Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
ΑΠΟΦΑΣΗ 360/2012 

Περίληψη 

Αδικαιολόγητος πλουτισμός επί αφανούς εταιρίας
-. Τέτοιο πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού. Ο αφανής εταίρος στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει την μεταβίβαση του αναλογούντος στη μερίδα του ποσοστού επί του κτηθέντος ακινήτου (ΚΠολΔ 949) ή επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την συνεισφορά του, η οποία δαπανήθηκε για την αγορά του ακινήτου (βλ. και ΑΠ 736/89, 598/86, 991/83, 502/82).

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 360/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1.Λ. Ρ. Ά. (L. R. A.), 2. Α. Μ. - Ά. (A. B. - A.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο- Ευάγγελο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1.Μ. Β. του Δ. και 2.Σ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζαραφέτα.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Β. του Δ. και 2.Σ. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζαραφέτα.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Λ. Ρ. Ά. (L. R. A.), 2.Α. Μ. - Ά. (A. B. - A.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: με την με στοιχεία Α' υπόθεση, με την από 25 Ιουλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και την από 21 Οκτωβρίου 2000 όμοια των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και με την με στοιχεία Β' υπόθεση, με την από 21 Οκτωβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ως και την από 25 Ιουλίου 2000 των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο αυτό ως άνω Δικαστήριο και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2001, 35/2003, 59/2004, μη οριστικές και 12/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1212/2007 μη οριστική, 693/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με στοιχεία Α' από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους και με στοιχεία Β' με την από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή τους ως και τους από 29 Νοεμβρίου 2011 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε Α) την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί και Β) την από 20 Δεκεμβρίου 2011 όμοια, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (09-01-2012), συζητήθηκαν η από 20-10-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) L. R. A., 2) A. B. A. και η από 07-12-2010 αίτηση αναιρέσεως και από 29-11-2011 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των 1) Μ. Β. του Δ., 2) Κ. Σ. του Μ. στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 693/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. β' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που δεν επακολούθησε, ώστε να μη δικαιολογείται ο πλουτισμός του λήπτη και η παροχή προς αυτόν του δότη να μη συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε. Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Τέτοιο δε πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τα άρθρα 47-50 του ΕμπΝ, η αφανής εταιρία, η οποία δεν έχει δική της προσωπικότητα και δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων, και αποσκοπεί πάντοτε στη διενέργεια εμπορικών πράξεων και επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, περί εταιρίας, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της (ΑΠ 1629/2001, ΑΠ 823/2001), συνιστάται ατύπως, έστω και αν έχει σκοπό την επιχείρηση δικαιοπραξιών που υποβάλλονται σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 736/1989), όπως είναι η αγορά και η κτήση της κυριότητας ακινήτου, για την οποία, κατά τα άρθρα 369 και 1033 του ΑΚ, απαιτείται συμφωνία, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή. Από τις ίδιες δε διατάξεις του ΕμπΝ και από το άρθρο 758 παρ. 2 του ΑΚ, που δεν είναι αντίθετο σ' αυτές, συνάγεται, ακόμη, ότι κάθε τι που αποκτά ο εμφανής εταίρος στο όνομά του, ανήκει σε όλους τους εταίρους, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός, ότι με τον τρόπο αυτό δημιουργείται από το νόμο δικαίωμα κοινωνίας μεταξύ τους, κατ' ιδανικά μέρη, και ότι, συνεπώς, ο εμφανής εταίρος είναι υποχρεωμένος, το πράγμα