδικότητά του αλλά σε ένα στενότερο κύκλο. Εάν αυτός ο στενότερος κύκλος υφίσταται ως προϊόν της επιστημονικής εξέλιξης και εξειδίκευσης, εάν αυτό αντικατοπτρίζεται λ.χ. στο ότι η παραπομπή του ασθενούς γίνεται εξιδιασμένα στον γιατρό αυτό όχι ως φορέα «εξαιρετικών ατομικών ικανοτήτων» αλλά ως φορέα εξιδιασμένης αντικειμενικά μετρήσιμης (π.χ. με τίτλους μετεκπαίδευσης) γνώσης ή στο ότι ο ίδιος ο ιατρός βασίζει την επιστημονική, επαγγελματική και οικονομική του πρόοδο στην ιδιότητα του φορέα αυτής της γνώσης, το δίκαιο της αστικής ευθύνης δεν έχει άλλη επιλογή από την προσπάθεια περαιτέρω εξειδίκευσης του αντικειμενικού κριτηρίου επιμέλειας. Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007) το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή» (§ 1), ότι «ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (§ 2 εδ. β΄), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (§ 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας» (§ 4 εδ. α΄), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (§ 4 εδ. β΄) και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (§ 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας («διπλή λειτουργία της αμέλειας»). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του. Η ρύθμιση αυτή για τα αποδεικτέα θέματα και την κατανομή του σχετικού βάρους αποδείξεως ισχύει και επί της εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων ιατρών για την ίδια ζημία, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 και από την, αναλογικώς κατά την § 6 του ίδιου άρθρου εφαρμοζόμενη και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, διάταξη του άρθρου 6 § 10 του νόμου τούτου, σε συνδυασμό με τις, επίσης αναλογικώς εφαρμοζόμενες, διατάξεις των άρθρων 481 επ., 926 και 927 ΑΚ. Ως εκ τούτου, επί της προβλεπόμενης στο άρθρο 926 εδ. 1α΄ ΑΚ περιπτώσεως ευθύνης εις ολόκληρον, ο ζημιωθείς αποδεικνύει: α) την προς αυτόν παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών με «κοινή πράξη» περισσότερων ιατρών, δηλαδή με την εκ μέρους αυτών σύμπραξη ως ενιαία συλλογική τους πράξη, β) τη ζημία του και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει από κοινού παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και ποιά επιμέρους πράξη ή παράλειψη του κάθε συμπράξαντος επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι του ζημιωθέντος, ο καθένας από τους συμπράξαντες ιατρούς οφείλει να αποδείξει είτε το σύννομο της δικής του επιμέρους πράξεως, είτε την έλλειψη υπαιτιότητάς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της (ατομικής) πράξεώς του και της ζημίας (ΑΠ 1227/2007, ΠΠρΑθ 189/2010 ΕΕΔ 2010. 583, ΠΠρΘ 24772/2010 ΧρΙδΔ 2010. 775, ΠΠρΘ 24582/ 2008, ΤΝΠ Νόμος, Φουντεδάκη, ό.π. σ. 91-91, 100-102, την ίδια, Αστική Ευθύνη ιδιωτικής κλινικής ΧρΙδΔ 2010. 786 επ.. Για το ότι η σε ολόκληρο ευθύνη και στην περίπτωση της αδικοπραξίας – όπως και της συμβατικής ευθύνης – λειτουργεί για τον ζημιωθέντα ως μηχανισμός προσωπικής ασφάλειας, αφού υφίστανται περισσότερες υπέγγυες περιουσίες για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης βλ. Χριστακάκου, Η εξασφάλιση του δανειστή με προσωπικές ασφάλειες εκ του νόμου 2002 σ. 107).

Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β΄, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική αρκεί, για τον χαρακτηρισμό της κλινικής ως προστήσασας, η εκ μέρους της παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 α.ν. 1565/1939 «περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευόμενου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (βλ. ΑΠ 1226/2007 ΧρΙδΔ 2008. 324, ΑΠ 1362/2007, ΕφΑθ 382/2006 ΕλλΔνη 2008. 561, ΕφΑθ 8950/2003 ΕλλΔνη 2004. 833, ΠΠρΑθ 189/2010 ο.π., ΠΠρΘ 8413/2005 Αρμ 2006. 1909, Σταθόπουλο στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 922, αριθ. 28, τον ίδιο, Γενικό Ενοχικό ο.π. § 7 αρ. 65 επ., Γεωργιάδη Απ., Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, ο.π. § 62 αρ. 32 επ., Κορνηλάκη Π., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2002, σ. 539, Φουντεδάκη, Αστική Ευθύνη ιδιωτικής κλινικής ό.π. υποσ. 24-26, με περαιτέρω παραπομπές).

