Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Απόφαση 70/2012

Περίληψη

Εμπορική μίσθωση - Αναπροσαρμογή μισθώματος - Αποζημίωση χρήσεως
- Παραπομπή σε Ολομέλεια -. Δικαστική αναπροσαρμογή μισθώματος σε εμπορική μίσθωση με βάση το άρθρο 288 ΑΚ. Συμπληρωτική και διορθωτική λειτουργία της διατάξεως αυτής. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 14.9.1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση. Η ρύθμιση αυτή είναι συμπληρωματική της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, περιέχει δηλ. ερμηνευτικό κανόνα που ως ειδικός εφαρμόζεται και κατισχύει των ΑΚ 173 και 200 (ΑΠ 521/11 και 330/04). Ακόμα σε κάθε περίπτ. μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή των ΑΚ 388 ή 288 (ΟλΑΠ 9/97). Ο μισθωτής συνέχισε να κάνει χρήση του μισθίου πέρα του συμφωνημένου χρόνου χωρίς εναντίωση των εκμισθωτών και ως εκ τούτου η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου. Καταγγελία της σύμβασης από τους εκμισθωτές με αγωγή, με την οποία ζητούν την απόδοση της χρήσης του μισθίου. Αίτηση για αναπροσαρμογή του μισθώματος από τους εκμισθωτές. Προσδιορισμός του μισθώματος από το δικαστήριο και του ποσού που οι μισθωτές οφείλουν να καταβάλουν στους εκμισθωτές ως αποζημίωση χρήσης. Με τη δικαστική κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του μισθώματος δεν καταργείται η συμφωνία των συμβαλλομένων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το εφετείο με το να προσδιορίσει το οφειλόμενο τόσο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης όσο και μετά τη λήξη της με την ένδικη καταγγελία, μίσθωμα, βάσει αυτού που καθορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, πλέον και του ποσοστού (10%) της συμφωνηθείσας πριν από την έκδοση της ως άνω απόφασης, σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, δεν παραβίασε τις σχετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Αντίθετη μειοψηφία δύο μελών κατά τα οποία, ένεκα του διαπλαστικού χαρακτήρα της δικαστικής αποφάσεως περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, καταλύεται τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για σταδιακή στο μέλλον αναπροσαρμογή του και στη θέση της εφαρμόζεται η οικεία ρύθμιση του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων). Παραπέμπεται στην Ολομέλεια (διαφορά μιας ψήφου) το ζήτημα, αν με τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά την ΑΚ 288 καταργείται η η συμφωνία των διαδίκων περί σταδιακής αναπροσαρμογής (αρνητική η πλειοψ. και ΑΠ 837/05, 258, 1186/86, 647/84, ενώ κατά τη μειοψηφ. έκτοτε εφαρμόζεται μόνο η νόμιμη αναπροσαρμογή).

