Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







Εφετείο Λαρίσης 16/2014

Περίληψη

Δικαστική συμπαράσταση - Πνευματική διαταραχή - Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης - Εφετείο - Κριτήρια συμπαραστάτη - Αρχή προτεραιότητας - Έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας -. Δικαστική συμπαράσταση προσώπων με ψυχική ή διανοητική διαταραχή, μόνο αν λόγω αυτής αδυνατούν εν όλω ή εν μέρει να φροντίζουν μόνα τις υποθέσεις τους. Ανάγκη διαταραχής με διάρκεια, αρκεί όμως και παροδική αν το υπαγορεύει το συμφέρον του συμπαραστατέου. Έναρξη των αποτελεσμάτων της συμπαράστασης αρχίζουν με τη δημοσίευση της απόφασης, για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία. Υποχρεωτικός διορισμός προσωρινού συμπαραστάτη για το ενδιάμεσο διάστημα, επιδιωκόμενος και με την ίδια αίτηση. Μη ανάγκη τέτοιου διορισμού από το Εφετείο. Για την επιλογή του συμπαραστάτη τηρείται η αρχή της προτεραιότητος του προσώπου που προτείνει ο πάσχων εφόσον κρίνεται κατάλληλο, επί δε μη πρότασης η αρχή της πλήρους ελευθερίας του Δικαστή για επιλογή του καταλληλότερου βάσει των κριτηρίων του νόμου. Μη δεσμευτική η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας, επί δε μη προσκόμισής της μη απαράδεκτο της συζήτησης.

Εφετείο Λαρίσης

Αριθμός 16/2014

Ι. Η έφεση στρέφεται κατά της 127/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία και απέρριψε την με αριθμό καταθέσεως 77/22-2-2012 αίτηση του εκκαλούντος κατά της καθ` ης η αίτηση, με αντικείμενο την υποβολή της τελευταίας σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, για το λόγο ότι πάσχει από βαρειά νοητική στέρηση εξ αιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατο να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της, την περιουσία της και γενικά τις υποθέσεις της. Η έφεση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και με συνδρομή των υπολοίπων, νομίμων προϋποθέσεων (ΚΠολΔ 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 748, 760 Επ., 764 επ., 802 παρ. 1 και 803 παρ. 1). Επομένως, είναι παραδεκτή [αντίγραφο της εφέσεως έχει επιδοθεί εμπροθέσμως και προς τον Εισαγγελέα Εφετών, βλ. την υπ’αριθμ. …/17-9-2013 έκθεση επιδόσεως του Χ. Π., δικαστικού επιμελητή] και πρέπει να ερευνηθεί, σύμφωνα με τους ορισμούς της ίδιας διαδικασίας, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για κακή εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ερήμην της κλητευθείσας (άρθρο 802 παρ. 2 του ΚΠολΔ, βλ. την υπ’αρίθμ. …/17-9-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ε.Σ.-Ρ.) και μη εμφανισθείσας κατά τη συζήτηση συμπαραστατούμενης, (άρθρο 764 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ).

    ΙΙ. Με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/22-2-2012 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ο Χ. Σ. του Β. ζήτησε να τεθεί η κόρη του Κ.Σ. σε κατάσταση πλήρους, στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, για το λόγο ότι πάσχει από βαριά νοητική στέρηση, συνεπεία της οποίας βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας να φροντίσει τον εαυτό της, την περιουσία της και γενικά τις υποθέσεις της. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 23/2013 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Στη συνέχεια και επί της με αριθ. εκθ.κατ.108/2013 κλήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 127/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο αιτών με την κρινόμενη έφεση και ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται στο εφετήριο (εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), την κατά παραδοχή της, εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή του.

    ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 1666 παρ. 1 Α.Κ, σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος: 1. Όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του και 2. όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του. Στην ως άνω παράγραφο αναφέρονται οι βασικές και συνάμα απαραίτητες, κατά νόμο, προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων στο πρόσωπο κάποιου ενηλίκου φυσικού προσώπου δικαιολογεί τη θέση του σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο την πρώτη κατηγορία συμπαραστατέων αποτελούν τα πρόσωπα τα οποία «λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής» αδυνατούν εν όλω ή εν μέρει να φροντίζουν μόνα τους για τις υποθέσεις τους. Η ρύθμιση αντιστοιχεί προς τη ρύθμιση των παλαιών άρθρων 1686 αρ. 1, 1691 εδ. α', 1705 αρ. 1 Α.Κ (με ορισμένες διαφοροποιήσεις). Προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός προσώπου στην κατηγορία αυτή είναι (α) ψυχική ή διανοητική διαταραχή του προσώπου και (β) ολική ή μερική αδυναμία του προσώπου να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του, οφειλόμενη στην ψυχική ή διανοητική διαταραχή του. Σχετικά με την «ψυχική ή διανοητική διαταραχή»: Ο όρος διαταραχή είναι ευρύς και περιλαμβάνει, τόσο την απλή διαταραχή, όσο και την πάθηση, τόσο την ασθένεια, όσο και την κατάσταση των «διφορουμένων φρενών» του παλαιού δικαίου. Αντίθετα με το παλαιό δίκαιο η διαταραχή δεν χαρακτηρίζεται «μόνιμη». Κατ' αρχήν όμως και υπό το νέο δίκαιο η διαταραχή πρέπει να έχει διάρκεια, να είναι «μόνιμη», καθόσον αν είναι απλώς προσωρινή θα έχει πάψει να υφίσταται κατ' αυτή τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση. Εν τούτοις, η γενικότητα της διατυπώσεως του άρθρου 1666 παρ. 1 αρ. 1 Α.Κ. επιτρέπει την εφαρμογή των ρυθμίσεων για τη δικαστική συμπαράσταση και σε περιπτώσεις παροδικής διαταραχής όταν όμως αυτό υπαγορεύεται από το συμφέρον του συμπαραστατέου. (β) Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή πρέπει να προκαλεί ολική ή μερική αδυναμία του πάσχοντος προσώπου να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του. Αν, παρά τη διαταραχή, δεν υφίσταται τέτοια αδυναμία, δεν χωρεί δικαστική συμπαράσταση ακριβώς διότι δεν υπάρχει λόγος που να την υπαγορεύει. Η ολική η μερική αδυναμία συνίσταται σε ανικανότητα διαμορφώσεως ορθολογικής βουλήσεως και κρίσεως σχετικά με τη διαχείριση των υποθέσεων (προσωπικής ή περιουσιακής φύσεως). Είναι πρόδηλο ότι η «αδυναμία» αυτή αντιστοιχεί προς «αποκλεισμό της χρήσεως του λογικού» και προς αποφασιστικό περιορισμό της λειτουργίας της βούλησης του προσώπου με την έννοια ότι ο περιορισμός πρέπει να έχει ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας. Και τέλος μεταξύ διαταραχής και αδυναμίας πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος (βλ. Ι. Σ. Σπυριδάκη «Η δικαστική συμπαράσταση εκδ. 1998 σελ. 24 επ. – Α. Κουτσουράδη, «Προστατευτικοί θεσμοί του Αστικού Δικαίου» εκδ. 2002 σελ. 61). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1681 ΑΚ τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαραστάσεως αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση, για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της αποφάσεως που τον διορίζει. 0 διαχωρισμός αυτός μεταξύ του χρόνου ενάρξεως των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαραστάσεως και του χρόνου ενάρξεως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη, έχει ως συνέπεια τον υποχρεωτικό διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο διορισμός δε αυτός μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια αίτηση (βλ. Δεληγιάννη, Δικαστική συμπαράσταση εκδ. 1997 σελ. 49-50). Επομένως, όταν η υπόθεση εισάγεται στο Εφετείο κατόπιν εφέσεως εναντίον αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που απέρριψε τη σχετική αίτηση και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, το Εφετείο κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη, δεν απαιτείται διορισμός προσωρινού συμπαραστάτη. Για την επιλογή του δικαστικού συμπαραστάτη καθιερώνονται με το άρθρο 1669 του ΑΚ δύο βασικές αρχές, η αρχή της προτεραιότητος του φυσικού προσώπου που προτείνεται ως δικαστικός συμπαραστάτης από τον πάσχοντα, εφόσον κρίνεται κατάλληλο, καθώς και η αρχή της πλήρους ελευθερίας του Δικαστή σε περίπτωση που δεν έχει προταθεί κανείς από τον πάσχοντα, επιλογής του περισσότερο κατάλληλου προσώπου, αφού λάβει υπόψη του ορισμένα, ρητώς απαριθμούμενα στη διάταξη κριτήρια.