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του». Ως «αναπηρία» θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ως «παραμόρφωση» νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής, και ως «μέλλον» νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό – οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η παραπάνω διάταξη του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής σε αυτόν που υπέστη αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεστεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι, η αναπηρία ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική – οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις §§ 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στο πρόσωπο που υπέστη αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου με την παραπάνω διάταξη εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ’ αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των λοιπών (ΑΠ 670/2006 ΝοΒ 2006. 1469, που αφετηρίασε την κρατούσα πλέον νομολογία που ακολουθούν, ενδεικτικά, οι ΑΠ 1051/2011, 525/2011, 1545/2010, 1958/2009, 1432/2009, 1174/ 2009, 1287/2009, 1848/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 268/2008 ΕλλΔνη 2008. 1623, ΑΠ 1909/2007 ΕΣυγκΔ 2007. 543, έτσι και Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 42008, § 17 αριθ. 127, σ. 297).

Με την υπό κρίση (Α) κύρια αγωγή οι ενάγοντες ιστορούν ότι την 19.9.2007 η πρώτη ενάγουσα, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους δεύτερο και τρίτο, οι οποίοι ορίστηκαν δικαστικοί συμπαραστάτες της με την …/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ** (εκούσια δικαιοδοσία), υποβλήθηκε υπό γενική αναισθησία από τον γ΄ των εναγομένων αναισθησιολόγο ιατρό σε διαγνωστική απόξεση και αφαίρεση του ενδοτραχηλικού πολύποδα από τον β΄ των εναγομένων χειρουργό-γυναικολόγο ιατρό, η οποία έλαβε χώρα στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, στα πλαίσια της δραστηριότητας και του επιχειρηματικού κύκλου δράσης της τελευταίας. Ότι εξαιτίας παρατεταμένης υποξαιμίας του εγκεφάλου την οποία δεν παρακολούθησαν και δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα οι εναγόμενοι ιατροί η πρώτη ενάγουσα υπέστη ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια και παραμένει έκτοτε σε φυτική κατάσταση. Μετά δε το νομότυπο εν μέρει περιορισμό των αιτημάτων τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά ζητούν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν: α) η πρώτη ενάγουσα, όπως εκπροσωπείται, την επιδίκαση ποσού 100.000 € και την αναγνώριση ποσού 1.900.000 €, β) ο δεύτερος και η τρίτη (τέκνα πρώτης), την αναγνώριση ποσού 250.000 € και η τέταρτη, πέμπτη και έκτος (αδελφή, μητέρα, πατέρας πρώτης) την αναγνώριση ποσού 200.000 € έκαστος, επειδή από την περιέλευση της πρώτης ενάγουσας σε κωματώδη – φυτική κατάσταση στερήθηκαν ήδη σε συναισθηματικό επίπεδο το δεσμό με το συγγενικό τους πρόσωπο, η δε επαφή τους μαζί της έχει μόνο χαρακτηριστικά ψυχικής δοκιμασίας. Επίσης η πρώτη ενάγουσα ζητεί την επιδίκαση ποσού 60.000 € και την αναγνώριση 1.940.000 € ως πρόσθετη χρηματική παροχή ερειδόμενη στο άρθρο 931 ΑΚ, επειδή έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία με δυσμενείς επιπτώσεις στη δυνατότητά της να επιτελέσει την εργασία της και να προαχθεί προσωπικά, επαγγελματικά και κοινωνικά. (…). Περαιτέρω η αγωγή είναι νόμιμη ερειδόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν μόνο ως προς τις αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας. Οι αξιώσεις των λοιπών εναγόντων είναι μη νόμιμες, διότι αυτοί, ως στενοί συγγενείς προσώπου που εξαιτίας αδικοπραξίας υπέστη βλάβη η υγεία του και διατηρείται στη ζωή ως «φυτό» και παρόλη την ψυχική στεναχώρια που δοκιμάζουν, δεν προσβλήθηκαν αμέσως αλλά μόνο εμμέσως από την αδικοπραξία (βλ. ιδίως Αθ. Κρητικό, ό.π. § 20 αριθ. 17 με περαιτέρω παραπομπές) χωρίς εν προκειμένω να εκτίθεται χωριστή βλάβη της υγείας του οικείου, που να υπερβαίνει τις συνέπειες που οι οικείοι υφίστανται σε τέτοιες περιπτώσεις (βλ. Κρητικό, ό.π. αρ. 18).