που απέκτησε κατά κυριότητα στο όνομά του, με την ιδιότητα αυτή, να το μεταβιβάσει, κατά κυριότητα, με άλλη δικαιοπραξία, και στους άλλους αφανείς εταίρους και να το καταστήσει κοινό και σ' αυτούς, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας τους (ΑΠ 736/1989, ΑΠ 598/1986, ΑΠ 991/1983 ΑΠ 502/1982). Και ναι μεν η υποχρέωση αυτή του εμφανούς εταίρου εκβιάζεται με την αγωγή του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, μπορεί όμως ο αφανής εταίρος, στην περίπτωση που ο εμφανής (διαχειριστής εταίρος) αρνείται να προβεί στην άνω μεταβίβαση προς αυτόν, η οποία μπορεί να συνίσταται, κατά τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (άρθρο 361 ΑΚ), και σε μία από τις περισσότερες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναλογεί στην εταιρική του μερίδα και όλες αποκτήθηκαν στο όνομα του εμφανούς διαχειριστού εταίρου, να ζητήσει επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την συνεισφορά του, η οποία δαπανήθηκε για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση σ' αυτό των οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού κατά το ποσόν αυτό καθίσταται πλουσιότερος για αιτία που δεν επακολούθησε, η δε παροχή προς αυτόν του αφανούς εταίρου δεν συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του, καθόσον ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε δεν πραγματοποιήθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσείων) Ελβετός υπήκοος, γνώρισε τον δεύτερο των εναγομένων (δεύτερο αναιρεσίβλητο) κατά τη διάρκεια των κοινών σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης το 1980 και συνδέθηκαν με στενή φιλία, ώστε ο δεύτερος εναγόμενος να παραστεί ως μάρτυρας στο γάμο των εναγόντων το 1994 και ο πρώτος ενάγων στο γάμο του δεύτερου εναγομένου που τελέσθηκε το ίδιο έτος. Το 1990 στην Κεφαλλονιά ο πρώτος ενάγων συνέστησε με τους εναγόμενους αφανή εταιρία στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε η αγορά μιας έκτασης στην Κεφαλλονιά στην οποία θα κτίζονταν ανεξάρτητες κατοικίες τις οποίες θα τις εκμεταλλεύονταν νοικιάζοντας αυτές σε παραθεριστές, είτε θα έμεναν οι ίδιοι. Στη συμφωνία στην οποία ως αφανής εταίρος μετείχε και ο Ελβετός υπήκοος Ε. Τ. προβλεπόταν επίσης ότι θα συνέβαλε καθένας οικονομικά κατά το 1/4 στην αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση των τεσσάρων κατοικιών ώστε κατά την εξόφληση των αναλογούντων στον καθένα εξόδων και δαπανών να μεταβιβάζεται η κυριότητα κάθε μεζονέτας. Μάλιστα επειδή κατά το χρόνο της συμφωνίας υπήρχε απαγόρευση για την απόκτηση ακινήτου από Ελβετούς υπηκόους σε παραμεθόρια περιοχή, όπως η Κεφαλληνία, αποφασίστηκε να αγοραστεί το οικόπεδο στο όνομα των εναγομένων. Έτσι οι τελευταίοι δυνάμει του υπ' αριθ. .../27-10-1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευρυδίκης Παντελοπούλου-Πουλάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, στον τόμο ... με αριθμό 35, κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 70% ο πρώτος εξ αυτών και 30% ο δεύτερος, εξ αδιαιρέτου ενός αγροκτήματος έκτασης 11.760 τ.μ., κειμένου στα Μουσάτα Κεφαλληνίας, στη θέση "Κάτω Αγραπηδιές", όπως αυτό ειδικότερα οριοθετείται, στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 342/1991 οικοδομικής άδειας προέβησαν στην ανέγερση τεσσάρων ισόγειων κατοικιών και μιας αποθήκης στο ανωτέρω ακίνητο, με στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3 και Υ3, συνέστησαν δε οριζόντια ιδιοκτησία και υπήγαγαν σε αυτή το ως άνω ακίνητο και τις υπ' αυτού ανεγερθείσες κατοικίες, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1997 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου στον τόμο ... με αριθμό 3. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες για τη συμμετοχή τους στην αγορά οικοπέδου, η συνολική αξία του οποίου ανήλθε σε 220.000 ελβετικά φράγκα, απέστειλαν στις 8-8-1990 μέσω της ελβετικής τράπεζας Γκοντάρντο στο δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων. Ενόψει της ανωτέρω συμφωνίας οι εναγόμενοι μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών και κατά το έτος 1993 παραχώρησαν στους ενάγοντες τη χρήση μίας εκ των τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι την υπό στοιχεία Κ1 ισόγεια κατοικία, εμβαδού 79,39 τ.