Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
Απόφαση 564/2012 

Περίληψη 

Αξίωση κοινωνού προς πληρωμή αποζημίωσης από την αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος -.
Αν το κοινό πράγμα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από ένα κοινωνό, δικαιούνται οι λοιποί - και αν δεν προέβαλαν αξίωση για σύγχρηση - να απαιτήσουν από εκείνον ανάλογη μερίδα από το όφελος που αποκόμισε αυτός από την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 362, 1671/11, 2348/09). Επί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών. Στη σχετική αγωγή, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του ακινήτου και επίσης το όφελος του εναγομένου από την αποκλειστική χρήση, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος κάνει χρήση του κοινού πράγματος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ενστάσεως), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 564/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χατζηχαραλάμπους.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. χας Σ. Σ., το γένος Ν. Α., 2. Ε. Σ. του Σ., κατοίκων ... και 3. Α. Σ. του Σ., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Τσιάτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 10-7-2007 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45.453/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 662/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο λόγο της, κατά το μέρος που παραβίασε την διάταξη του άρθρου 250 αριθ.17 ΑΚ.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2, 961 και 962 του ΑΚ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν πρόβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού. Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.

Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η σ' αυτό μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ενστάσεως), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο κοινός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Π. Σ. του Σ., πατέρας του ενάγοντος της υπό στοιχείο Α' αγωγής και ήδη αναιρεσείοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγουσών (και ήδη αναιρεσιβλήτων) της υπό στοιχείο Β' αγωγής Σ. Σ., ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος του με αριθμό 574 οικοπεδικού κλήρου, που είχε περιέλθει σ' αυτόν δι' επικυρώσεως ανωμάλου δικαιοπραξίας με την 4334/1971 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αριθμό 9380, συνολικού εμβαδού 820,80 τ.μ., κειμένου στα Διαβατά του Δήμου Εχεδώρου Νομού Θεσσαλονίκης, στη διασταύρωση των οδών Λ. Ιασωνίδου αριθμός 5 και Νικολάου Πλαστήρα στο 90 οικοδομικό τετράγωνο. Το ανωτέρω οικόπεδο συνορεύει γύρωθεν με οδό Νικολάου Πλαστήρα, με οδό Λ. Ιασωνίδη, με το υπ' αριθμόν (572) οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, με τα υπ' αριθμόν 569, 568 και 570 οικόπεδα του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου και με το υπ' αριθμόν 573 οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου. Επί του ανωτέρω οικοπέδου και σε τμήμα αυτού εκτάσεως 190 τ.μ. ο ανωτέρω κοινός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων ανήγειρε, δυνάμει της .../4-11-1980 οικοδομικής αδείας της διευθύνσεως πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, στον οποίο υπάρχουν δύο καταστήματα 90 τ.μ. και 20 τ.μ., αντιστοίχως, και ένα διαμέρισμα εμβαδού 80 τ.μ. και πρώτο όροφο, στον οποίο υπάρχουν δύο διαμερίσματα εμβαδού 95 τ.