(…). Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 17.9.2007 η α΄ ενάγουσα, Β.Σ.**, 51 ετών, μετέβη στο ιατρείο του β΄ των εναγομένων, κ. **, όπου υποβλήθηκε σε γυναικολογικές εξετάσεις, οι οποίες κατέδειξαν την ύπαρξη ενδοτραχηλικού πολύποδα. Ο εν λόγω ιατρός της υπέδειξε να εισαχθεί στην α΄ των εναγομένων γυναικολογική κλινική, προκειμένου να υποβληθεί την 19.9.2007 σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης πολύποδα. Πράγματι, την 19.9.2007 έλαβε χώρα εισαγωγή της Β.Σ.** στην ανωτέρω κλινική, όπου υποβλήθηκε σε προεγχειρητικό έλεγχο (αιματολογικές εξετάσεις, ηλεκτροκαρδιογράφημα) τα αποτελέσματα του οποίου υπήρξαν φυσιολογικά. Εν συνεχεία, η πρώτη ενάγουσα υπό γενική αναισθησία από τον γ΄ των εναγομένων αναισθησιολόγο ιατρό υποβλήθηκε σε διαγνωστική απόξεση και αφαίρεση του ενδοτραχηλικού πολύποδα από τον β΄ των εναγομένων χειρούργο-γυναικολόγο ιατρό. Στις 10:04 οι υπεύθυνοι της κλινικής τηλεφωνούν στο ΕΚΑΒ και το τελευταίο μεταφέρει την ασθενή στο Γενικό Νοσοκομείο **. (…). Προκύπτει με σαφήνεια από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η ασθενής παρουσιάζει μετά το χειρουργείο ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια, η οποία είχε ήδη επισυμβεί όταν μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο **. Δηλαδή ο εγκέφαλος της ασθενούς παρέμεινε χωρίς οξυγόνο για τουλάχιστον 3-4 λεπτά με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν βλάβες μη αναστρέψιμες. (…). Το κρίσιμο βέβαια ερώτημα είναι πως προέκυψε η ανοξαιμία. Όταν η ασθενής διακομίστηκε στο Νοσοκομείο η εγκεφαλική βλάβη ήταν ήδη εγκατεστημένη και γι’ αυτό δεν τους απασχόλησε ειδικότερα η έρευνα των αιτιών της (καθώς δεν θα άλλαζε τα δεδομένα του περιστατικού που αντιμετώπιζαν). Μάλιστα η κλινική δεν έστειλε συνοδευτικό με την ασθενή ολοκληρωμένο φάκελο με τις εξετάσεις της ασθενούς και με ενημερωτικό ιατρικό σημείωμα στο οποίο υπεύθυνα οι θεράποντες ιατροί της κλινικής να ενημερώνουν τους συναδέλφους τους για τα όσα έγιναν στη σφαίρα ευθύνης τους, αλλά (αυτοί) περιορίστηκαν σε προφορικές αποσπασματικές συζητήσεις, (…). Αναφέρθηκε πιθανή ανακοπή μετά από γυναικολογική απόξεση» και στη (…) «κώμα αγνώστου αιτιολογίας (πιθανή ανακοπή μετά από απόξεση)» αποδεικνύοντας, δηλαδή, ότι δύο μέρες μετά το συμβάν η ανακοπή δεν αποτελεί δεδομένη και σαφή θέση των ιατρών της κλινικής, οι οποίοι συνόδευσαν την ασθενή στο νοσοκομείο και ενημέρωσαν προφορικά για το συμβάν τους συναδέλφους τους αλλά πιθανή εκδοχή, την οποία οι εναγόμενοι ιατροί εξωτερικεύουν με σαφήνεια πια στο έγγραφο που συνέταξαν και επισύναψαν στην απάντησή τους στο από 20.2.2008 εξώδικο του δεύτερου ενάγοντος-υιού της παθούσας, ισχυριζόμενοι ότι έλαβε χώρα ανακοπή. (…). Στο έγγραφο, πάντως, αυτό αποτυπώνεται η θέση των εναγομένων ιατρών (που κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη έχουν και το βάρος απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας) και ειδικότερα αναφέρεται: «Η κ. Σ.Β.** ετών 51 εισήχθη στην κλινική ** στις 19.09.07 και ώρα 09:30, πάσχουσα από ενδοτραχηλικό πολύποδα, υπερπλασία ενδομητρίου και πιθανό υποβλενογόνιο ινομύωμα ή ενδομητρικό πολύποδα. T.E.P. (εμμηνόπαυση Ιούνιος 2006). Στην ασθενή έγινε πριν εισαχθεί στο χειρουργείο καρδιολογική εκτίμηση (Ιατρός κ. Γ.