Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Απόφαση 3/2012 

Περίληψη 

Μισθωτικές διαφορές - Εμπορική μίσθωση αορίστου χρόνου - Αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία - Απόδοση χρήσεως μισθίου -. Αποζημίωση δεν οφείλεται όταν μετά τη λήξη της εμπορικής μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλ. η υποχρεωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται, χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων του, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως. Ως εκ τούτου, συνυπολογίζεται και ο χρόνος της προγενέστερης μισθώσεως, στην περίπτωση που αυτή ανανεώνεται ή στην περίπτωση που καταργείται και συνάπτεται νέα μίσθωση μεταξύ των ίδιων προσώπων. Η επίδικη μίσθωση, αφού είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος της δωδεκαετούς διάρκειάς της, συνεχίσθηκε ως αορίστου χρόνου λόγω παραμονής της εναγομένης μισθώτριας στο μίσθιο χωρίς εναντίωση των εναγόντων εκμισθωτών και έληξε με καταγγελία εκ μέρους των εναγόντων. Συνεπώς, η επίδικη μίσθωση ήταν ενιαία μίσθωση, αφού, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου νοείται ο συνολικός συμπληρούμενος χρόνος στο πρόσωπο της μισθώτριας, ανεξαρτήτως του είδους της σύμβασης, δηλαδή των συμβατικών ή αναγκαστικών παρατάσεων της, στον χρόνο δε αυτό συνυπολογίζεται και ο χρόνος του δικαιοπαρόχου των εκμισθωτών. Η διάρκειά της έχει υπερβεί τα 16 έτη και συγκεκριμένα αυτή είχε διάρκεια συνολικά 23 περίπου συνεχή έτη και έτσι δεν τίθεται ζήτημα προστασίας της μίσθωσης αυτής από τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, ούτε ζήτημα καταβολής στην μισθώτρια αποζημίωσης για αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας.

ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2012

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

7ο Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Γαλανόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Ελισάβετ Τσιρακίδου, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Καρβέλα.

    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

    ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Α. Δ. και Σία Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η πληρεξούσια δικηγόρος του Μαρία Πιέρρου.

    ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Κ. Λ. του Γ. και 2) Δ. Λ. του Γ., κατοίκων αμφοτέρων Αθηνών, οδός … αρ. … - …., τους οποίους εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Παναγιώτης Ανδρικόπουλος.

    Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 31 Μαΐου 2007 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 123667/ 3197/2007, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

    Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την με αριθμό 2781/2008 οριστική του απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

    Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα - εναγομένη, με την από 30 Δεκεμβρίου 2008 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί νόμιμα με αριθμό 12170/2008 και ζητεί να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

    Δικάσιμος της παραπάνω υπόθεσης ορίσθηκε η 9η Μαρτίου 2010, κατά την οποία και συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

    Μετά το τέλος της συζήτησης δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης επειδή με την υπ’ αριθμ. 86/2011 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, αφαιρέθηκαν από την Εφέτη Ισιδώρα Πόγκα, επειδή δεν εξέδωσε αποφάσεις επί των πολιτικών υποθέσεων που είχε χρεωθεί ως Εισηγήτρια μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτησή τους, μεταξύ των οποίων είναι και η παρούσα υπόθεση.

    Ήδη η υπόθεση έρχεται για ανασυζήτηση με την από 16 Ιουνίου 2011 κλήση της Γραμματέας του 7ου Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών Ιωάννας Κορρέ, κατόπιν και της υπ’ αριθμ. 63/201 1 Πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών.

    Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

    Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

    ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-6-2011 κλήση της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, νομότυπα επαναφέρεται η υπόθεση προς επανασυζήτηση μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ.63/2011 πράξης ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου τούτου κατ’ άρθρο 307 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

    Η υπό κρίση από 30-12-2008 (αρ. κατ. 12170/2008) έφεση της εναγόμενης κατά της υπ’ αριθμ 2781/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648-661 Κ.Πολ.Δ) την από 31-5-2007 αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495, 516 και 652 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της, με την αυτή ως άνω διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