μ. το καθένα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τις εναγόμενες-ενάγουσες της υπό στοιχείο Β' αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητες. Ο Π. Σ. στη συνέχεια, δυνάμει του .../4-11-1980 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστου Δαλέση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αριθμό 470, μεταβίβασε στα δύο τέκνα του Κ. Σ. (αναιρεσείοντα) και Σ. Σ. (άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων) κατ' ισομοιρία, λόγω δωρεάς, ποσοστό 73,63% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου, με δικαίωμα ανεγέρσεως κτισμάτων κατ' επέκταση της αρχικής δικής του οικοδομής, παρακρατήσας υπέρ αυτού το υπόλοιπο ποσοστό των 26,37% εξ αδιαιρέτου του ιδίου οικοπέδου, που αναλογούσε στην επ' αυτού προαναφερόμενη οικοδομή του. Δια του ανωτέρω συμβολαίου ο Π. Σ. συνέστησε, δια πράξεως εν ζωή, κάθετη ιδιοκτησία επί του ανωτέρω οικοπέδου του, βάσει της οποίας διαχωρίσθηκε αυτό σε δύο διακεκριμένα μέρη του όλου οικοπέδου εμβαδού εκάστου διακεκριμένου τμήματος αντιστοίχως 190 τμ και 630,80 τμ. Κατά τον ανωτέρω τρόπο, δια της συστάσεως δηλαδή καθέτου ιδιοκτησίας, δεν επήλθε ανεπίτρεπτη κατάτμηση του ως άνω οικοπεδικού κλήρου, αφού διατηρήθηκε η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα όλων των αρχικών συγκυρίων στο οικόπεδο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι Σ. Σ. και Κ. Σ. μετά την έκδοση της 2749/6-10-1982 οικοδομικής αδείας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης ανήγειραν εντός του ως άνω διακριτού τμήματος, που τους είχε δωρίσει ο πατέρας τους μία νέα τριώροφη οικοδομή, συνεχόμενη της ήδη υπάρχουσας, που κείται στη γωνία των οδών Λ. Ιασωνίδου και Νικολάου Πλαστήρα και αποτελείται από ισόγειο όροφο, που περιλαμβάνει ένα κατάστημα εμβαδού καθαρού 165,29 τ.μ. και από ένα διαμέρισμα στον πρώτο και δεύτερο όροφο, εμβαδού εκάστου διαμερίσματος 165,28 τ.μ., εκ των οποίων το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου είναι ημιτελές. Ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Σ. Σ. του Π. απεβίωσε την 14-9-1988 χωρίς να συντάξει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του, Γ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ν. Ά. (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τις δύο θυγατέρες του Ε. Σ. και Α. Σ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου την κάθε μία από αυτές (δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων), στις οποίες και περιήλθε η κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία (κληρονομιά) περιλαμβάνεται εκτός άλλων και το ιδανικό του μερίδιο του 1/ 2 εξ αδιαιρέτου επί του προαναφερομένου ποσοστού οικοπέδου των 73,63% με το αντίστοιχο μερίδιό του επί της ανωτέρω οικοδομής. Οι παραπάνω κληρονόμοι του με την .../27-11-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αριθμό 259, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του δικαιοπαρόχου, συζύγου και πατέρα αυτών, αντιστοίχως. Έτσι, κατέστησαν αυτές, με παράγωγη κτήση την κληρονομική διαδοχή, συγκυρίες της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 12,5% η σύζυγος και 18,75% εκάστη από τις δύο θυγατέρες του. Οι προαναφερόμενοι αδελφοί, όμως, από της ενάρξεως της κατασκευής της πιο πάνω οικοδομής το έτος 1982, η οποία σημειωτέον καθ' ομολογία όλων των διαδίκων δεν έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, ήτοι δεν συνεστήθη επ' αυτής οριζόντιος ιδιοκτησία, με ομόφωνη προφορική απόφασή τους διένειμαν ατύπως μεταξύ τους την ανωτέρω οικοδομή. Και συγκεκριμένα βάσει της ως άνω άτυπης συμφωνίας τους, συμφώνησαν όπως ο μεν αναιρεσείων λάβει στην αποκλειστική νομή του το κατάστημα του ισογείου ορόφου και ο αδελφός του να του παραδώσει την νομή του ιδανικού του μεριδίου σ' αυτό, ο δε τελευταίος να λάβει στην αποκλειστική νομή του τα διαμερίσματα του πρώτου και δεύτερου ορόφου, εκ των οποίων το τελευταίο είναι ημιτελές και ο αναιρεσείων να του παραδώσει τη νομή του δικού του ιδανικού μεριδίου σ' αυτά, και ότι καθένας από αυτούς θα έκανε αποκλειστική χρήση των παραπάνω χώρων, ενώ κατά την ίδια συμφωνία τους θα παρέμεναν στην κοινή χρήση αμφοτέρων η κεντρική είσοδος της οικοδομής, το κλιμακοστάσιο ανόδου στους ορόφους της οικοδομής και οι εσωτερικοί διάδρομοι αυτής. Επίσης, κατά την ως άνω άτυπη συμφωνία τους αυτοί θα είχαν την κοινή χρήση του υπολοίπου οικοπέδου και δικαίωμα συγκυριότητας κατ' ισομοιρία στην καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής. Η ως άνω συμφωνία τηρήθηκε όχι μόνον ζώντος του Σ. Σ., οπότε και παραδόθηκε μεταξύ των αδελφών η νομή επί των αντιστοίχων τμημάτων της οικοδομής κατά τα αντίστοιχα μερίδιά τους, αλλά και μετά τον θάνατο αυτού, με τις ήδη αναιρεσίβλητες κληρονόμους του. Μάλιστα, προς επίρρωση της συμφωνίας αυτής στις 20-7-1999, οι αναιρεσίβλητες υπέγραψαν το 7043/20-6-1999 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....