Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Απόφαση 2065/2012 

Περίληψη 

Διαζύγιο και τύχη των κινητών - Ο κάθε σύζυγος δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνο ο άλλος σύζυγος και ανεξάρτητα από το λόγο της διακοπής της συμβίωσης -υποχρεούται, όμως, να παραχωρήσει στον άλλο σύζυγο τη χρήση των οικιακών αντικειμένων που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας τα κινητά που ανήκουν και στους δύο συζύγους κατανέμονται σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες και, σε περίπτωση διαφωνίας, η κατανομή γίνεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για τη χρήση των κινητών. Αν ο σύζυγος, που δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, εμποδιστεί από τον άλλο σύζυγο, είτε με απόκρυψη είτε με φυγάδευσή τους, προστατεύεται με τις αγωγές από την κυριότητα και τη νομή - ο εναγόμενος σύζυγος δεν μπορεί να αντιτάξει την ένσταση της δικαιωματικής (συγ)κατοχής, διότι με τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έπαυσε η υποχρέωση παραχώρησης της χρήσης των κινητών - μπορεί, όμως, να αντιτάξει ότι λόγοι επιείκειας επιβάλλουν την παραχώρηση της χρήσης όσων κινητών είναι απαραίτητα για τη χωριστή εγκατάστασή του. Ισχυρισμός ενάγουσας, που εργαζόταν ως διαφημίστρια σε ραδιοφωνικό σταθμό, για αγορά κινητών από διαφημιζόμενους πελάτες, οι οποίοι, αντί τιμήματος, δεν κατέβαλαν στο σταθμό τη συμφωνημένη αμοιβή - αντίστοιχα, ο ραδιοφωνικός σταθμός παρακρατούσε το αντίστοιχο ποσό από την προμήθεια της ενάγουσα από τη μεσολάβηση για τη διαφήμιση - η σύγκριση των ποσών που δικαιούται η ενάγουσα κατ' έτος ως προμήθεια για τη μεσολάβηση με την αξία των κινητών που αγόρασε με τον παραπάνω τρόπο καταδεικνύει ότι δεν μπορούσε να τα αγοράσει μόνη της και η διαφορά πληρωνόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον εναγόμενο που είχε μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια.



ΕφΘεσ 2065/2012

Μετά την αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου του ΑΚ με το ν. 1329/1983 εισήχθη ως νόμιμο μεν περιουσιακό σύστημα των συζύγων η περιουσιακή αυτοτέλεια με αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (άρθρο 1397, 1400-1402 ΑΚ), ως συμβατικό δε περιουσιακό σύστημα (άρθρα 1403-1405) η κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων. Ανεξάρτητα από το σύστημα που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, o ν. 1329/1983 τροποποίησε και διεύρυνε τη ρύθμιση των κινητών πραγμάτων που εισφέρονται ή αποκτώνται στη διάρκεια του γάμου (άρθρο 1394, 1395, 1398, 1520 ΑΚ). Η νέα ρύθμιση χαρακτηρίζεται από την ίση μεταχείριση των συζύγων. Για την επίλυση των αμφισβητήσεων που είναι ενδεχόμενο να προκύψουν σχετικά με το ποιος σύζυγος είναι νομέας και κάτοχος των επιμέρους κινητών του συζυγικού οίκου, είτε όταν εγείρονται αξιώσεις τρίτων, είτε στις σχέσεις μεταξύ των ιδίων των συζύγων, ο νομοθέτης έχει προνοήσει με την καθιέρωση διαφόρων τεκμηρίων (ΑΚ 1398). Σχετικά εξάλλου με την προβληματική της έννοιας των κινητών του συζυγικού οίκου ο νόμος διακρίνει μεταξύ α) «οικιακών αντικειμένων» (ΑΚ 1394 εδ. 2) και β) «κινητών που τα χρησιμοποιούν και οι δύο ή μόνο ο ένας από τους συζύγους» (ΑΚ 1394 εδ. 1, 1395 εδ. 1, 1398). Ποια αντικείμενα θεωρούνται οικιακά δεν αναφέρει ο νόμος, παρά μόνο στο άρθρο 1820 εδ. β' στο οποίο ενδεικτικά γίνεται λόγος για έπιπλα, σκεύη, ενδύματα. θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια των οικιακών αντικειμένων περιλαμβάνονται τα κινητά, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή για τα οποία υπάρχει προσδοκία αποκτήσεως της κυριότητας ενός ή και των δύο συζύγων και τα οποία προορίζονται να εξυπηρετούν τον κοινό ιδιωτικό βίο των συζύγων (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Τα κινητά του συζυγικού οίκοι) (συμβολή στην ερμηνεία των ΑΚ 1394-1935) ΕλλΔνη 1989.1 επ. (2), Ε. Βλασσοπούλου, Η ρύθμιση των κινητών των συζύγων στο νέο οικογενειακό