    VI. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αιτούντος Δέσποινας Πιπέρα, την ανόμωτη κατάθεση του αιτούντος, όπως αυτές περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την συνεκκαλουμένη (με αριθμό 23/2013 απόφαση) πρακτικά «κεκλεισμένων των θυρών» συνεδριάσεως αυτού και εκτιμώνται ελευθέρως, την προσκομιζόμενη με αριθμό 7/2013 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που νομότυπα κατέθεσε η διορισθείσα με την με αριθμό 23/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ιατρός πραγματογνώμονας, Α. Θ. του Θ., όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Κ. Σ.γεννήθηκε στις 2-10-1965 στην Κ., όπου και κατοικεί μαζί με τους γονείς της. Έχει άλλα δύο αδέρφια, τον Β., που είναι παντρεμένος και έχει δύο ανήλικα τέκνα, διαμένει δε με την οικογένειά του στην ίδια οικοδομή με την Κ.και τους γονείς τους, και την Ε., παντρεμένη επίσης, που κατοικεί στο Β., η οποία την επισκέπτεται συχνά (δύο φορές την εβδομάδα αναφέρει η εξετασθείσα μάρτυρας). Από την παιδική ηλικία παρουσίασε καθυστέρηση της ψυχοκινητικής ανάπτυξης, αφού άργησε να μιλήσει και περπάτησε σε ηλικία μεγαλύτερη των 3 ετών. Αποδείχθηκε ότι πάσχει από βαριά διανοητική καθυστέρηση με δείκτη νοημοσύνης κάτω των τριάντα (30) βαθμών, εξαιτίας της οποίας χρήζει καθοδήγησης και επιτήρησης, ενώ είναι ανίκανη για κάθε βιοποριστική εργασία (βλ. την υπ’ αριθ.139/9-2-1984 γνωμάτευση της Α΄/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Καρδίτσας, καθώς και την υπ’αριθ.526/1998 γνωμάτευση της ίδιας Επιτροπής, που προσκομίζονται από τον αιτούντα). Συνεπεία της παραπάνω χρόνιας διανοητικής διαταραχής της αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού της και κυρίως της περιουσίας της. Σύμφωνα με την γνωμάτευση της ως άνω Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Καρδίτσας, το ποσοστό αναπηρίας της είναι 67 % εφ’ όρου ζωής της, κρίθηκε δε ότι δικαιούται σχετικού επιδόματος από το πρόγραμμα Βαριάς Νοητικής Καθυστέρησης (Β.Ν.Κ), το οποίο λαμβάνει βάσει της υπ’αριθμ.2457/30-6-1997 απόφασης του Νομάρχη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας (βλ. το με αριθ. πρωτοκ.1033/20-3-2012 βεβαίωση του Δήμου Καρδίτσας). Η κατάσταση αυτή της υγείας της καθιστά αναγκαία τη συνεχή φροντίδα και προστασία της από άλλο άτομο, αφού η ίδια αδυνατεί ολικά να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Επομένως, πρέπει αυτή να τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής. Κατάλληλο πρόσωπο για το λειτούργημα της οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας κρίνεται, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της συμπαραστατούμενης (άρθρο 1684 ΑΚ), όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες της, η μητέρα της Β. συζ. Χ. Σ., κάτοικος Κ. (οδός Α.). Αυτή παρέχει τα εχέγγυα ότι θα ασκήσει με επάρκεια και συνέπεια το λειτούργημα που της ανατίθεται, ενεργώντας πάντοτε προς το συμφέρον της καθ’ ης, δεδομένου ότι την φροντίζει και την περιποιείται, περιβάλλοντάς την με αισθήματα