αναιρεσείοντα συγκύριο το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού τους μεριδίου στο κατάστημα του ισογείου ορόφου, μαζί με το ανάλογο ποσοστό στο οικόπεδο, που θα καθόριζαν από κοινού στο οριστικό συμβόλαιο ή στο συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, και ο τελευταίος με το .../20-6-1999 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου υποσχέθηκε να μεταβιβάσει για την ίδια αιτία, στην σύζυγο και τα τέκνα του αδελφού του το αντίστοιχο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των διαμερισμάτων του πρώτου και δευτέρου ορόφου, με το ανάλογο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, που οι συμβαλλόμενοι θα καθόριζαν είτε με το οριστικό συμβόλαιο είτε με το συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας για κάθε διαμέρισμα. Και, ειδικότερα, με το τελευταίο αυτό προσύμφωνο συμφώνησαν όπως αυτός μεταβιβάσει το παραπάνω ιδανικό του μερίδιο στα ως άνω διαμερίσματα είτε κατ' επικαρπία εφ' όρου ζωής στη σύζυγο του αδελφού του πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά ψιλή κυριότητα στις θυγατέρες αυτού (δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων), είτε κατά πλήρη κυριότητα στις τελευταίες και δη του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου στην ανεψιά του Α. Σ., του δε διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην ανεψιά του Ε. Σ.. Έτσι, στα πλαίσια της πιο πάνω άτυπης συμφωνίας, έκαστος των αρχικών συγκυρίων ήδη από το έτος 1982 έλαβε στη νομή του το ιδανικό μερίδιο του άλλου που του το παρέδωσε, και ο μεν αναιρεσείων έλαβε στη νομή και κατοχή του το κατάστημα του ισογείου ορόφου, το οποίο αρχικώς το χρησιμοποιούσε ο ίδιος για τις ανάγκες της εργασίας του, ως μηχανικός αυτοκινήτων, και αργότερα μετά την συνταξιοδότησή του από το έτος 1999 το εκμισθώνει σε τρίτο ως επιχείρηση Σούπερ Μάρκετ, ο δε Σ. Σ., δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου το οποίο χρησιμοποιούσε για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, καθώς και το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, που σταδιακά ολοκλήρωνε την κατασκευή του και μετά τον θάνατό του υπεισήλθαν στην νομή αυτών κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου οι κληρονόμοι του (ήδη αναιρεσίβλητες). Περί των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων και δη ότι μεταξύ των αρχικών συγκυρίων υπήρχε προφορική ομόφωνη απόφαση από το έτος 1982, βάσει της οποίας αυτοί είχαν από κοινού δικαίωμα νομής και χρήσης επί της εξωτερικής θύρας, των εσωτερικών διαδρόμων και του κλιμακοστασίου ανόδου της οικοδομής και ξεχωριστή νομή και χρήση του καταστήματος του ισογείου ορόφου ο πρώτος και των διαμερισμάτων του πρώτου και δευτέρου ορόφου ο δεύτερος και μετά τον θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν στη νομή αυτή οι ως άνω κληρονόμοι του, κατέθεσε με σαφήνεια και κατά κατηγορηματικό τρόπο η κατά πρόταση του αναιρεσείοντος εξετασθείσα μάρτυρας Ζ. Σ., σύζυγος αυτού, γεννηθείσα το 1958, μόνιμος κάτοικος Διαβατών, από προσωπική αντίληψη, η οποία ήταν παρούσα το έτος 1982 κατά την συμφωνία των παραπάνω αδελφών. Η κατάθεση αυτής ενισχύεται και από τα προαναφερόμενα προσύμφωνα συμβόλαια δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, στα οποία αποτυπώνεται με σαφήνεια η βούληση των συμβαλλομένων για το ποιους χώρους της επίδικης οικοδομής θα είχε έκαστος στην αποκλειστική του νομή και χρήση, χωρίς να γίνεται ειδική μνεία και για τους υπόλοιπους ιδίως στο .../1999 προσύμφωνο