**). Ηλεκτροκαρδιογράφημα φυσιολογικό χωρίς διαταραχές αγωγής ή ρυθμού. (…). Ώρα 09:50 εισήχθη στο χειρουργείο παρουσία αναισθησιολόγου (κος Α.**) και αφού είχε ενημερωθεί για το ιστορικό της ασθενούς τοποθετήθηκε οξύμετρο δακτύλου και εδόθη γενική νάρκωση. Έγινε διαγνωστική απόξεση-αφαίρεση πολύποδα από τον γυναικολόγο κ. Τ.** (…). Στο τέλος της επέμβασης η ασθενής έκανε καρδιακή ανακοπή. Διασωληνώθηκε άμεσα και άρχισαν συνολικά 3 προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) από τον καρδιολόγο κ. Κ.** και από τον αναισθησιολόγο κ. Α.** Της χορηγήθηκαν IV 3 amp Αδρεναλίνης + 1 amp Αδρεναλίνης ενδοτραχειακώς + 1 amp Solu-cotref 500 mg IV. Η ασθενής παρουσίασε βραδύ ιδιοκοιλιακό ρυθμό (διαφυγής). Η προσπάθεια ΚΑΡΠΑ συνεχίστηκε και χορηγήθηκαν 2 amp Ατροπίνης. Η ασθενής στη συνέχεια εμφάνισε φλεβοκομβική ταχυκαρδία και ΑΠ 14/90 και σφίξεις 160bpm. Έκτοτε παρέμεινε αιμοδυναμικά σταθερή. Ταυτοχρόνως με τις προσπάθειες ανάνηψης είχε κληθεί η κινητή μονάδα του ΕΚΑΒ, το οποίο κατέφθασε άμεσα (…). Η ανωτέρω, όμως, αποτύπωση των γεγονότων δεν βρίσκεται σε πλήρη συστοιχία αλλά διαφοροποιείται σημαντικά από τα άλλα δύο ιατρικά έγγραφα, και συγκεκριμένα από το χειρόγραφο σημείωμα του καρδιολόγου που προφανώς συντάχθηκε αμέσως μετά το συμβάν και το διάγραμμα της αναισθησίας που συντάχθηκε κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και αμέσως μετά από αυτό. Ειδικότερα: α) στο χειρόγραφο «ενημερωτικό σημείωμα» του ειδικού καρδιολόγου Σ.Κ.** αναφέρεται: «Μετά το πέρας διαγνωστικής απόξεσης η κα Σ.** δεν ανένηψε ορθά. Ηλεκτροκαρδιογραφικώς: βραδύς ιδιοκοιλιακός ρυθμός (διαφυγής). ΑΠ (αρτηριακή πίεση) δεν ανιχνευόταν. Ξεκίνησε ΚΑΡΠΑ. Χορηγήθηκαν 2 amp Αδρεναλίνης, 2 amp Ατροπίνης, 2 amp Αδρεναλίνης ενδοτραχειακώς. Ηλεκτροκαρδιογραφικώς: φλεβοκομβική ταχυκαρδία χωρίς ειδικές αλλοιώσεις και ΑΠ 130/80». Αξιοσημείωτο τυγχάνει ότι ο καρδιολόγος δεν αναφέρει όχι μόνο τη λέξη «ανακοπή», αλλά ούτε ηλεκτροκαρδιογραφικό εύρημα ανακοπής. Ενώ δηλαδή ο καρδιολόγος διενήργησε ηλεκροκαρδιογράφημα πριν την έναρξη της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) δεν διαπιστώνει παύση της λειτουργίας της καρδιάς («παύλα»), β) στο διάγραμμα της αναισθησίας αναγράφεται με ακρίβεια (με χαρακτηριστικό βελάκι) ότι η χορήγηση της προποφόλης (του χρησιμοποιηθέντος αναισθητικού) έγινε στις 09: 30 σε δύο δόσεις των 80 και 40 mg (με μικρή χρονική απόσταση και όχι ενός τετάρτου επειδή η πρώτη δόση δεν κρίθηκε επαρκής). Στις 09:30 τοποθετείται το παλμικό οξύμετρο (…). Το ότι το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβε χώρα το περιστατικό ήταν ευρύτερο από αυτό που οριοθέτησαν οι εναγόμενοι με το μεταγενέστερο έγγραφο που συνέταξαν, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ένδεια - σε σχέση με τα παραδεκτά επιστημονικά πρότυπα - των καταγραφών στο διάγραμμα αναισθησίας αναφορικά με τον κορεσμό του οξυγόνου, τις σφύξεις, την πίεση, τη διασωλήνωση κ.λ.π. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε στο χώρο του χειρουργείου αναλυτική καταγραφή των ιατρικών δεδομένων με τη χρήση ολοκληρωμένου monitoring, (…).