δίκαιο, ΝοΒ 1984.1138 επ. (1139). Τη ρύθμιση της τύχης των κινητών σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης κατοχυρώνουν σημερα οι ΑΚ 1394-1935, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1394, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνος ο άλλος σύζυγος. Υποχρεούται όμως να παραχωρήσει στον άλλο σύζυγο τη χρήση των οικιακών αντικειμένων που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας. Εξάλλου, κατά την ΑΚ 1395, οι σύζυγοι κατανέμουν, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, τη χρήση των κινητών που ανήκουν και στους δύο, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες και, αν διαφωνούν, η κατανομή γίνεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει και εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί. Οπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, ο κάθε σύζυγος δικαιούται σε περίπτωση διακοπής της συμβιώσεως να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ανεξάρτητα από το λόγο διακοπής της συμβιώσεως. Έτσι και ο σύζυγος που εγκατέλειψε το συζυγικό οίκο χωρίς εύλογη αιτία, έχει δικαίωμα κατ' αρχήν να παραλάβει από την οικογενειακή στέγη τα κινητά που του ανήκουν, εκτός αν πρόκειται για οικιακά αντικείμενα που είναι απολύτως απαραίτητα για τη συνέχιση της συμβίωσης του άλλου συζύγου ή για τη χωριστή του εγκατάσταση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 1394 εδ. 2, δηλαδή αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Τα κινητά του συζυγικού οίκου, ό.π. ανωτ., Ελ-λΔνη 1989.4, Ε. Βλασσοπούλου, ΝοΒ 32.1144 Ψυχομάνη, στο ΝοΒ 31.953). Το δικαστήριο όμως έχει τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του και στοιχεία υπαιτιότητος όταν πρόκειται να αποφασίσει κατά την ΑΚ 1394 εδ. 2, αν την παραχώρηση της χρήσης των οικιακών αντικειμένων στον άλλο σύζυγο επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας (βλ. Απ. Γε-ωργιάδη, Τα κινητά του συζυγικού οίκου, ό.π. ανωτ. ΕλλΔνη 1989.4, όπου και περαιτέρω παραπομπές στην υποσημ. 14). Σύμφωνα με τη ρύθμιση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 1394, 1395, 1398 ΑΚ, ο κάθε σύζυγος δικαιούται επί διακοπής της συμβιώσεως να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν (δηλαδή στα οποία έχει κυριότητα, επικαρπία ή απλώς κατοχή), ακόμη και αν μέχρι την αποχώρηση του τα κινητά αυτά πράγματα τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνος ο άλλος σύζυγος. Στην περίπτωση που ο άλλος σύζυγος τον εμποδίσει κατά την παραλαβή είτε π.χ. με απόκρυψη ή φυγάδευση του πράγματος, έχει εναντίον του τις οικείες εμπράγματες αγωγές (ΑΚ 1094, 1108) ή αγωγές της νομής (ΑΚ 987, 989, βλ. Απ. Γεωργιάδη, ό.π. ανωτ., ΕλλΔνη 1989.4).

    Ο εναγόμενος σύζυγος, εφόσον δεν συντρέχει η εξαίρεση της ΑΚ 1394 εδ. 2, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' ένσταση ότι δικαιούται έναντι του ενάγοντος σε συγκατοχή (ΑΚ 1095, 1108 παρ. 2), διότι με τη διακοπή της συμβιώσεως έπαυσε η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου να παραχωρήσει στον άλλο (εναγόμενο) τη χρήση των κινητών που του ανήκουν (βλ. Γε-ωργιάδη, όπ. ανωτ. ΕλλΔνη 1989.4). θα πρέπει να τονισθεί ότι το τεκμήριο της ΑΚ 1398 παρ. 1 δεν ισχύει σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε ισχύουν και πάλι οι ΑΚ 1110-1111 (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο δίκαιο Ι, 1991, παρ. 58 ΙΙΙ αριθ. περιθ. 69 και υποσημ. 118 στη σελίδα 576, βλ. επίσης για τα τεκμήρια της ΑΚ 1398 και Βλασσοπούλου, ό.π. ανωτ., ΝοΒ 32.1138 επ.). Στην περίπτωση λύσης του γάμου με διαζύγιο ο ν. 1329/1983 δεν προέβλεψε καμία ειδική ρύθμιση σχετικά με τη τύχη των πραγμάτων του συζυγικού οίκου. Επομένως θα εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις για προστασία της κυριότητας, νομής κλπ., επικουρούμενες από τα τεκμήρια των ΑΚ 1398 παρ. 2 και 3 (βλ. Απ. Γεωργιάδη, όπ. ανωτ., ΕλλΔνη 1989.6, Βλασσοπούλου, όπ. ανωτ., ΝοΒ 32.1148, ΕφΑθ 4806/1996).

     Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 δ. γ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 «Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις», και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης ενώπιον του (αρμόδιου) Μονομελούς Πρωτοδικείου είχε ορισθεί για την 13.3.2007 (ΑΠ 1253/2005, 1084/2006), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και , αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ. 534 παρ. 1 ΚΠολΔ), ορίζεται περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων, μέχρι τρεις το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη. Εξάλλου για τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, ως ιδιαίτερου κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ αποδεικτικού μέσου, απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Για να είναι δε νόμιμη η επίκληση αυτή πρέπει να γίνεται στις προτάσεις αυτές και επίκληση των αναγκαίων για το νόμιμο αυτής ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ στοιχείων και δη του ονόματος του προσώπου που την έδωσε και ενώπιον τινός (Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη) δόθηκε καθώς και ότι αυτή (βεβαίωση) έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε σε τρόπο ώστε η από την έλλειψη της νόμιμης κλήτευσης ακυρότητα να θεραπεύεται (ΑΠ 996/2010, ΑΠ 1346/2010 Νόμος).

     Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚπολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. 2081/2008 ένορκη βεβαίωση που επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία λήφθηκε εξ' αφορμής άλλης δίκης και η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 818/2009 δημ. Νόμος), ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα με ημερομηνία 19.10.2010 ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, γιατί δεν γίνεται νόμιμη επίκληση αυτής από τον εκκαλούντα, με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, στις οποίες γίνεται μόνο αόριστη αναφορά της από 19.10.2010 ένορκης βεβαίωσης, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ο αριθμός αυτής, τα ονόματα των εξετασθέντων σχετικώς προσώπων, το πρόσωπο ενώπιον του οποίου δόθηκε (Ειρηνοδίκης ή συμβολαιογράφος), καθώς και αν η εφεσίβλητη κλητεύθηκε για να παραστεί ή ότι η τελευταία παραστάθηκε κατά τη λήψη της, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, στις 26 Ιουνίου του έτους 2004, στη Θεσσαλονίκη, όπου και εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο από τον εναγόμενο διαμέρισμα επί της οδού Α. 55-57 στην Καλαμαριά, από το γάμο τους δε αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση αυτών διήρκεσε έως τον Ιούνιο του 2008, οπότε και διασπάσθηκε με την αποχώρηση της ενάγουσας-εφεσίβλητης από τη συζυγική τους κατοικία και ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθμ. 1160/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η οικοσκευή αυτών που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, περιελάμβανε μεταξύ των άλλων και τα κατωτέρω αντικείμενα, που αποτελούν τα επίδικα στην παρούσα δίκη.