Κείμενο Απόφασης Αριθμός 70/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, 
Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Γ. του Λ., κατοίκου ... και 2. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολου Τομαρά και κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Χ. του Γ. και 2. Γ. Χ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Χολέβα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:235/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του π.δ./25 34/1995 (κωδικοποίηση νόμων περί εμπορικών μισθώσεων ορίζει ότι "το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, που συνομολογείται μετά την 14 Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση". Σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι η συμφωνία των μερών, ότι το μίσθωμα θα αυξομειώνεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και κατά ορισμένο ποσό ή ποσοστό. Η ανωτέρω ρύθμιση του νόμου είναι συμπληρωματική της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, περιέχει δηλαδή ερμηνευτικό κανόνα συμπληρωματικό της δήλωσης των μερών, ο οποίος ως ειδικός εφαρμόζεται και κατισχύει των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην ερμηνεία του ανωτέρω όρου της σύμβασης (ΑΠ 521/2011 και 330/2004). Ακόμα με την παρ.4 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα", ενώ περαιτέρω κάθε συμβαλλόμενος και στις εμπορικές μισθώσεις μπορεί να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρο 288 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 9/1997). Κατά 
την τελευταία αυτή διάταξη ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τη διάταξη αυτή θεσπίζεται αρχή που λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων, όσο και ως διορθωτική αυτών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω ειδικών οικονομικών, νομισματικών ή και άλλων συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης τω συμβατικών παροχών στο προσήκον μέτρο. Παρέχεται έτσι στο δικαστή η δυνατότητα με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις να προσδιορίζει, κατ' απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, την εκπληρωτέα παροχή, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της ώστε η παροχή να ανταποκρίνεται, κατά το χρόνο εκπλήρωσης της, στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Ειδικά στις συμβάσεις μισθώσεως, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΆΚ, μείωση του οφειλομένου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, εφόσον εξ αιτίας απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα, τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή μισθώματος, να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με συνεκτίμηση της κατοχύρωσης και ασφάλειας των συναλλαγών ή μείωση του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Σκοπός δηλαδή του άρθρου 288 ΑΚ στις συμβάσεις μισθώσεως είναι να εναρμονιστεί το συμβατικά οφειλόμενο μίσθωμα με το αντικειμενικά δυνάμενο να επιτευχθεί στη δεδομένη χρονική περίοδο για την οποία κρίθηκε ότι υπάρχει δυσαρμονία του μισθώματος, χωρίς να καταργείται η συμφωνία των διαδίκων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος.(ΑΠ 837/2005, 258/1986, 1186/1986, 647/1984). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει ,όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: Με το από 1-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των Γ. Χ. και της συζύγου του Σ. Χ. αφ' ενός και των εναγομένων αφ' ετέρου, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στους δεύτερους ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 273 τ.μ. με πατάρι εμβαδού 153 τ.μ. και μικρό υπόγειο, που βρίσκεται στην οδό ... και ήδη ... αριθμ. 