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το εύρημα που επέβαλε τη διασωλήνωση και την ΚΑΡΠΑ δεν ήταν η ανακοπή αλλά ο βραδύς ιδιοκοιλιακός ρυθμός, ο οποίος ήταν συνέπεια της υποξυγοναιμίας. Γι’ αυτό και ο ειδικός καρδιολόγος Κ.** επισημαίνει ως ηλεκτροκαρδιογραφικό εύρημα όχι την ανακοπή αλλά τον βραδύ ιδιοκοιλιακό ρυθμό και μάλιστα τον τοποθετεί χρονικά πριν την έναρξη της ΚΑΡΠΑ (άρα ο βραδύς ιδιοκοιλιακός ρυθμός εν προκειμένω προϋπήρχε και δεν εμφανίστηκε μετά από ανάνηψη από ανακοπή). Οι εναγόμενοι, συνεπώς, από τη χρονική στιγμή χορηγήσεως του φαρμακευτικού σκευάσματος της προποφόλης και της εισαγωγής της ασθενούς σε γενική αναισθησία δεν παρακολούθησαν με πλήρες monitoring τα ζωτικά σημεία της ασθενούς, ήτοι τον κορεσμό οξυγόνου στο αίμα, την πίεση, τις σφίξεις, τη λειτουργία της καρδιάς, έτσι ώστε να μπορούν έγκαιρα να αντιληφθούν οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών των ζωτικών σημείων για να επέμβουν και να τα αποκαταστήσουν σε φυσιολογικά για την ασθενή επίπεδα. Λόγο επίτασης της παρακολούθησης αποτελούσε και η χρήση προποφόλης, στις ανεπιθύμητες ενέργειες της οποίας συμπεριλαμβάνεται η βραδυκαρδία και η υπόταση που προοδευτικά οδηγούν σε ασυστολία. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής παρακολούθησης ήταν να μη γίνει έγκαιρα αντιληπτό ότι η ασθενής παρουσίασε χαμηλό κορεσμό οξυγόνου, να παραταθεί η υποξυγοναιμία, χωρίς να αναταχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και να επηρεάσει την καρδιακή λειτουργία, εμφανίζοντας ηλεκτροκαρδιογραφικά ευρήματα βραδέος ιδιοκοιλιακού ρυθμού και μη μετρήσιμη αρτηριακή πίεση, με συνέπεια να εγκατασταθούν μόνιμες και μη αναστρέψιμες βλάβες του εγκεφάλου, ο οποίος είναι γνωστό σε κάθε μέσο συνετό ιατρό, ότι αν περάσουν 3 έως 4 λεπτά και δεν οξυγονωθεί, υφίσταται μη αναστρέψιμες εγκεφαλικές βλάβες (ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια). Η ευθύνη των ιατρών παραμένει ακόμη και αν η ασθενής υπέστη ανακοπή, διότι η πειστικότερη εκδοχή είναι ότι αυτή οφείλεται σε εγκεφαλική υποξαιμία (έλλειψη οξυγόνου). Περαιτέρω ακόμη και αν η αντιμετώπιση τυχόν καρδιακής ανακοπής περιέλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, δεν είναι γνωστός ο χρόνος έναρξης της εφαρμογής τους και επομένως ο χρόνος παραμονής της ασθενούς χωρίς οξυγόνωση, χρόνος ο οποίος είναι πολύ κρίσιμος (δεν είναι τυχαίο ότι στο διάγραμμα της αναισθησίας ενώ αναγράφεται χρόνος ανάνηψης δεν αναφέρεται χρόνος τυχόν ανακοπής, ούτε χρόνος διασωλήνωσης). Γι’ αυτό και δεν μπορεί, εν τέλει, να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η χρήση του δακτυλικού οξύμετρου υπερκάλυπτε εν προκειμένω το καθήκον για επιμελή παρακολούθηση της ασθενούς. Η χειρουργική επέμβαση που έλαβε χώρα, μολονότι στην ιατρική πρακτική θεωρείται σχετικώς απλή και μικρής διάρκειας (10-15 λεπτών), δεν παύει να εγκυμονεί, και κατά τις παραδοχές των εναγομένων, κινδύνους ακόμη και για σοβαρές επιπλοκές (μη ομαλή ανάνηψη, ασυστολία, ή ανακοπή) και σε κάθε περίπτωση να είναι μια επέμβαση υπό γενική αναισθησία, γεγονός που απαιτεί την διαρκή (και ανά πάσα στιγμή) και αξιόπιστη παρακολούθηση όλων των βασικών παραμέτρων της κατάστασης του ασθενούς (καρδιακή λειτουργία, πίεση, οξυγόνωση), γιατί η καθυστερημένη αντίληψη ενός προβλήματος (λχ. της υποξυγοναιμίας) μπορεί να έχει ακόμη και μοιραίες συνέπειες, όπως τη βλάβη ευαίσθητων οργάνων με πρώτο τον εγκέφαλο. Κρισιμότατος δηλαδή παράγοντας είναι ο διαθέσιμος χρόνος από τη στιγμή της ανίχνευσης του γεγονότος μέχρις ότου επέλθει μη αντιστρεπτή βλάβη. Με βάση τη σημερινή στάθμη της επιστήμης πλέον δόκιμο (και επικρατούν κατά κανόνα) στη χειρουργική πρακτική (στα δημόσια νοσοκομεία και στα πιο αξιόπιστα των ιδιωτικών), είναι η σύνδεση του ασθενούς με συσκευή monitoring (συσκευή ελέγχου των ζωτικών λειτουργιών), η οποία συνιστά ένα «πολυμηχάνημα» που αποτυπώνει σε πρώτο χρόνο και αξιόπιστα ποικιλία κρίσιμων ζωτικών σημείων του ασθενούς (λ.