    Με την υπό κρίση από 31-5-2007 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεσαν ότι με το από 6-4-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό ο Γ. Λ., πατέρας αυτών και δικαιοπάροχός τους, εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρία το περιγραφόμενο μίσθιο ακίνητο, που βρίσκεται στην Αθήνα, για έξι έτη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν ως εστιατόριο - ζαχαροπλαστείο και γαλακτοπωλείο. Ότι αυτοί μετά το θάνατο του πατέρα τους στις 23-8-1985, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, υπεισήλθαν ως εκμισθωτές στην ως άνω μισθωτική σύμβαση. Ότι η μίσθωση αυτή, με την από 4-5-1993 τροποποιητική σύμβαση των διαδίκων, παρατάθηκε μέχρι τις 31-4-1999 και στην συνέχεια μετετράπη σε αορίστου χρόνου, αφού η εναγομένη παρέμεινε στη χρήση του μισθίου χωρίς εναντίωση αυτών και ήδη χρησιμοποιεί το μίσθιο επί 23 συνεχή έτη. Ότι το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε σε 4.095,70 ευρώ για τους μισθωτικούς μήνες από Μάιο 2005 έως και Απρίλιο 2006 και σε 4.710 ευρώ για τους μισθωτικούς μήνες από Μάιο 2006 έως και Δεκέμβριο 2006, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 1,8%, πλην όμως η εναγομένη μισθώτρια από το Μάιο 2005 και εφεξής κατέβαλε μόνο 3.625 ευρώ, με αποτέλεσμα να τους οφείλει το συνολικό ποσό των 15.891,04 ευρώ για διαφορές μισθωμάτων για τους μήνες από Μάιο 2005 έως και Δεκέμβριο 2006 και το ποσό των 1.562,88 ευρώ για το αναλογούν χαρτόσημο, ενώ η εναγόμενη τους οφείλει και ποσό 6.470,62 ευρώ για διαφορές της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσεως για το διάστημα από Ιανουάριο 2007 έως και Μάιο 2007. Ότι αυτοί κατήγγειλαν την επίδικη σύμβαση μίσθωσης, λόγω λήξης αυτής με καταγγελία κατ’ άρθρα 609 και 597 ΑΚ και επικουρικά λόγω παράβασης του αναφερόμενου όρου της σύμβασης. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως παραδεκτά διόρθωσαν την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου και να τους καταβάλει νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής τους το ποσό των 22.361,66 ευρώ για διαφορές των οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημιώσεως χρήσεως και το ποσό των 1.999,50 ευρώ για το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου.

    Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του π.δ. 34/1995, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ.6 του ν.2741/1999, η νόμιμη διάρκεια των μισθώσεων που υπάγονται στο εν λόγω π.δ/μα είναι δωδεκαετής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ.8 του ν. 2741/1999 η ως άνω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, δηλαδή αυτές που έχουν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του νόμου τούτου (28-9-1999) και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα ετών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ειρημένου π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ.14 και 15 του Ν.2741/1999, προκύπτει α) ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει να καταβάλει στον μισθωτή, ως αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων μηνών και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων, και όταν, μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, χωρίς η σχετική περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή να έχει ασκηθεί εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μισθώσεως, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου, χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία. Νομοθετικός σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν.2741/1999 «σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άϋλη αυτή εμπορική αξία». Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ.11 του π.δ. 34/ 1995, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλ. η υποχρεωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται, χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων του, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως. Ως εκ τούτου, συνυπολογίζεται και ο χρόνος της προγενέστερης μισθώσεως, στην περίπτωση που αυτή ανανεώνεται ή στην περίπτωση που καταργείται και συνάπτεται νέα μίσθωση μεταξύ των ίδιων προσώπων. Αν όμως οι συμβαλλόμενοι, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ), η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως, ήθελαν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάργηση της παλαιάς και τη σύναψη νέας μισθώσεως, ανεξάρτητης από την παλαιά, τότε στο νόμιμο χρόνο διάρκειας της μισθώσεως δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της προηγούμενης μισθώσεως. Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 58 παρ.11 του π.δ. 34/1995 είναι ερμηνευτική των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων και δεν εφαρμόζεται, αν προκύπτει σαφώς ότι με τις εκατέρωθεν δηλώσεις τους, οι συμβαλλόμενοι ήθελαν την κατάρτιση νέας μισθώσεως ανεξάρτητης από την παλαιά (ΑΠ 991/2009, Δημ.Νόμος).

    Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ’ αριθμ. 3684/8-4-2008 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης, από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη υπ’ αριθμ. 3742 και 3743/8-4-2008 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων κατ’ άρθρο 650 Κ.Πολ.Δ και από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 6-4-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό ο Γ. Λ., πατέρας των εναγόντων, εκμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Ν. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» ένα ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 125τ.μ., αποτελούμενο από μία αίθουσα με πατάρι και δύο αποχωρητήρια, συμπεριλαμβανομένου και του χώρου υπέρ την κλίμακα καθόδου του Υ 2 υπογείου, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ….., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν ως εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο και γαλακτοπωλείο. Με το ανωτέρω συμφωνητικό η διάρκεια της μίσθωσης αυτής ορίσθηκε σε έξι έτη, ήτοι από 6-4-1984 έως 5-4-1990 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε αρχικώς στο ποσό των 40.000 δραχμών για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε ετησίως όπως ορίζεται στο συμφωνητικό. Η ως άνω μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία, η οποία είχε συσταθεί την 6-4-1984, παρέλαβε το επίδικο μίσθιο ακίνητο και το χρησιμοποιούσε ανενόχλητα για το σκοπό που το μίσθωσε. Στις 23-8-1985 ο ως άνω αρχικός εκμισθωτής Γ. Λ. απεβίωσε και οι ενάγοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, υπεισήλθαν ως συνεκμισθωτές στην επίδικη μισθωτική σύμβαση. Η ως άνω μίσθωση, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικός, κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1898/1990, μέχρι την 31-8-1990 (βλ. άρθρο 58 παρ. 7 του Π.Δ. 34/1995) και στη συνέχεια παρατάθηκε με άτυπη συμφωνία των εναγόντων, ως συνεκμισθωτών, και της ως άνω μισθώτριας εταιρίας. Με το από 4-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάθηκε η μίσθωση, για έξι ακόμη έτη, ήτοι μέχρι την 30-4-1999. Το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε σε 150.000 δραχμές για το χρονικό διάστημα από 4-5-1993 έως 30-4-1995, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 1,8%, προκαταβλητέο εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μισθωτικού μήνα, προσαυξανόμενο σε 345.000 δραχμές για το επόμενο μισθωτικό έτος και έκτοτε αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 15% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος, ενώ ρητώς ορίστηκε ότι η προσαύξηση αυτή θα ισχύει και στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο παραταθεί η μίσθωση και μετά τον συμβατικό χρόνο λήξης της, δηλαδή μετά την 30-4-1999. Από το περιεχόμενο του παραπάνω από 4-5-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν κατάρτισαν νέα αυτοτελή μίσθωση με έναρξη αυτής την 4-5-1993, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα - εναγόμενη, αλλά αντιθέτως παρέτειναν τη διάρκεια της αρχικής από 6-4-1984 σύμβασης μίσθωσης, αφού τροποποίησαν μόνο το ύψος του καταβαλλόμενου μισθώματος, στοιχείο όμως που δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε κρίση περί κατάφασης της κατάρτισης νέας μίσθωσης, όπως εκτέθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσας. Προς ενίσχυση του παραπάνω ισχυρισμού της η εκκαλούσα - εναγόμενη υποστηρίζει ότι είχε λυθεί η επίδικη μίσθωση με καταγγελία λόγω ιδιόχρησης, που είχε ασκηθεί με την από 9-7-1990 αγωγή και ότι αυτή ήταν η αιτία που με το από 4-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη η μεταξύ τους νέα μισθωτική σύμβαση. Από την από 1414/1991 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι απορρίφθηκε η παραπάνω αγωγή ως αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν ότι ο υπέρ ου η καταγγελία ασκούσε επάγγελμα προστατευόμενο από το νόμο 813/1978 για τριάντα μήνες. Επομένως, δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω εκτιθέμενα ότι η καταγγελία, που επικαλείται η εναγόμενη, ήταν έγκυρη και ότι μπορούσε να επιφέρει τη λύση της μίσθωσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 31-10-1995 ο εκ των εταίρων της ως άνω μισθώτριας εταιρίας Ν. Σ. αποχώρησε από την εταιρία και μεταβίβασε την εταιρική μερίδα του στην Π. Σ. , η οποία εισήλθε ως νέα εταίρος και μάλιστα αποφασίσθηκε η μεταβολή της εταιρικής επωνυμίας σε «Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.», όπως ήδη είναι η επωνυμία της εναγόμενης εταιρίας (βλ. την από 31-10-1995 έγγραφη τροποποίηση καταστατικού της μισθώτριας εταιρίας, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών). Η αποχώρηση του παραπάνω εταίρου από τη μισθώτρια ομόρρυθμη εταιρία, η είσοδος σε αυτήν της Π. Σ. και η, για το λόγο αυτό, μεταβολή της επωνυμίας αυτής δεν επέδρασε στη νομική προσωπικότητα της μισθώτριας εταιρίας, η οποία συνεχίσθηκε κανονικά, ούτε δημιουργήθηκε νέα εταιρία, με συνέπεια η επίδικη μίσθωση να συνεχίζεται αδιατάρακτα με την ίδια μισθώτρια εταιρία, στην οποία απλώς μετεβλήθη η εταιρική επωνυμία και εισήλθε νέος εταίρος ( Εφ.