9 της πόλεως των Ιωαννίνων. Κατά τους όρους της συμβάσεως (α) η διάρκεια της μισθώσεως ήταν από την 1 - 1 -1991 μέχρι 31 - 12 - 1996 (παρ. 1), (β) το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε σε 110.000 δρχ., για το οποίο οι μισθωτές - εναγόμενοι ευθυνόταν εις ολόκληρο, πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 1,8% επί του μισθώματος, το οποίο (γ) θα προσαυξανόταν κατά ποσοστό 15% ετησίως (παρ, 3), (δ) μετά την λήξη της μισθώσεως οι μισθωτές θα κατέβαλαν το ποσό των 10.000 δρχ. ως ποινική ρήτρα για κάθε ημέρα καθυστερήσεως ως προς την απόδοση του μισθίου (παρ. 2), τέλος δε (ε) οι μισθωτές θα είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το μίσθιο είτε ατομικώς είτε υπό εταιρική μορφή, στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση οι τυχόν εταίροι (πλην των εναγομένων - μισθωτών) δεν αναγνωρίζονται ως μισθωτές 
και δεν θα αποκτήσουν κανένα δικαίωμα από την επίδικη σύμβαση (παρ. 5), Η μίσθωση αυτή παρατάθηκε με το από 17-2-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό από την 1-1-1997 μέχρι την 31-12-2002 (παρ. 1). Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της (παρατάσεως της) μισθώσεως στο ποσό των 1.000.000 δρχ. , πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου (1,8% επί του μισθώματος), ενώ για το υπόλοιπο διάστημα συμφωνήθηκε ετήσια αύξηση σε ποσοστό 10% επί του μισθώματος του προηγούμενου μισθωτικού έτους (παρ. 2). Περαιτέρω ορίσθηκε ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως ως προς την απόδοση του μισθίου μετά την λήξη της συμβάσεως οι μισθωτές θα κατέβαλαν ως ποινική ρήτρα το ποσό των 15.000 δρχ. για κάθε ημέρα καθυστερήσεως (παρ. 4), τέλος δε ότι κατά τα λοιπά θα ισχύουν τα αναφερόμενα στο προηγούμενο από 1-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό. Οι εναγόμενοι παρέλαβαν την χρήση του μίσθιου και το λειτούργησαν υπό εταιρική μορφή, ήτοι συνέστησαν την εταιρία με την επωνυμία "Κ. Γ. και Σια Ε.Ε." και λειτούργησαν σε αυτό επιχείρηση εστιατορίου (GOODY' S). Μετά τον θάνατο των αρχικών εκμισθωτών στην μισθωτική σχέση υπεισήλθαν οι ενάγοντες, οι οποίοι τους κληρονόμησαν και αποδέχθηκαν την κληρονομιά τους με τις υπ' αριθμ. .../1999 και .../1999 δηλώσεις του Συμβ/φου Ιωαννίνων ..., που μεταγράφηκαν νομίμως, γενόμενοι έτσι συγκύριοι και συνεκμισθωτές του επιδίκου μισθίου κατά ποσοστό 80% ο 1ος ενάγων και κατά ποσοστό 20% ο 2ος ενάγων. Μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως (31 - 12 - 2002) οι ενάγοντες δεν άσκησαν κατά των εναγομένων αγωγή για την απόδοση του μισθίου, εντός προθεσμίας εννέα (9) μηνών από την λήξη της. Έτσι η διάρκεια της συμβάσεως παρατάθηκε αναγκαστικά για τέσσερα (4) ακόμη χρόνια, ήτοι μέχρι την 31 - 12 - 2006 (αρθρ. 61 στοιχ. δ' ΠΔ 34/1995). Οι εναγόμενοι συνέχισαν να κάνουν χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση των εκμισθωτών, και μετά την ημερομηνία αυτή και έτσι η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου (αρθρ. 611 ΑΚ). Οι ενάγοντες άσκησαν κατά των εναγομένων την κρινομένη αγωγή τους, με την οποία, όπως σαφώς αναφέρεται σε αυτήν καταγγέλουν την επίδικη σύμβαση και ζητούν την απόδοση της χρήσεως του μισθίου. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους την 29-7-2008 στον 1° (βλ. υπ' αριθμ. 1.360Δ/29-7-2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) και 22-7-2008 στον 2° (βλ. υπ' αριθμ. 10.003 Β/22-7-2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ...). Συνεπώς και δεδομένου ότι είχε λήξει η τετραετής αναγκαστική παράταση της μισθώσεως (την 31-12-2006), οι εναγόμενοι δε παρέμειναν στη χρήση του μισθίου επί διάστημα μεγαλύτερο της 16ετίας συνεχώς, η γενόμενη καταγγελία είναι νόμιμη ... και επέφερε τα αποτελέσματά της όχι ένα μήνα μετά την επίδοσή της (άρθρο 609 εδ.δ' ΑΚ) αλλά την 1-9-2008, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των εναγόντων ... . Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι)είχαν ασκήσει την από 15-12-2004 αγωγή, με την οποία ζητούσαν την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου τότε μισθώματος κατά την διάταξη του αρθρ. 288 ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 79/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία την έκαμε εν μέρει δεκτή και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα στο ποσό των 12.450 ευρώ από την επίδοση της αγωγής την 21-1-2005. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 124/2007 απόφαση. Με βάση τα ανωτέρω και όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ' έτος κατά ποσοστό 10% επί του προηγουμένου μισθώματος, το ως άνω δικαστικώς καθορισμένο μηνιαίο μίσθωμα των 12.450 ευρώ ίσχυε μόνο από την 21-1-2005 μέχρι την 21-1-2006. Η δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος δεν έθιξε την ισχύ της συμβατικής ρήτρας περί αναπροσαρμογής κατά ποσοστό 10% επί του μηνιαίου μισθώματος, η οποία ήταν αυτόματη κατά τα επόμενα ορισμένα χρονικά διαστήματα (κατ' έτος). Κατά συνέπεια από την λήξη του έτους από της δικαστικής αναπροσαρμογής, ήτοι από την 1-2-2006 (από τότε ζητούσαν οι ενάγοντες και όχι από την 22-1-2006) οι εναγόμενοι, κατά την συμφωνία των διαδίκων περί ετησίας συμβατικής αναπροσαρμογής, έπρεπε να καταβάλουν προσαύξηση στο μηνιαίο μίσθωμα ποσοστού 10% κατ' έτος επί του μισθώματος του προηγούμενου μισθωτικού έτους. Έτσι και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι, όπως συνομολογούν, για ολόκληρο το επίδικο διάστημα κατέβαλαν ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 12.450 ευρώ, αυτοί οφείλουν στους ενάγοντες ανάλογα με το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας αυτών επί του μισθίου : (1) Τις εξής διαφορές μισθωμάτων (ι) για το διάστημα από την 1-2-2006 μέχρι την 31-1-2007 το ποσό των (12.450 Χ 10%) 1.245 ευρώ το μήνα (ήτοι 996 ευρώ στον 1° και 249 στον 2°) και συνολικά (1.245 Χ 12 μήνες) 14.940 ευρώ, (ιι) για το διάστημα από 1-2-2007 μέχρι 31-1-2008 το ποσό των [ισχύον μίσθωμα = 13.695 + (Χ 10% = 1.369,50) 1.369,5 = 15.064, 50 ευρώ - 12.450 ευρώ που κατέβαλαν =] 2.614,50 ευρώ, ήτοι 2.091,60 στον 1° και 512,9 ευρώ στον 2°, και συνολικά (2.614,50 Χ 12 μήνες =) .31.374 ευρώ και (ιιι) για το διάστημα από την 1-2-2008 μέχρι 31-8-2008 το ποσό των [ισχύον μίσθωμα = 15.064,50 ευρώ + (Χ 10% = 1.506,45) 16.570,95 ευρώ - 12.450 ευρώ που κατέβαλαν = 4.120,95], ήτοι 3.296,76 ευρώ στον 1° και 824,19 ευρώ στον 2° και συνολικά (4.120,95 ευρώ Χ 7 μήνες =) 28.846,65 ευρώ. Σύνολο ως άνω ποσών 75.160,65 ευρώ. Επίσης οι εναγόμενοι (2) για διαφορά χαρτοσήμου, με δεδομένο ότι κατέβαλαν, όπως συνομολογούν, ποσοστό 1,8% επί του ως άνω ποσού των 12.450 ευρώ, ήτοι 224,10 ευρώ, οφείλουν (α) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 μέχρι 31-1-2007 το ποσό των [(13.696 ευρώ Χ 1,8%) 246,51 ευρώ το μήνα -224,10 ευρώ = 22,41 ευρώ Χ 12 μήνες] 268,92 ευρώ, (β) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 μέχρι 31-5-2007 το ποσό των [(15.064,50 Χ 1,8%) 271,16 ευρώ το μήνα - 224,10 ευρώ = 47,06 ευρώ Χ 4 μήνες] 188,24 ευρώ, ενώ από την 1-6-2007 μέχρι 31-1-2008 δεν κατέβαλαν κανένα ποσό και έτσι οφείλουν το ποσό των (271,16 Χ 8 μήνες) 2.169,28 ευρώ και (γ) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2008 μέχρι 31-8-2008, κατά το οποίο οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν κανένα ποσό, το ποσό των (16.570,95 ευρώ Χ 1,8% = 298,28 ευρώ Χ 7 μήνες) 2.087,96 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.714,40 ευρώ". Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι, παρά την λήξη της μισθώσεως με την προαναφερθείσα καταγγελία και την υποχρέωση τους να αποδώσουν την χρήση του μισθίου στους ενάγοντες (αρθρ. 599 ΑΚ), παρακράτησαν το μίσθιο μέχρι την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως για το διάστημα από την 1-9-2008 μέχρι την πρώτη συζήτηση (21-1-2009) οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες ως αποζημίωση χρήσεως το συμφωνημένο μίσθωμα, ήτοι το ποσό των 16.570,95 ευρώ μηνιαίως (αρθρ. 601 ΑΚ) και συνολικά το ποσό των (16.570,95 Χ 4 μήνες και 21 ημέρες) 77.883,47 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να προσδιορίσει το οφειλόμενο τόσο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης όσο και μετά τη λήξη της με την ένδικη καταγγελία, μίσθωμα, βάσει αυτού που καθορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, με την υπ' αριθ. 79/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δηλαδή των 12.450 ευρώ, πλέον και του ποσοστού (10%) της συμφωνηθείσας πριν από την έκδοση της ως άνω απόφασης, σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος, δεν παραβίασε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 361, 574, και 7 του π.