χ. καρδιακή λειτουργία, πίεση, οξυγόνωση). Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε monitor που να δεικνύει όλες τις ανωτέρω παραμέτρους αλλά ψηφιακό παλμικό οξύμετρο δακτύλου με ηχητικό σήμα παλμών που δεικνύει τις τιμές του κορεσμού αιμοσφαιρίνης του αίματος και τους σφυγμούς και πιεσόμετρο για τον έλεγχο της πίεσης. Η χρησιμοποίηση αυτής της συσκευής, η οποία - ανεξάρτητα από το εάν ορολογικά αποτελεί ή όχι (έστω ατελή) μορφή monitor - δεν παρέχει πλήρη εικόνα της κατάστασης του ασθενούς (λ.χ. διαρκή παρακολούθηση της καρδιάς με ηλεκτροκαρδιογράφο), συνεπάγεται αυξημένα καθήκοντα επιμέλειας των ιατρών, διότι οι ιατροί παρακολουθούν ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς στηριζόμενοι πλέον σε κλινικά σημεία. Οι εναγόμενοι ιατροί επιχείρησαν την εν λόγω επέμβαση χωρίς να διασφαλίσουν την πλήρη παρακολούθηση της ασθενούς βασιζόμενοι στη μακροχρόνια πείρα και εξειδίκευσή τους. Το γεγονός ότι είχαν επανειλημμένα προβεί σε παρόμοιες επεμβάσεις υπό ίδιες συνθήκες τους έδιδε την αυτοπεποίθηση ότι όλα θα κυλήσουν φυσιολογικά και αν ανακύψει πρόβλημα θα είναι ευχερώς αντιμετωπίσιμο. Ενδεικτικό αυτής της «αυτοπεποίθησης» και θεώρησης της επέμβασης ως πράξης ρουτίνας χωρίς κίνδυνο αποτελεί και η τήρηση του πρακτικού αναισθησίας κατά τρόπο που πόρρω απέχει από τα διεθνή ιατρικά πρότυπα. Η μεγάλη, όμως, εμπειρία των εναγομένων και η σ’ αυτή βασιζόμενη «αυτοπεποίθηση» λειτούργησε μάλλον εφησυχαστικά, ενώ στην πράξη επιδείχθηκε αδράνεια αναντίστοιχη με την εμπειρία και τις ικανότητές τους με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή η υποξυγοναιμία και να οδηγήσει σε «βραδύ ιδιοκοιλιακό ρυθμό» - που είναι συνήθως, αλλά και εν προκειμένω, ρυθμός πριν την ανακοπή ( και όχι ρυθμός που εμφανίστηκε μετά από ανάνηψη από ανακοπή, η οποία εν προκειμένω αποσοβήθηκε αλλά ο εγκέφαλος είχε ήδη χαθεί) - και «μη μετρήσιμη αρτηριακή πίεση» δηλαδή μη άρδευση του εγκεφάλου με το χρήσιμο οξυγόνο. Όταν εντοπίστηκε η δυσκολία στην ανάνηψη ήταν πλέον αργά, ο πανικός εύλογος, η αντίδραση δυσχερής και γι’ αυτό αναζητήθηκε ο καρδιολόγος, ο οποίος προσήλθε άμεσα, έκανε την ανωτέρω διάγνωση, και συνέδραμε όσο ήταν εφικτό, αλλά δεν μπόρεσε να αποσοβήσει την εγκατάσταση μη αναστρέψιμων βλαβών στον εγκέφαλο γιατί αυτές είχαν ήδη λάβει χώρα. Επομένως, αν και στο θέμα της ανάνηψης ο ρόλος και η ευθύνη του αναισθησιολόγου είναι εκ των πραγμάτων σημαντικότερος, αυτό δεν αναιρεί ότι ο χειρουργός με τον αναισθησιολόγο αποτελούν μια ομάδα και έναντι του ασθενούς συμπράττουν στα πλαίσια μιας ενιαίας και συλλογικής πράξης. Μάλιστα ο αναισθησιολόγος επιλέχθηκε από τον χειρουργό (ανεξαρτήτως εάν η αμοιβή του είναι ξεχωριστή και ως τέτοια ανακοινώθηκε στην ασθενή), ο οποίος ενέκρινε την μέθοδο αναισθησίας και κυρίως τον τρόπο που ο αναισθησιολόγος παρακολουθούσε τον ασθενή κατά τη διάρκεια της εγχείρισης αλλά και μετεγχειρητικά, έχοντας εκ των πραγμάτων εποπτεία και δυνατότητα είτε να αποστεί από την εγχείριση