δωρεάς της παραπάνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο Κ. Σ. υπόσχεται να μεταβιβάσει για την ανωτέρω αιτία στις αντίδικες το ιδανικό του μερίδιο (1/2) μόνον επί των διαμερισμάτων αυτών και όχι και για τους λοιπούς χώρους. Αλλά επιπλέον η ανωτέρω κατάθεση ενισχύεται και εκ του ότι κατά τον χρόνο κατασκευής (1982) που έλαβε χώρα η ως άνω συμφωνία, οι μετρητές της ΔΕΗ και της ΕΥΑΘ κατασκευάστηκαν εντός της εισόδου της παραπάνω οικοδομής, ενώ, αν πράγματι υπήρχε αντίθετη συμφωνία αυτοί θα είχαν τοποθετηθεί εντός του καταστήματος του ισογείου ορόφου και πάντως εκτός οικοδομής, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τα δύο αδέλφια διένειμαν άτυπα την καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής, διατηρώντας την κατ' ισομοιρία συγκυριότητά τους επ' αυτής, οπότε, σε περίπτωση που η είσοδος και το κλιμακοστάσιο ανόδου είχε παραχωρηθεί στην αποκλειστική νομή και χρήση του Σ. Σ. και στη συνέχεια στους κληρονόμους αυτού, ο αδελφός του Κ. Σ. θα είχε αποκοπεί τελείως από την καθ' ύψος επέκταση σε περίπτωση ανεγέρσεως νέου ορόφου. Ακόμη κατά τον χρόνο κατασκευής της ως άνω οικοδομής προβλέφθηκε είσοδος από την πλευρά του καταστήματος προς το εσωτερικό αυτής και δη προς τους ως άνω μετρητές, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσίβλητες, και φράχτηκε τότε μόνον όταν πλέον το μαγαζί δεν χρησιμοποιείτο από τον ίδιο τον αντίδικό τους, αλλά εκμισθώθηκε σε τρίτο ως Σούπερ Μάρκετ, για το φόβο της εισόδου αγνώστων ατόμων από εκεί στο ως άνω κατάστημα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι αρχικώς οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές μέχρι αρχές Ιανουαρίου του 2003, έκτοτε όμως δημιουργήθηκαν διάφορες προστριβές μεταξύ τους και ήδη από τον ως άνω μήνα ο εναγόμενος άρχισε να κάνει αποκλειστική χρήση ενός τμήματος του αυλείου χώρου του παραπάνω κοινού οικοπέδου, εμβαδού περίπου 300 τμ, όπως αυτό εμφαίνεται υπό στοιχεία Ε-Δ-Γβ-Γδ-Γε-Εα-Ε στο τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Σ. Γ., που επισυνάπτεται στην οικοδομική άδεια του 1982, το οποίο νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητες, εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτο ως κήπο για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι το ως άνω τμήμα του κοινού οικοπέδου αρχικώς το χρησιμοποιούσε για την ανωτέρω αιτία ο κοινός δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Π. Σ., ήδη όμως μετά τον θάνατο του τελευταίου και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι τη συζήτηση της παρούσας αγωγής (21-7-2007) τον ανωτέρω χώρο τον εκμισθώνει ο αναιρεσείων στο μισθωτή διαμερίσματός του της άλλης κάθετης ιδιοκτησίας του αυτού οικοπέδου για την ίδια αιτία, χωρίς όμως να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες την ωφέλεια που αποκομίζει από την χρήση αυτού, κατά το μέρος που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους. Η ωφέλεια που αναλογεί στο μερίδιο αυτών, εφόσον το επίδικο είναι κήπος, είναι ίση με την κατά τον χρόνο χρήσεώς του ετήσια μισθωτική αξία του μεριδίου τους, την οποία και δικαιούνται ως αποζημίωση χρήσεως. Ακόμη αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων από τον Ιανουάριο του έτους 1999 που εκμισθώνει το κατάστημα του ισογείου ορόφου σε τρίτο, και συγκεκριμένα στον Β. Π., στο οποίο ο τελευταίος διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση Σούπερ Μάρκετ, αυτός (μισθωτής) του ως άνω καταστήματος κατασκεύασε αυθαίρετα λαμαρινοσκεπή αποθήκη εμβαδού περίπου 50 τμ, που βρίσκεται στον παραπάνω κοινό αύλειο χώρο του προαναφερομένου οικοπέδου, κάνοντας έτσι ο αναιρεσείων αποκλειστική χρήση και ετέρου τμήματος αυτού, χωρίς να καταβάλει και γι' αυτόν στις αναιρεσίβλητες την ωφέλεια που αποκομίζει από την χρήση του τμήματος αυτού, κατά το μέρος που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους. Η ωφέλεια δε που αναλογεί στο μερίδιο τους, εφόσον το επίδικο είναι αποθήκη, είναι