δ. 34/1995. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη, με τη δικαστική κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του μισθώματος δεν καταργείται η συμφωνία των συμβαλλομένων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Επομένως, ο δεύτερος του κυρίου δικογράφου και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 (μόνο, όχι δε και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών αυτού του Δικαστηρίου ήτοι των αρεοπαγιτών Βασιλικής Θάνου - Χριστοφίλου και Βασιλείου Λαμπροπούλου, οι αμέσως πιο πάνω (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ.) λόγοι αναίρεσης έπρεπε να γίνουν δεκτοί, καθόσον, η δικαστική απόφαση με την οποία αναπροσαρμόζεται το μίσθωμα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστική και κατά συνέπεια, η έκδοση της συνεπάγεται την πλήρη αλλοίωση της μισθωτικής σχέσης αναφορικά με το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος με συνέπεια να καταλύεται και η υπάρχουσα συμφωνία σταδιακής για το μέλλον αναπροσαρμογής, έτσι ώστε το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή, που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. 34.1995. Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται πλήρως τα περιστατικά πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση συμφωνηθέντων. (Παπαδάκης "Αγωγές Απόδοσης Μισθίων 2476, Φίλιος "Επαγγελματική Μίσθωση παρ.27, Ε2, Κατράς "Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας" παρ.108 , ΣΤ'). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.9 περ.β του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν".

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης γιατί το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε υπερ των αναιρεσιβλήτων αποζημίωση χρήσης για την παραμονή τους στο μίσθιο κατάστημα μετά τη λήξη της μεταξύ αυτών υφισταμένης εμπορικής μίσθωσης μεγαλύτερη της αιτηθείσας από τους τελευταίους, λόγω της μη αφαίρεσης του ποσού των 12450 ευρώ που εκείνοι κατέβαλαν μηνιαίως σε εκείνους καθ' όλη τη διάρκεια της. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. (όχι δε και από τον αριθμό 8, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τόσο της αγωγής όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την τελευταία επιδικάστηκε στους ενάγοντες εκμισθωτές ως αποζημίωση χρήσης ποσό ίσο και όχι μεγαλύτερο του αιτηθέντος (ήτοι 16.570,95 ευρώ μηνιαίως). Η μη αφαίρεση δε από τους ενάγοντες εκμισθωτές του τυχόν καταβληθέντος από τους εναγόμενους μισθωτές για την αιτία αυτή ποσού, δεν επηρεάζει το ύψος του αιτήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή δεν διέταξε αποδείξεις σχετικά με τον ισχυρισμό που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες περί μερικής εξόφλησης του αιτούμενου με την αγωγή για αποζημίωση χρήσης ποσού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, μετά την τροποποίηση της σχετικής διάταξης με το άρθρο 17 παρ. 2. του ν. 2915/2001, η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν θεμελιώνει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος από τους αριθμούς 9 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, ως προς τον οποίο η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ,.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον πρώτο λόγο αναίρεσης. Και

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον μοναδικό του δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ                                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