     Αμφότεροι οι διάδικοι πριν από το γάμο τους αλλά και κατά τη διάρκεια αυτού, εργάζονταν, ο δε εναγόμενος εξασφάλιζε μεγαλύτερα εισοδήματα από αυτά της ενάγουσας. Ειδικότερα, η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος διαφημίστρια σε εταιρία από την οποία απολύθηκε στις 20.2.2002 και στη συνέχεια εργαζόταν στο διαφημιστικό τμήμα των ραδιοφωνικών σταθμών «Ρ.Θ.» και «Ε.», ενώ ο εναγόμενος από το έτος 1998 είχε εταιρία πληροφορικής, στην οποία απασχολούσε κατά μέσο όρο 10 εργαζόμενους, συμμετείχε σε ποσοστό 50% μέχρι το 2005 και στη συνέχεια κατά 95%, ενώ το 5% είχε παραχωρήσει στην ενάγουσα-τότε σύζυγό του και την οποία (εταιρία) διατηρεί μέχρι και σήμερα. Οι διάδικοι συνήψαν ερωτική σχέση τον Απρίλιο του 2001. Τότε η ενάγουσα διέμενε σε μισθωμένο ισόγειο διαμέρισμα 40 τμ., στη περιοχή Δ., καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό των 205,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο εναγόμενος διέμενε σε μισθωμένο διαμέρισμα 130 τ.μ., πλήρως εξοπλισμένο και καλής κατασκευής στην περιοχή Καλαμαριάς-Καραμπουρνάκι, καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό των 530,00 ευρώ μηνιαίως, όπου και μετακόμισε και η ενάγουσα τον Οκτώβριο του 2001 και το οποίο απετέλεσε και την οικογενειακή τους κατοικία μετά το γάμο τους τον Ιούνιο του 2004. Την άνοιξη του 2007 αποφάσισαν οι διάδικοι να μετακομίσουν σε ιδιόκτητη κατοικία του εναγομένου στην Ημαθία για την ανακαίνιση της οποίας ο εναγόμενος έλαβε δύο δάνεια από την τράπεζα A., συνολικού ποσού 200.000 ευρώ. Στο τέλος του έτους 2007 και πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, οι διάδικοι μετακόμισαν στην ως άνω κατοικία εμβαδού 300 τ.μ., περίπου, όπου και διέμειναν μέχρι και τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους στις 28.6.2008. Ο εναγόμενος δήλωσε στην Εφορία τα παρακάτω εισοδήματα, το οικ. έτος 2004, 47.546,72 ευρώ (29.353,23 δηλωθέν εισόδημα συν 18.193,49 αυτοτ. φορολ. ποσά κλπ.), το οικ. έτος 2005, 43.961,41 ευρώ (1.363,25 δηλωθέν εισόδημα συν 42.961,16 αυτοτ. φορολ. ποσά κλπ.), το οικ. έτος 2006, 68.994,96 ευρώ (1.900 δηλωθέν εισόδημα συν 67.094,96 αυτοτ. φορολ. ποσά κλπ), το οικ. έτος 2007, 1.900 ευρώ, το οικ. έτος 2008, 6.116,23 ευρώ (1.857,35 δηλωθέν εισόδημα συν 4.258,88 αυτο. φορολ. ποσά κλπ.), ενώ τα οικον. έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 δήλωσε αντίστοιχα τα ποσά των 49.988,30 ευρώ 26.932,92 ευρώ, 40.384,67 ευρώ και 36.383,31 ευρώ. Η ενάγουσα δήλωσε στην Εφορία τα παρακάτω εισοδήματα, το οικ. έτος 2004, 16.368,62 ευρώ, το οικ. έτος 2005, 8.102,82 ευρώ, το οικ. έτος 2006, 15.704,44 συν 3.531,31 ευρώ (από τη συμμετοχή της στην εταιρία του εναγομένου), το οικ. έτος 2007, 8.653,17 ευρώ, το οικ. έτος 2008, 21.246,99 ευρώ. (1.857,35 δηλωθέν εισόδημα συν 4.258,88 αυτοτ. φορολ. ποσά κλπ.), ενώ τα οικον. έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 δήλωσε αντίστοιχα τα ποσά των 49.988,30 ευρώ, 26.932,92 ευρώ, 40.384,67 ευρώ και 36.383,31 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης ο εναγόμενος από το έτος 1999 ήταν ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Alfa Romeo, αξίας τότε 40.000 ενώ η ενάγουσα αγόρασε δικό της αυτοκίνητο, ένα ΚΙΑ Picanto 1.0586 cc το έτος 2005 με δάνειο από την τράπεζα αξίας 10.528 ευρώ. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση του εναγομένου, με βάση το είδος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, τον αριθμό των απασχολούμενων στην επιχείρησή του εργαζομένων (10 τον αριθμό κατά μέσο όρο), τον τρόπο διαβίωσής του και των περιουσιακών του στοιχείων, ήταν σαφώς καλύτερη από την αντίστοιχη οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, ενώ και οι δύο διάδικοι δήλωναν στην εφορία λιγότερα εισοδήματα από αυτά που πραγματικά εσόδευαν από τις ως άνω εργασίες τους, όπως προκύπτει από τον τρόπο διαβίωσής τους. Από τα ανωτέρω κινητά πράγματα της οικοσκευής των διαδίκων τα υπό στοιχεία 1, 2, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 