εάν δεν διασφαλιζόταν στο έπακρο η παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών του ασθενούς είτε, εάν επιχειρούσε την εγχείρηση, να βαρύνεται με την προσεκτικότερη ακόμη εποπτεία του ασθενούς (ώστε να μπορεί ο ίδιος να διαπιστώσει επιπλοκές όπως η υποξυγοναιμία) αλλά και του ίδιου του αναισθησιολόγου, ο οποίος ουσιαστικά λειτουργεί και ως βοηθός εκπλήρωσης και προστηθείς του. Συνεπώς, ανεξάρτητα από την κατανομή της ευθύνης μεταξύ των ιατρών (η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης αλλά τυχόν μεταξύ τους δίκης αναγωγής), η συμπεριφορά τους έναντι της παθούσας συνιστά κοινή τους πράξη που θεμελιώνει την σε ολόκληρο ευθύνη τους. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η σχέση των εναγομένων ιατρών με την πρώτη εναγόμενη – κλινική ήταν σχέση ελεύθερης συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία ο ιατροί είχαν το δικαίωμα να διενεργούν στους χώρους της κλινικής χειρουργικές επεμβάσεις σε ασθενείς τους και να επιμελούνται της θεραπείας τους, εντασσόμενοι, όμως, στο πρόγραμμα της κλινικής, που καθόριζε ανάλογα με τον φόρτο των ιατρικών περιστατικών, τον τόπο και το χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από τον ιατρό, ο οποίος είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις κτιριακές, μηχανολογικές και λοιπές εγκαταστάσεις της εναγομένης κλινικής (χειρουργεία, μηχανήματα, εργαλεία, δωμάτια νοσηλείας κ.λπ.), όπως επίσης και το παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό (νοσηλεύτριες, τραυματιοφορείς κλπ.), να χορηγεί όσα φάρμακα ήταν απαραίτητα για την αποθεραπεία ασθενούς, ενώ ο ίδιος (ιατρός) εισέπραττε χωριστή αμοιβή από τον πελάτη του ασθενή (όπως και στην προκείμενη περίπτωση), η δε εναγόμενη κλινική εισέπραττε επίσης χωριστή αμοιβή απευθείας από τον προσωπικό πελάτη του εναγομένου ιατρού, για την εκ μέρους του (του πελάτη) χρησιμοποίηση όλων των υπηρεσιών της κλινικής (όπως συνέβη και στην παρούσα υπόθεση). Με αυτόν τον τρόπο λειτουργίας της σχέσης συνεργασίας των εναγομένων μεταξύ τους, οι μεν εναγόμενοι ιατροί λειτουργούσαν με πρωτοβουλία βέβαια κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων τους, κερδοφόρα όμως για τους ίδιους, αφού χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες της εναγομένης κλινικής, η δε τελευταία, με τη συνδρομή των εναγόμενων ιατρών, εξασφάλιζε πελατεία, αποκόμιζε κέρδη, ωφελείτο από τη δραστηριότητα αυτών, με τη βοήθεια των οποίων επεξέτεινε τον κύκλο της δραστηριότητάς της και τη δυνατότητα των κερδών της. Έτσι, σύμφωνα και με τις λεπτομερείς προτασσόμενες νομικές σκέψεις, οι ιατροί σαφώς και λειτούργησαν ως προστηθέντες της εναγόμενης κλινικής, ο δε χαρακτηρισμός αυτός δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι λειτουργούσαν ως «εξωτερικοί» ή «ελεύθεροι» συνεργάτες, διότι το πλέον καθοριστικό κριτήριο για την κατάφαση της πρόστησης δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης που συνδέει το θεραπευτήριο με το γιατρό, ούτε ακόμη οι «γενικές» οδηγίες για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων, αλλά η τελολογική αξιολόγηση ότι, αφού η κλινική ωφελούνταν από τη δραστηριότητα των ιατρών διευρύνοντας την πελατεία και τα κέρδη της (μάλιστα ο μόνος τρόπος δραστηριοποίησης της κλινικής ήταν διαμέσου εξωτερικών συνεργατών), πρέπει να επιβαρύνεται και από τα επιζήμια αποτελέσματα της ίδιας δραστηριότητας (επιβάρυνση μάλιστα που η ίδια η κλινική έκρινε ως ασφαλιστέα με ασφάλιση αστικής ευθύνης).