ίση με την κατά τον χρόνο χρήσεως της μηνιαία μισθωτική αξία του μεριδίου τους, την οποία δικαιούνται αυτές ως αποζημίωση. Περί του ότι ο αναιρεσείων κάνει αποκλειστική χρήση των προαναφερομένων τμημάτων του ανωτέρου κοινού οικοπέδου χωρίς την άδεια των αναιρεσιβλήτων κατέθεσε με σαφήνεια και κατά κατηγορηματικό τρόπο ο μάρτυρας Κ. Γ., σύζυγος της τρίτης αναιρεσίβλητης, που εξετάσθηκε κατά πρόταση αυτών ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η κατάθεση του οποίου δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος και συζύγου αυτού Ζ. Σ., η οποία, αν και προσπάθησε να συμπορευθεί με τους ισχυρισμούς του συζύγου της, τελικώς παραδέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων είναι αυτός που κάνει αποκλειστική χρήση των παραπάνω τμημάτων του κοινού αυλείου χώρου, χωρίς όμως να λαμβάνει αντάλλαγμα από τους μισθωτές του για την χρήση των χώρων αυτών, τους οποίους παραχώρησε στους τελευταίους δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, ισχυρισμός όμως, που όχι μόνον δεν επιβεβαιώθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, αλλά ούτε και ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το παραπάνω ακίνητο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως Διαβατών στο Δήμο Εχεδώρου του νομού Θεσσαλονίκης, κοντά στην πόλη αυτής, και πρόκειται για αστικό ακίνητο, του οποίου η κατά προορισμό χρήση δεν είναι η καλλιέργεια οπορωκηπευτικών γι' αυτό και δεν βρίσκονται πλησίον αυτού άλλα ακίνητα που χρησιμοποιούνται για την αιτία αυτή, ήτοι για καλλιέργεια λαχανικών, αλλά κυρίως καταστήματα, τα οποία ζητούνται ως επαγγελματική στέγη αλλά και κατοικίες. Ενόψει των ανωτέρω, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, και με τα από 20-1-1999 και 1-3-2003 μισθωτήρια συμβόλαια, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητες και από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, λόγω της θέσεως του οικοπέδου αυτού, της θέσεως της παραπάνω οικοδομής και του αύλειου χώρου αυτής, του εμβαδού των προαναφερομένων τμημάτων, του είδους της κατασκευής της παραπάνω αποθήκης (από λαμαρίνες), του ύψους των μισθωμάτων των επαγγελματικών χώρων στην περιοχή (όσον αφορά την αποθήκη), η μισθωτική αξία των επιδίκων τμημάτων ανέρχεται: Α) Για το τμήμα, εμβαδού 300 τμ του αυλείου χώρου, που χρησιμοποιείται ως κήπος: 1) από 1-1-2003 έως 31-12-2003 σε 250 ευρώ για το πρώτο καλλιεργητικό έτος, 2) από 1-1-2004 έως 31-12-2004 σε 300 ευρώ, 3) από 1-1-2005 έως 31-12-2005 σε 350 ευρώ, 4) από 1-1-2005 έως 31-12- 2005 σε 400 ευρώ και 5) από 1-1-2007 έως και 21-9-2007 (ήτοι 8 μήνες και 21 ημέρες) σε 326 ευρώ. Β) Για την αποθήκη από λαμαρίνες εμβαδού 50 τμ, που χρησιμοποιείται ως χώρος φυλάξεως των μηχανών των ψυγείων του καταστήματος Σούπερ Μάρκετ και καταλαμβάνει αντίστοιχο χώρο του κοινού οικοπέδου: 1) από 1-1-1999 έως 31-12-2001, ήτοι για τα 3 πρώτα χρόνια, σε 40 ευρώ κατά μήνα, 2) από 1-1-2002 έως 31-12-2004, ήτοι για τα 3 επόμενα χρόνια, σε 50 ευρώ κατά μήνα, 3) από 1-1-2005 έως 21-9-2007, ήτοι για 2 χρόνια 8 μήνες και 21 ημέρες σε 60 ευρώ κατά μήνα και συνολικά το ποσό των 5202 Ευρώ. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων από τον Ιανουάριο του 2003, καθώς και από τον Ιανουάριο του 1999 άρχισε να κάνει, αντίστοιχα, αποκλειστική χρήση ενός τμήματος του αύλειου χώρου του αναφερόμενου κοινού οικοπέδου και μιας λαμαρινοσκευής αποθήκης, που βρίσκεται στον παραπάνω κοινό αύλειο χώρο του κοινού οικοπέδου, αστικά ακίνητα τα οποία μάλιστα εκμισθώνει, αντίστοιχα, στον μισθωτή του διαμερίσματός του και σε επιχείρηση Σούπερ Μάρκετ, χωρίς να καταβάλλει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες την ωφέλεια που αυτός αποκομίζει από την αποκλειστική χρήση των κοινών αυτών ακινήτων, κατά το μέρος που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους και ότι η ωφέλεια αυτή που αναλογεί στο μερίδιό τους για τα επίδικα χρονικά διαστήματα και είναι ίση με την κατά τον χρόνο χρήσεώς της μισθωτική αξία του μεριδίου τους, την οποία δικαιούνται αυτές ως αποζημίωση, ανέρχεται συνολικά για την πρώτη από αυτές σε 650,25 ευρώ και για κάθε μία από τις λοιπές δύο σε 975,27 ευρώ. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την ασκηθείσα από τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες έφεση ως προς το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αφορά την σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή αποδόσεως ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση των αναφερομένων τμημάτων του κοινού ακινήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της και δέχτηκε ως προς αυτό εν μέρει την αγωγή. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 786, 787, 792 και 962 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αυθαίρετης χρήσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος των ενδίκων τμημάτων του κοινού ακινήτου, που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά μόνον ο τελευταίος, και της οφειλόμενης αποδοτέας, ως αποζημίωσης, ωφέλειας στις αναιρεσίβλητες κοινωνούς, που ισούται με την ωφέλεια που αποκόμισε ο ίδιος από την αυθαίρετη αυτή χρήση, κατά την προαναφερθείσα έννοια. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 277 ΑΚ, το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι, λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά" περιλαμβάνονται σ' αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί, και τα ωφελήματα, τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει, και συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από τα άρθρα 786, 787 και 962 ΑΚ. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 251 και 253 ΑΚ, η παραγραφή των ανωτέρω αξιώσεων άρχεται με την λήξη του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε εκάστη περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 250 αριθ. 17, 251 και 253 ΑΚ, δέχτηκε εν μέρει την σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή αποδόσεως ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση της αναφερόμενης αποθήκης εμβαδού 50 τ.μ., που καταλαμβάνει τον αντίστοιχο χώρο του αναφερόμενου κοινού οικοπέδου, και αναγνώρισε ως αποζημίωση την οφειλόμενη αποδοτέα ωφέλεια στις αναιρεσίβλητες κοινωνούς, που ισούται με την μισθωτική αξία του επίδικου αυτού κοινού ακινήτου, και για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002, το οποίο είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, αφού η αγωγή είχε ασκηθεί τον Ιούλιο του 2007. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε ότι επανέφερε αυτόν ενώπιον του Εφετείου, με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις του, επί της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικών εγγράφων, ελεγχομένων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτός δεν προέβαλε ισχυρισμό (ένσταση), περί της παραγραφής για το ως άνω χρονικό διάστημα της περιεχομένης στην αναγνωριστική αγωγή αποδόσεως ωφέλειας αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, τον οποίο ισχυρισμό, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ότι " α) όσον αφορά το επίδικο τμήμα των 300 τ.μ. του αύλειου χώρου μέχρι και το 2003 έτος αυτό χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και χωρίς κανένα αντάλλαγμα ως λαχανόκηπος από τον αρχικό δικαιοπάροχό τους και μετά το θάνατό του την αποκλειστική χρήση του χώρου αυτού συνέχισε από τον Ιανουάριο του 2003 ο μισθωτής του διαμερίσματος που κατοικούσε ο πατέρας του, χωρίς, όμως, την καταβολή κανενός ανταλλάγματος προς αυτόν (αναιρεσείοντα) και β) ότι δεν στοιχειοθετείται η αποκλειστική χρήση του εν λόγω τμήματος του αύλειου χώρου αποκλειστικά από αυτόν". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων προς απόδοση της ωφέλειας.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά. Έτσι, λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της 662/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