12, 17, 18, 19, 20 και 21, αγοράσθηκαν από την ενάγουσα, που είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί στην αγορά τους και ανήκουν επομένως στη νομή αυτής. Αντιθέτως, τα υπό στοιχεία 3, 4, 10, 13, 14, 15 και 16 κινητά, αγοράσθηκαν από τον εναγόμενο και πληρώθηκαν με δικά του χρήματα, ανεξάρτητα εάν στις πωλήτριες επιχειρήσεις εμφανιζόταν η ενάγουσα, η οποία, λόγω και της εργασίας της ως διαφημίστριας είχε αναπτύξει πελατειακές σχέσεις με τους πωλητές επιχειρηματίες, οι οποίοι διαφήμιζαν τα προϊόντα τους μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού όπου εργαζόταν η ενάγουσα, χωρίς να καταβάλουν τη συμφωνημένη αμοιβή, αλλά αυτή (αμοιβή) πληρωνόταν με την παρακράτηση από τον σταθμό του αντίστοιχου ποσού από την προμήθεια που εδικαιούτο η ενάγουσα από τη διαμεσολάβηση της για τη διαφήμιση. Πλην όμως με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύεται ότι τα ποσά των δικαιούμενων από την ενάγουσα προμηθειών λόγω της διαμεσολάβησής της στη διαφήμιση των πωλητριών εταιριών, για τα έτη 2004 μέχρι και 2008 είναι πολύ μικρότερα της αξίας των αγορασθέντων ως άνω κινητών πραγμάτων, ενώ η διαφορά πληρωνόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον εναγόμενο, που είχε τη μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια σε σχέση με αυτήν της ενάγουσας. Ενδεικτικά, α) η εταιρία «Τ. ΑΕ», από την οποία η ενάγουσα αγόρασε κατά τους ισχυρισμούς της όλα τα ηλεκτρικά είδη συνολικής αξίας 5.850 ευρώ, καταβάλλοντας την αξία τους με την παρακράτηση από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς των προμηθειών της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των ετών 2004-2008, έκανε συνολικό τζίρο 8.924,25 ευρώ η προμήθεια της ενάγουσας από 20% ανήλθε στο ποσό των 1.784,85 ευρώ, που καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος αγοράς μέσω της παρακράτησης των προμηθειών της, απομένοντας υπολοίπου από 4.065,15 ευρώ, β) η εταιρία «Μ.Ε. ΟΕ», από την οποία η ενάγουσα αγόρασε κατά τους ισχυρισμούς της έπιπλα αξίας 6.000 ευρώ, καταβάλλοντας την αξία τους με την παρακράτηση από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς των προμηθειών της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των ετών 2004-2008, έκανε συνολικό τζίρο 611,25 ευρώ, η προμήθεια της ενάγουσας από 20% ανήλθε στο ποσό των 122,25 ευρώ, που καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος αγοράς μέσω της παρακράτησης των προμηθειών της, απομένοντας υπολοίπου από 5.877,75 ευρώ, γ) η εταιρία «Μ.Λ., και ΣΙΑ ΟΕ», από την οποία η ενάγουσα αγόρασε κατά τους ισχυρισμούς της όλες τις κουρτίνες του σπιτιού αξίας 8.000 ευρώ, και λευκά είδη (παπλώματα, κουβέρτες, σεντόνια, τραπεζομάνδηλα κλπ.) συνολικής αξίας 12.400 ευρώ, καταβάλλοντας την αξία τους με την παρακράτηση από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς των προμηθειών της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των ετών 2004-2008, έκανε συνολικό τζίρο 5.050,90 ευρώ, η προμήθεια της ενάγουσας από 20% ανήλθε στο ποσό των 1.010,18 ευρώ, που καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος αγοράς μέσω της παρακράτησης των προμηθειών της, απομένοντος υπολοίπου από 19.389,82 ευρώ. Συνεπώς η ενάγουσα δεν υπήρξε νομέας των υπό στοιχεία 3, 4, 10, 13, 14, 15 και 16 κινητών πραγμάτων, τα οποία ανήκουν στη νομή του εναγομένου. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από τα ανωτέρω αντικείμενα, αυτά για τα οποία κρίθηκε ότι ανήκουν στη νομή της ενάγουσας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, βρίσκονταν στην κατοχή του εναγομένου και στην κατοικία του τελευταίου στην Ημαθία, που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων. Μετά δε και την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων με διαζύγιο, η ενάγουσα έχει δικαίωμα να τα παραλάβει από την οικογενειακή στέγη, κατ' εφαρμογή των γενικών διατάξεων για την προστασία της νομής της, σύμφωνα με όσα εκτίθενται και στη μείζονα σκέψη.