Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Απόφαση 440/2012

Περίληψη

Ενεχύραση τίτλου σε διαταγή (επιταγής) με οπισθογράφηση


Κείμενο Απόφασης Αριθμός 440/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Κ. του Χ. και 2. Χ. Κ. του Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Ψαλτήρα.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26334/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1496/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο 
δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο καταχωριζόμενη στα πρακτικά, εάν δεν εκπροσωπούνται στην συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς ή μη προσηκόντως παραστάς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το πέρας της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτήν δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου κατά την παρούσα δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιωάννη Κοϊμτζόγλου, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι εχορήγησε σχετική πληρεξουσιότητα σε αυτόν. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 6199/1-6-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποίαν επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι νομίμως αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 15-10-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθ. 1496/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, περιέχον πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου ως και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-9-2011, ότε ανεβλήθη για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήτο και η αναιρεσίβλητη παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, με το άρθρο 38 Ν.Δ. 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" είχε θεσπισθεί η ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρείες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεών τους. Ο Αστικός Κώδικας εγενίκευσε την ως άνω διάταξη και συμπλήρωσε το κενό, το οποίο υπήρχε πριν, αίροντας τον περιορισμό της σε ορισμένες κατηγορίες δανειστών και απαιτήσεων. Ειδικότερα, το άρθρο 1251 Α.Κ. ορίζει: "Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία". Την διάταξη αυτήν επέβαλε η ανάγκη των συναλλαγών, ώστε να δημιουργηθεί απλούστερος τρόπος ενεχυράσεως απαιτήσεως, όταν η απαίτηση ενσωματώνεται σε τίτλο "εις διαταγήν", δηλαδή απλούστερος από τους προβλεπόμενους από τα άρθρα 1247, 1248 Α.Κ., τα οποία ρυθμίζουν την σύσταση ενεχύρου σε δικαίωμα και σε απαίτηση και τα οποία ορίζουν, πλην των άλλων, ότι η 
σύμβαση για την σύσταση του ενεχύρου απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία, επί πλέον δε, επί συστάσεως ενεχύρου σε απαίτηση, απαιτείται ο ενεχυραστής να γνωστοποιήσει την ενεχύραση στον οφειλέτη. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διάταξη του άρθρου 1251 Α.Κ. δεν αποκλείει την ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή σύμφωνα με τον κοινό τύπο της ενεχυράσεως απαιτήσεως, των άρθρων 1247, 1248 Α.Κ. Περαιτέρω, το άρθρο 1255 περ. α' Α.Κ. ορίζει: "Αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1251 και 1255 περ. α' Α.Κ. προκύπτει, ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επιταγή (για την ενεχύραση της οποίας δεν προβλέπει ο,τιδήποτε ο Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής") ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση, η οποία ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαιτήσεως από αυτόν, καίτοι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστού οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", σχετικά με την ενεχύραση μεταχρονολογημένης επιταγής, επειδή δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή η ενεχύραση της επιταγής γίνεται και με οπισθογράφηση και όχι μόνον, ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, κατά τα οριζόμενα με τη διάταξη του άρθρου 1247 Α.Κ., δηλαδή με σύμβαση η οποία γίνεται είτε με συμβολαιογραφικό είτε με ιδιωτικό έγγραφο με βέβαιη χρονολογία, είναι απορριπτέος (ο λόγος) ως αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (Ολ Α.Π.1/1999). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ιδίου Κώδικος: "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπον σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή 
με το δικόγραφο της εφέσεως, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (Α.Π. 2096/2009, Α.Π. 72/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης (οι ανακόπτοντες και εκκαλούντες) προβάλλουν επίσης για πρώτη φορά ως λόγο ανακοπής κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής, τον ισχυρισμό ότι η οπισθογράφηση της ως άνω επιταγής λόγω ενεχύρου δεν είναι νόμιμη και ότι πρέπει ν' ακυρωθεί και για το λόγο αυτό και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός που περιλαμβάνεται για πρώτη φορά στο κρινόμενο ως άνω δικόγραφο, αποτελεί λόγο ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και όχι λόγο έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης.