Ακολούθως αποδείχθηκε (όπως ήδη προαναφέρθηκε) ότι η πρώτη ενάγουσα παρουσιάζει μετά την ανωτέρω χειρουργική επέμβαση μη αναστρέψιμη ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια, αντιδρά μόνο στα επώδυνα ερεθίσματα, βρίσκεται δηλαδή σε κωματώδη – φυτική κατάσταση μη δυνάμενη να αντιληφθεί την κατάστασή της ή να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε τρόπο με τα οικεία της πρόσωπα. Λόγω της αδικοπραξίας η πρώτη ενάγουσα, όπως νομίμως εκπροσωπείται, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις ιδιαίτερες προσωπικές και οικονομικές συνθήκες των ζημιωσάντων εναγομένων ιατρών και της προστήσασας εναγομένης κλινικής, καθώς και της ζημιωθείσας ενάγουσας, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την μετέπειτα επιδειχθείσα συμπεριφορά των υπαιτίων, την ταλαιπωρία που υπέστη και υφίσταται η ενάγουσα, το γεγονός ότι στο 51ο έτος τη ηλικίας της εκμηδενίστηκε ουσιαστικά η προσωπικότητά της, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στην τελευταία εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 100.000 ευρώ αναγνωριζομένης συνάμα της υποχρέωσης για καταβολή επιπλέον 300.000 €, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, χωρίς στο παραπάνω ποσό να συνυπολογίζεται το ποσό (44 €) για το οποίο αυτή επιφυλάχθηκε για μεταγενέστερη άσκηση πολιτικής αγωγής ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω η ως άνω κατάσταση της υγείας της επιδρά οπωσδήποτε ιδίως στο επαγγελματικό της μέλλον (είναι πτυχιούχος … και εργαζόταν ως συμβασιούχος στον …), στην οικονομική της αυτοτέλεια, στην κοινωνική και οικογενειακή της υπόσταση, η οποία ουσιαστικά αναιρέθηκε στην πρώιμη ηλικία των 51 ετών και συνεπώς η ενάγουσα έχει βάσιμη αξίωση για καταβολή χρηματικής παροχής κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες των παραπάνω αναπηριών και παραμόρφωσης και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ αναγνωριζόμενης συνάμα της υποχρέωσης για καταβολή 40.000€.

Συνακόλουθα πρέπει (…)να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων (160.000) ευρώ, αναγνωριζομένης συνάμα της υποχρέωσής τους για καταβολή τριακοσίων σαράντα χιλιάδων ευρώ (340.000 €) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. (…) να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας μετά την τελεσιδικία της, λόγω της αδικοπραξίας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενα. (…).

Ακολούθως ως προς την συνεκδικαζόμενη (Β) προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποδείχθηκε ότι μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης είχε συναφθεί και ίσχυε κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος (19.9.2007) ασφαλιστική σύμβαση γενικής αστικής ευθύνης (αριθμός ασφαλιστήριου συμβολαίου …) για ζημίες (σωματικές βλάβες και/ή θάνατο) που πιθανώς θα προξενούνταν κατά την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας στην παραπάνω κλινική από το έμμισθο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό ή τους συνεργαζόμενους ιατρούς, με ανώτατο όριο ευθύνης της εναγόμενης για κάθε ζημιογόνο γεγονός μέχρι το ποσό των 500.000 ευρώ, (…). Επίσης συμφωνήθηκε απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας για ποσοστό 5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Για το λόγο αυτό ευθύνεται η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το 95% των ποσών που αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής και ως το ανώτατο ποσό των 500.000 € συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, των δικαστικών εξόδων που επιδικάζονται σε βάρος του ασφαλισμένου, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής (στην κυρίως ενάγουσα) και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. (…)

Περαιτέρω ως προς την συνεκδικαζόμενη (Γ) προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποδείχθηκε ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης είχε συναφθεί και ίσχυε κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος (19.9.2007) ασφαλιστική σύμβαση γενικής αστικής ευθύνης (αριθμός ασφαλιστήριου συμβολαίου …) για ζημίες (σωματικές βλάβες και/ή θάνατο) που πιθανώς θα προξενούνταν κατά την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας από τον ασφαλισμένο ιατρό, με ανώτατο όριο ευθύνης το ποσό των 150.000 ευρώ (…). Για το λόγο αυτό ευθύνεται η εναγόμενη να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα από το ποσό που αυτός υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, ποσό 150.000 € συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, των δικαστικών εξόδων που επιδικάζονται σε βάρος του ασφαλισμένου, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής (στην κυρίως ενάγουσα) και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. (…).