Αθ. 10111/1997 Ελ.Δ. 39, 1392). Επιπλέον, η εναγόμενη μισθώτρια εταιρία με την από 2-8-2005 εξώδικη δήλωσή της προς τους ενάγοντες αποδέχθηκε ότι ήταν μισθώτρια του επίδικου μισθίου διαρκώς από το έτος 1984, αφού αναφέρει επί λέξει ότι: «η μεταξύ μας μισθωτική σχέση λειτούργησε επί μία εικοσαετία και πλέον». Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη μίσθωση μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της παράτασής της, δηλαδή μετά την 30-4-1999 και, αφού ήδη είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος της δωδεκαετούς διάρκειάς της, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995, συνεχίσθηκε ως αορίστου χρόνου λόγω παραμονής της εναγομένης μισθώτριας στο μίσθιο χωρίς εναντίωση των εναγόντων εκμισθωτών κατ’ άρθρο 611 Α.Κ και έληξε στις 31-12-2006 με καταγγελία εκ μέρους των εναγόντων ασκηθείσα με την από 11-12-2006 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε αυθημερόν σ’ αυτήν (άρθρα 608 παρ. 2 και 609 εδ. δ' Α.Κ ). Συνεπώς, η επίδικη μίσθωση ήταν ενιαία μίσθωση, αφού, όπως αναφέρθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσας, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου νοείται ο συνολικός συμπληρούμενος χρόνος στο πρόσωπο της μισθώτριας, ανεξαρτήτως του είδους της σύμβασης, δηλαδή των συμβατικών ή αναγκαστικών παρατάσεων της, στον χρόνο δε αυτό συνυπολογίζεται και ο χρόνος του δικαιοπαρόχου των εκμισθωτών. Η διάρκειά της έχει υπερβεί τα 16 έτη και συγκεκριμένα αυτή είχε διάρκεια συνολικά 23 περίπου συνεχή έτη και έτσι δεν τίθεται ζήτημα προστασίας της μίσθωσης αυτής από τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, ούτε ζήτημα καταβολής στην μισθώτρια αποζημίωσης για αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας (άρθρα 5 παρ. 1, 60 και 61 του Π.Δ. 34/1995). Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι συναφείς περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της έφεσης ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την εναγόμενη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για καταβολή ποσού 4.000 ευρώ ως μηνιαίου μισθώματος για το διάστημα από τον Ιούνιο 2005 και επί δύο έτη και με τη νόμιμη προσαύξηση για τα επόμενα δυο έτη, απορριπτομένων ως αβάσιμων συνακόλουθα και των δυο τελευταίων συναφών λόγων έφεσης. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, μετά την ορισθείσα με το από 4-5-1993 συμφωνητικό αναπροσαρμογή, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε: α) σε 4.095,70 ευρώ για το μισθωτικό έτος από Μάιο 2005 έως και Απρίλιο 2006, πλέον του τέλους χαρτοσήμου εκ 73,72 ευρώ, δηλαδή ανήλθε σε 4.169,42 ευρώ συνολικά και β) σε 4.710 ευρώ για τους μισθωτικούς μήνες από Μάιο 2006 έως και Δεκέμβριο 2006, πλέον του τέλους χαρτοσήμου εκ 84,78 ευρώ, δηλαδή ανήλθε σε 4.794,78 ευρώ συνολικά. Όμως, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εναγομένη κατέβαλε ως μίσθωμα ποσό 3.625 ευρώ μηνιαίως, όπως και η ίδια δεν αμφισβητεί τούτο (βλ. σχετικώς και την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης). Έτσι, αυτή οφείλει στους ενάγοντες: α) για το διάστημα από Μάιο 2005 έως και Απρίλιο 2006 το ποσό των 6.533,04 ευρώ για διαφορά οφειλομένων μισθωμάτων με το τέλος χαρτοσήμου (ήτοι 4.169,42 ευρώ μείον 3625ευρώ = 544,42 x 12 μήνες) και β) για το διάστημα από Μάιο 2006 έως και Δεκέμβριο 2006 ,το ποσό των 9.358,24 ευρώ ως διαφορά οφειλομένων μισθωμάτων με το τέλος χαρτοσήμου ( ήτοι 4.794,78 ευρώ μείον 3625 ευρώ = 1169,78 X 8 μήνες), δηλαδή οφείλει συνολικά 15.891,28 (6.533,04 + 9.358,24) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, παρά τη λήξη της μίσθωσης στις 31-12-2006, κατά τα προεκτεθέντα, παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, με συνέπεια να οφείλει στους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-5-2007 ως αποζημίωση χρήσεως το ποσό των 4.710 ευρώ μηνιαίας, που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο μίσθωμα, πλην όμως συνέχισε να καταβάλει 3.625 ευρώ το μήνα, Επομένως, η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες για τη διαφορά της αποζημίωσης χρήσεως για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το ποσό των 5.425 ευρώ (4710 μείον 3625 = 1085 X 5 μήνες). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια και με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδώσει στους ενάγοντες τη χρήση του μισθίου και να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά για τη διαφορά οφειλομένων μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας των εφεσιβλήτων (άρθ. 176,183 Κ.Πολ.Δ).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται κατά το τυπικό μέρος και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση. Και

    Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, που καθορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

    Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 2 Ιανουαρίου 2012.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