μητρικής αγάπης και στοργής, από αισθήματα δε αγάπης και εμπιστοσύνης διατρέχεται και η καθ’ ης ως προς αυτήν, με συνέπεια να υπάρχει μεταξύ τους ιδιαίτερος ψυχικός και συναισθηματικός δεσμός. Περαιτέρω, πρέπει να διορισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1682 εδ. β΄ του ΑΚ, εποπτικό συμβούλιο, το οποίο θα ασκεί το έργο της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης, αποτελούμενο από τα εξής πρόσωπα: 1) Χ. Σ. του Β., κάτοικο Κ. (οδός Α.), ως πρόεδρο, 2) Ε. Σ. του Χ., συζ. Θ. Π., κάτοικο Β., ως μέλος, και 3) Β. Σ. του Χ., κάτοικο Κ. (οδός Α.), ως μέλος. Τα πρόσωπα αυτά, που συνδέονται με την καθ’ ης με στενούς οικογενειακούς- συγγενικούς δεσμούς, καθώς τυγχάνουν ο πρώτος ο πατέρας της, ενώ η δεύτερη και ο τρίτος αδελφοί της, μπορούν να βοηθήσουν το έργο της ανωτέρω δικαστικής συμπαραστάτριας, ασκώντας αποτελεσματικά την εποπτεία της συμπαράστασης. Κρίνονται δε κατάλληλα για το λειτούργημα αυτό. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην κρίση του αυτή χωρίς την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του άρθρου 1674 ΑΚ, καθόσον στο άρθρο 19 παρ. 4 Ν. 2125/1997 ορίζεται ότι, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση, η οποία, άλλωστε, δεν είναι δεσμευτική, αλλά απλά συνεκτιμάται, με συνέπεια η παράλειψη προσαγωγής της να μην δημιουργεί τυπικό απαράδεκτο για τη συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση σχετικής απόφασης (ΑΠ 1953/2006 ΝοΒ 2007.938). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν χρήζει υποβολής σε οποιοδήποτε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, αξιολόγησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό που είχε τεθεί στην κρίση του. Επομένως, με παραδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη. Η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και το Δικαστήριο αυτό, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου την αίτηση (ΚΠολΔ 535 παρ.1), πρέπει να την κάνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, να υποβάλει την καθ’ ης η αίτηση σε πλήρη, στερητική δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει ως δικαστική συμπαραστάτρια αυτής την μητέρα της, Β. συζ. Χ. Σ., να διορίσει ως μέλη του τριμελούς εποπτικού συμβουλίου της δικαστικής συμπαραστάσεως, α) τον πατέρα της Χ. Σ. β) την αδερφή της Ε. Σ. και γ) τον αδερφό της Β. Σ., και, τέλος, να διατάξει τον αρμόδιο γραμματέα, κατά τα άρθρα 1675 AK, 802 παρ. 4 και 805 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφενός μεν να καταχωρήσει το διατακτικό της παρούσας απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, αφετέρου δε να επιμεληθεί για την επίδοση της παρούσας στα πρόσωπα, που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ, καθώς επίσης και στη συμπαραστατούμενη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Για δε την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (ΚΠολΔ 764 παρ.3) πρέπει να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας, κατά τα επίσης οριζόμενα στο διατακτικό.