Επομένως, απαραδέκτως προτείνεται, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη και πρέπει ν' απορριφθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή δικονομικές διατάξεις περί της ασκήσεως ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και δεν τις παραβίασε ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα και ο οποίος, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ άλλου, οι αναιρεσείοντες, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκηθείσης ανακοπής των, όπως προκύπτει από το δικόγραφο, ισχυρίσθηκαν, ότι η επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, "δεν ενσωματώνει καμία απολύτως οφειλή", ότι η αναιρεσίβλητη εγνώριζε ότι η κομίστρια της επιταγής είχε αδυναμία ρευστότητος, ότι επρόκειτο περί επιταγής ευκολίας και ότι η Τράπεζα ενήργησε προς βλάβην των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω όμως στην ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν γίνεται καθόλου λόγος περί συμπαιγνίας της αναιρεσίβλητης Τραπέζης με την Γενική Τράπεζα, τέτοιος δε ισχυρισμός προτάθηκε για πρώτη φορά από τους αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της εφέσεώς των, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "Πέραν των όσων ήδη λεπτομερώς αναφερθέντων για κάθε λόγο ανακοπής μας χωριστά, ιδιαίτερα ηθέλαμε να επισημάνουμε σχετικά με την κακοπιστία της αντιδίκου ("ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ...") και την συμπαιγνία της με την πληρώτρια Γενική Τράπεζα η οποία εξέδωσε το μπλοκ των επιταγών, από το οποίο προέρχεται και η επίδικη επιταγή τα κάτωθι: ...". Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις και σκέψεις, εφόσον δεν περιέχεται στα δικόγραφα της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επομένως, το Εφετείο, το οποίον απεφάνθη ομοίως, ορθά εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και απέρριψε τον ισχυρισμό ως απαραδέκτως προταθέντα και κατ' ακολουθίαν ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, 
ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο εδίκασε την έφεση, των ανακοπτόντων την διαταγήν πληρωμής και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα: "Η κατά τα ανωτέρω συσταθείσα κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ. Κ.- Ν. Κ. ΑΤΕΕ-Χ. Κ." εκτέλεσε το αναληφθέν έργο βάσει των συμφωνηθέντων, περαίωσε αυτό εμπρόθεσμα την 16-5-1997 και το παρέδωσε στον εργοδότη προσωρινά μεν την 16-12-1998, οριστικά δε την 14-9-2000 (βλ. το από 16-5-1997 και από 16-12-2000 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής, αντίστοιχα). Η κοινοπραξία διατηρήθηκε τύποις ενεργός μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2004, οπότε και λύθηκε με την υπογραφή του από 15-10-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού διάλυσης, που κατατέθηκε στην αρμόδια οικονομική εφορία... Εξάλλου, η ως άνω κοινοπραξία, προκειμένου να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι του εργοδότη για εκτέλεση και συντήρηση του αναληφθέντος έργου που είχε αναλάβει, συνεργάστηκε για την προμήθεια των απαιτούμενων υλικών και την εκτέλεση των εργασιών με την λήπτρια της επίδικης επιταγής, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε.". Παρόλα αυτά όμως, η κοινοπραξία, τουλάχιστον από το έτος 1998, είχε ήδη εξοφλήσει όλους τους πιστωτές -προμηθευτές της, εγκρίθηκε δε και από το τμήμα κατασκευών Δ. Υ. της. ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Βορείου Ελλάδος η επιστροφή των εγγυητικών επιστολών που είχαν κατατεθεί ... Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η ενσωματωμένη στην επίδικη επιταγή απαίτηση, εκδοθείσα έξι περίπου έτη μετά την ολοκλήρωση του έργου που αναλήφθηκε και την πραγματική παύση εργασιών της κοινοπραξίας δεν αντικατοπτρίζει πραγματική οφειλή της εκδότριας προς την ανώνυμη εταιρία "ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε".Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο επίμαχος τίτλος, όπως και σωρεία άλλων επιταγών, εκδόθηκαν από τον Ν. Κ., Πρόεδρο, Διευθύνοντα Σύμβουλο και βασικό μέτοχο της λήπτριας εταιρίας, προς διευκόλυνση μόνο της τελευταίας, προκειμένου αυτή να τις μεταβιβάσει εν συνεχεία με οπισθογράφηση προς την καθ' ης η ανακοπή, ώστε να πετύχει τη συνέχιση της χρηματοδότησης της απ' αυτήν. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η λήπτρια εταιρία. οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου και παρέδωσε στην καθ' ης- η ανακοπή την επίδικη επιταγή, η δε τελευταία, αφού εμφάνισε αυτή για πληρωμή και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη, επεδίωξε, όπως είχε δικαίωμα, την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και .κατά των ανακοπτόντων, μελών της εκδότριας κοινοπραξίας. Περαιτέρω όμως, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, κατά το. χρόνο κτήσης της ως άνω επιταγής, δεν γνώριζε ότι αυτή δεν αντιπροσώπευε πραγματική οφειλή της εκδότριας κοινοπραξίας έναντι της λήπτριας εταιρίας, ούτε βέβαια ήταν σε θέση να γνωρίζει το ως άνω περιστατικό, ενόψει και του ότι λόγω συνάφειας των δραστηριοτήτων της εκδότριας κοινοπραξίας και της λήπτριας εταιρίας, (παραγωγή και πώληση σκυροδέματος), η έκδοση της επίμαχης επιταγής θα μπορούσε ευλόγως να δικαιολογείται από τις εμπορικές μεταξύ τους συναλλαγές, δεδομένου και του γεγονότος ότι η κοινοπραξία δεν είχε ακόμα λυθεί [ημερομηνία λύσης 15.10.2004], Περαιτέρω, κατά την σαφή κατάθεση του μάρτυρα, Π. Θ. υπαλλήλου της τράπεζας, ο Ν. Κ., όταν προσκόμισε την επίδικη επιταγή, ρωτήθηκε από την τράπεζα, αν αυτή αφορά σε πραγματική συναλλαγή, και αυτός απάντησε θετικά. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι η καθ' ης η ανακοπή γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δεν ενσωμάτωνε, πραγματική απαίτηση, στηριζόμενος στο γεγονός ότι άσκησε κύρια παρέμβαση κατά την εκδίκαση της αίτησης της εταιρίας "Ν. Κ. ΑΤΕΕ" για υπαγωγή της τελευταίας στο άρθρο 44 ν. 1892/1990, δεν ανταποκρίνεται, στην αλήθεια, γιατί με την κύρια αυτή παρέμβαση η τράπεζα προσέβαλε την συμφωνία πιστωτών, εκθέτοντας ότι υπάρχει σύγχυση οφειλέτη-δανειστή λόγω της συμμετοχής της αιτούσας εταιρίας στις εμφανιζόμενες ως δανείστριες κοινοπραξίες. Εξάλλου, η εικονικότητα συναλλαγών με τις δανείστριες κοινοπραξίες στην ως άνω δίκη, προέκυψε μετά από έλεγχο ορκωτών λογιστών του ισολογισμού της 31-12-2003 της εταιρίας, που δημοσιεύτηκε μόλις την 30-6-2004, οπότε, κατά τον χρόνο κτήσης της επίδικης επιταγής (την 13-1-2004), δεν προκύπτει εξ αυτού του λόγου γνώση της καθ' ης η ανακοπή περί ανυπαρξίας συναλλαγής.

Συνεπώς εφόσον η καθ' ης δεν γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής την ανυπαρξία συναλλαγής για την έκδοση αυτής, δεν ενήργησε βεβαίως ούτε προς βλάβη της εκδότριας κοινοπραξίας και κατ' επέκταση των ανακοπτόντων...". Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, όταν έλαβε την επίδικη επιταγή, ήτο κακής πίστεως και εγνώριζε, ότι η επιταγή δεν ενσωμάτωνε πραγματική οφειλή της εκδότριας κοινοπραξίας έναντι της λήπτριας εταιρίας "Σκυρόδεμα Χαλκιδικής Α.Ε.", ενήργησε δε η αναιρεσίβλητη σκοπίμως προς βλάβην της εκδότριας κοινοπραξίας και των αναιρεσειόντων και εν τέλει απέρριψε αυτούς το Εφετείο ως αβάσιμους. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1496/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