μ., οριοθετούμενη βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, νότια με ιδιόκτητο αυτής χώρο, ανατολικά εν μέρει με ημιϋπαίθριο κοινόχρηστο διάδρομο και πέραν αυτού με υπό στοιχ. Κ2 κατοικία, όπως αυτή εμφαίνεται στο από Μάιο 1997 υπ' αριθ. Α5 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου της αρχιτέκτονος Μ. Μ.. Οι ενάγοντες, αφού δεν υλοποιήθηκε η τουριστική εκμετάλλευση των ακινήτων διέμεναν στην μεζονέτα αυτή κατά τους θερινούς μήνες κάθε έτους από Ιούνιο μέχρι και Σεπτέμβριο, είχαν δικό τους κλειδί για να εισέρχονται εντός αυτής, διαμόρφωσαν τον κήπο της οικίας και φύτεψαν φυτά με δικά τους έξοδα, χρησιμοποιώντας τον κηπουρό Ν. Μ., ενώ οι παροχές (ΔΕΗ - ΟΤΕ) ήταν στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας. Παράλληλα οι ενάγοντες επίπλωσαν την οικία τους αγοράζοντες έπιπλα από το Αργοστόλι, αλλά και μεταφέροντας είδη οικιακής χρήσης από την Ελβετία, ενώ στην είσοδο της οικίας και στις πόρτες των δωματίων του σπιτιού τοποθέτησαν εβραϊκά θρησκευτικά σύμβολα κατά την εβραϊκή συνήθεια. Ακόμη, περί το έτος 1997 μετέφεραν από την Ελβετία ένα αυτοκίνητο μάρκας Φοξ Βάγκεν το οποίο άφησαν μόνιμα στην Κεφαλλονιά, προκειμένου να το χρησιμοποιούν κατά τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Η δαπάνη κατασκευής της υπό στοιχ. Κ1 μαιζονέτας ανήλθε στο συνολικό ποσό των 90.000 ελβετικών φράγκων αν ληφθεί υπόψη η ποιότητα της κατασκευής η οποία χαρακτηρίζεται κοινή αλλά και ο χρόνος που αυτή κατασκευάστηκε ήτοι τα έτη 1990 έως 1993. Το ποσό αυτό καλύφθηκε από τους ενάγοντες τα αντίστοιχα έτη με τμηματικές καταβολές προς τους εναγόμενους είτε κατά τις επισκέψεις του α' ενάγοντος για την παρακολούθηση της κατασκευής της μαιζονέτας στην Κεφαλλονιά, οι οποίες ήταν συχνές, είτε κατά τις επισκέψεις του δεύτερου εναγομένου στην Ελβετία, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Ακόμη οι ενάγοντες απέστειλαν το ποσό των 1064 ελβετικών φράγκων που τους ζητήθηκε με την από 19-6-1997 επιστολή του πρώτου των εναγομένων για τα έξοδα που αναλογούσαν σ' αυτούς για την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας. Όμως, παρά τις πιέσεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους για τη μεταβίβαση της μαιζονέτας κατά κυριότητα σ' αυτούς, όπως είχαν συμφωνήσει, και την άρση της απαγόρευσης που προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι αρνούνται να προβούν σ' αυτήν ... Αντίθετα, ως προς τον Ε. Τ., τον προαναφερόμενο αφανή εταίρο, ... υλοποιήθηκε η συμφωνία ως προς αυτόν διά της μεταβιβάσεως μίας μαιζονέτας με στοιχεία Κ2, δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-10-1997 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευρυδίκης Παντελοπούλου - Πουλάκου. Οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν ακώλυτα μέχρι και το 2004 συμπεριφερόμενοι ως κύριοι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ενώ όλοι στην περιοχή πίστευαν ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στους ενάγοντες... Ακόμη, και ο αδελφός του πρώτου εναγομένου Γ. Β., δικηγόρος, σε σχετική επιστολή προς τον πρώτο των εναγόντων με ημερομηνία 23-3-1994 επιβεβαιώνει την εξόφληση από μέρους των εναγόντων της συμμετοχής τους για την απόκτηση της κυριότητας της μαιζονέτας αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: Αγαπητέ κύριε. Με αυτό το γράμμα θέλω να γνωστοποιήσω στον οποιονδήποτε ίσως αφορά ότι ο κύριος Λ. Ά. είναι κύριος του 25% μιας ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο Τραπεζάκι στο νησί της Κεφαλλονιάς στη Ελλάδα, όπως επιβεβαιώθηκε από τους τωρινούς κυρίους αυτής της ιδιοκτησίας. Οι κύριοι επιβεβαίωσαν ότι ο κ. Λ. Ά. έχει ήδη πληρώσει τη συμμετοχή του και η μεταβίβαση των τίτλων εκκρεμεί μέχρι την τυπική νομική έγκριση ...". Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν την οικία επί σειρά 10 και πλέον ετών φιλοξενούμενοι και ουδέν κατέβαλαν για την κατασκευή της είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Άλλωστε από σειρά επιστολών που αντάλλαξαν οι διάδικοι από 17-6-1997 έως και τον Ιούνιο του 2000 μαρτυρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν για τα έξοδα κατασκευής της οικίας αξίωσαν από τους ενάγοντες, αλλά όλες περιστρέφονται κατά περιεχόμενο γύρω από τα λειτουργικά έξοδα των διαδραμόντων ετών, τα οποία ήταν η αιτία της ρήξης των σχέσεών τους και της ματαίωσης της συμφωνίας για τη μεταβίβαση της κυριότητας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι εναγόμενοι με τη μη μεταβίβαση της κυριότητας της μαιζονέτας με στοιχεία Κ1 στους ενάγοντες κατέστησαν πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία κατά το συνολικό ποσό που εισέπραξαν απ' αυτούς ανερχόμενο σε 146.064 ελβετικά φράγκα (90.000 + 55.000 + 1064) και υποχρεούνται να τους καταβάλουν, το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού, ισομερώς, κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους καθένας στην επίδικη μαιζονέτα (70% ο πρώτος και 30% ο δεύτερος), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία και μόνον είχε κριθεί νόμιμη και με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση στους ενάγοντες του ισόποσου σε ευρώ 460.000 ελβετικών φράγκων, κατά το οποίο οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι, από μη νόμιμη αιτία, λόγω μη μεταβιβάσεως σ' αυτούς της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στη συσταθείσα μεταξύ τους αφανή εταιρία, στην οποία είχαν συνεισφέρει το πιο πάνω ποσό για την πραγματοποίηση του σκοπού της, συνισταμένου στην αγορά αγροκτήματος στην Κεφαλλονιά και την ανέγερση σ'αυτό τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών με συμμετοχή στις δαπάνες προς τούτο κατά ποσοστό 1/4. Ακολούθως δε έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες και κατά ποσοστό 70% ο πρώτος και 30% ο δεύτερος το ισόποσο σε ευρώ του ποσού των 146.064 ελβετικών φράγκων με βάση την επίσημη ισοτιμία, όπως αυτή καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατά τον χρόνο της πληρωμής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα το Εφετείο, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του πλουτισμού των εναγομένων εις βάρος της περιουσίας των εναγόντων εξαιτίας της μη μεταβίβασης σ' αυτούς της προρρηθείσης οριζόντιας ιδιοκτησίας που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στην αφανή εταιρία βάσει της συμμετοχής τους σ' αυτήν και της συνεισφοράς τους για την πραγματοποίηση του σκοπού της, και συγκεκριμένα, προσδιορίζεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση ο πλουτισμός των εναγομένων από την πιο πάνω αιτία ως προς το ποσόν που κατέβαλαν οι ενάγοντες για την αγορά του άνω ακινήτου και την κατασκευή σ' αυτό των παραπάνω ανεξάρτητων κατοικιών, που αντιστοιχούσε στην κατά το 1/4 συνεισφορά τους στην εταιρία και ανήρχετο συνολικά σε 146.064 ελβετικά φράγκα, ποσό το οποίο συνιστούσε και τον πλουτισμό των εναγομένων για αιτία που δεν επακολούθησε, με αντίστοιχη δική τους ζημία. Συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο, ότι ο πλουτισμός αυτός συνίσταται στις καταβολές προς τους εναγόμενους των ποσών των 55.000 ελβετικών φράγκων που διατέθηκαν για την αγορά του αγροτεμαχίου επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες, 90.000 ελβετικών φράγκων για την ανέγερση των μαιζονετών αυτών και 1064 ελβετικών φράγκων για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στις άνω αυτοτελείς κατοικίες και συνολικά 146.064 ελβετικών φράγκων, ποσόν που αντιστοιχούσε στο 1/4 της συμμετοχής τους στην αφανή εταιρία, υποχρέωση την οποία εκπλήρωσαν, χωρίς να προκύπτει καμιά επιπλέον καταβολή, κατά το ποσόν της οποίας οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι με αντίστοιχη ζημία των εναγόντων για την μη επακολουθήσασα κατά τα άνω αιτία. Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταβολή του άνω ποσού των 90.000 ελβετικών φράγκων, η οποία έγινε τμηματικά, εντός του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διήρκεσαν οι εργασίες της ανοικοδόμησης (1991-1993), ως και το νόμισμα (ελβετικά φράγκα) και ο τρόπος με τον οποίο έγιναν αυτές, και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της απόφασης, να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος και τόπος εκάστης καταβολής, και το ποσό που καταβάλετο κάθε φορά, αφού κατά τις παραδοχές της, από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, αποδείχθηκε, ότι ολόκληρο το ως άνω ποσόν κατεβλήθη στους εναγόμενους, για τον προαναφερόμενο σκοπό, είτε κατά τις συχνές επισκέψεις των εναγόντων, και ιδία του πρώτου εξ αυτών, στην Ελλάδα, είτε κατά τις επισκέψεις του δεύτερου εναγομένου στην Ελβετία. Δεν συνιστά δε αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης η παραδοχή του Εφετείου ότι η ανοικοδόμηση άρχισε το 1991, ενώ δέχεται στη συνέχεια ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 8-8-1990 το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το οικόπεδο (αγροτεμάχιο), επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες, αγοράσθηκε στις 27-10-1990 και ολόκληρο το ως άνω ποσό διατέθηκε για την αγορά του οικοπέδου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της πρώτης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, της δεύτερης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορά το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα του πλουτισμού των εναγομένων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο από το αρθρ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 23-3-1994 επιστολής του αδελφού του πρώτου εναγομένου Γ. Β., που απευθύνεται στον πρώτο των εναγόντων, στην οποία επιβεβαιώνεται ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε ολοσχερή εξόφληση της συμμετοχής τους (1/4) στα έξοδα του των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη οικοπέδου και της κατασκευής των τεσσάρων μαιζονετών, με το να δεχθεί ότι αυτοί κατέβαλαν μικρότερο ποσόν των 460.000 ελβετικών φράγκων που αναλογούσε στην εταιρική τους μερίδα στην αφανή εταιρία, το οποίο επιδιώκουν με την αγωγή τους κατά της περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά, συνεκτιμώντας αυτό ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, πέραν του ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ποσόν του πλουτισμού των εναγομένων, συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά ως προς το ύψος των προαναφερόμενων εξόδων, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κλπ). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της πρώτης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι κατά την ως άνω ένδικη συμφωνία μεταξύ αυτών και των αναιρεσίβλητων, το προϋπολογισθέν κόστος κατασκευής των τεσσάρων μαιζονετών, συμπεριλαμβανομένου και του τιμήματος αγοράς του αγροκτήματος, επί του οποίου ανεγέρθηκαν οι μαιζονέτες αυτές, ανέρχεται στο ποσό των 2.000.000 ελβετικών φράγκων, με δική τους συμμετοχή το 1/4 επί του ως άνω ποσού, ειδικότερα δε η δαπάνη για την κατασκευή των μαιζονετών ανήλθε σε 1.780.000 ελβετικά φράγκα και το τίμημα του αγροκτήματος σε 220.000 ελβετικά φράγκα, προς εξόφληση δε των ποσών αυτών με βάση την άνω συμμετοχής τους, κατέβαλαν στους εναγόμενους, για την κατασκευή των μαιζονετών 404.937 ελβ. φράγκα, για την αγορά του αγροκτήματος 55.000 ελβ. φράγκα και για έξοδα συστάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας 1064 ελβετικά φράγκα και συνολικά 460.000 ελβετικά φράγκα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό, αφενός μεν με το να δεχθεί ως καταβληθέντα από τους ενάγοντες, τα ίδια ως άνω ποσά ως προς την δαπάνη για την αγορά του αγροκτήματος και τα έξοδα για την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου δε με την παραδοχή ότι οι δαπάνες κατασκευής της μαιζονέτας που προοριζόταν για τους ενάγοντες ανήλθαν στο ποσό των 90.000 ελβετικών φράγκων, κατά τα ποσά δε αυτά δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, απορρίπτοντας την τελευταία εκ των πραγμάτων για το πέραν αυτών, επιδιωκόμενο ποσό.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. β' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που δεν επακολούθησε, ώστε να μη δικαιολογείται ο πλουτισμός του λήπτη και η παροχή προς αυτόν του δότη να μη συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Η διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε. Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Τέτοιο δε πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία την συνεισφορά του αφανούς εταίρου, που δαπανήθηκε για την απόκτηση αυτού, αφού κατά το ποσόν αυτό καθίσταται πλουσιότερος για αιτία που δεν επακολούθησε, η δε παροχή προς αυτόν του αφανούς εταίρου δεν συνιστά νόμιμη υποχρέωσή του, καθόσον ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε δεν πραγματοποιήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 21-10-2000 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατ' εκτίμηση αυτού, προκύπτει ότι με αυτήν οι τελευταίοι ιστορούσαν τα ακόλουθα: Ότι κατά το έτος 1988 ο πρώτος των εναγόντων, ελβετός υπήκοος και κάτοικος Λωζάνης, συνέλαβε την ιδέα με το δεύτερο εναγόμενο, που είχαν γνωρισθεί στην Ελβετία κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία, να αποκτήσουν συναιτερικά ακίνητο στην νήσο Κεφαλλονιά και να οικοδομήσουν σ' αυτό τέσσερις ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (μαιζονέτες) για τουριστική εκμετάλλευση κατά τους θερινούς μήνες και παράλληλα να χρησιμοποιούν αυτές για τις θερινές τους διακοπές. Ότι για την υλοποίηση της ιδέας τους αυτής και προς επίτευξη του σκοπού τους με επαρκή χρηματοδότηση, συμφώνησαν να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεργασία τους, ως τρίτος συνεταίρος, ο πρώτος εναγόμενος, που προτάθηκε από την πλευρά του δεύτερου εναγομένου, καθώς και ο Ε. Τ. του Μ., ελβετός υπήκοος και κάτοικος Λωζάνης (δεν είναι διάδικος), που προτάθηκε από τον πρώτο των εναγόντων. Ότι στα πλαίσια αυτά κατά το έτος 1990 στην Κεφαλλονιά μεταξύ των εναγομένων, των εναγόντων και του Ε. Τ. του Μ. συνεστήθη αφανής εταιρία, με σκοπό την αγορά οικοπέδου και την κατασκευή σ' αυτό τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με χρήματα που θα κατέβαλαν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/4 και κατά το ίδιο ποσοστό (1/4) καθένας των λοιπών τριών συναιτέρων, σε τρόπον ώστε μετά την κατασκευή των μαιζονετών να περιέλθει στους ενάγοντες μια μαιζονέτα, η οποία θα αντιστοιχούσε στην εταιρική τους μερίδα. Ότι επειδή η νήσος Κεφαλλονιά κατά την περίοδο εκείνη θεωρείτο παραμεθώριος περιοχή και απαγορευόταν η απόκτηση ακινήτων από τους αλλοδαπούς, συμφωνήθηκε το ακίνητο που θα ανοικοδομούντο οι οριζόντιες ιδιοκτησίες να αγορασθεί στο όνομα των εναγομένων Ελλήνων υπηκόων, για λογαριασμό της συσταθείσης αφανούς εταιρίας. Ότι, κατόπιν αυτών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-10-1990 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευριδίκης Παντελοπούλου-Πουλάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εναγόμενοι απέκτησαν, ο πρώτος κατά ποσοστό 70% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, ένα αγρόκτημα εκτάσεως 10.000 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 11.760,92 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Μουσάτων Κεφαλλονιάς, στη θέση "Κάτω Αγραπηδιές", όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών, αντιστοιχούντος στο ισάξιο των 220.000 ελβετικών φράγκων. Ότι εν συνεχεία οι εναγόμενοι, ενεργούντες για λογαριασμό της αφανούς εταιρίας, εξέδωσαν στο όνομά τους την υπ' αριθμ. 342/2-10-1991 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Κεφαλλονιάς και περί τα τέλη τους έτους 1992 ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση στο αγροτικό ακίνητο των τεσσάρων μαιζονετών, για τις οποίες δαπανήθηκε, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του οικοπέδου, το συνολικό ποσό των 2.000.000 ελβετικών φράγκων, από το οποίο οι ενάγοντες κατέβαλαν διαδοχικά, από της αγοράς του ακινήτου μέχρι την ολοκλήρωση των οικοδομών, το ποσό των 460.000 ελβετικών φράγκων, το οποία συνιστούσε την εκ ποσοστού 1/4 συνεισφορά τους στην αφανή εταιρία που είχαν συστήσει για τον πιο πάνω σκοπό. Ότι οι εναγόμενοι από του έτους 1993 παραχωρούσαν στους ενάγοντες την χρήση της προσδιοριζόμενης στην αγωγή μαιζονέτας, σε τρόπον όλοι να γνωρίζουν ότι ανήκει στην ιδιοκτησία τους, πλην όμως, παρά το γεγονός ότι ήρθησαν οι περιορισμοί για την κτήση ακινήτων από αλλοδαπούς στη νήσο Κεφαλλονιά, και ήδη μεταβίβασαν, αφού προηγουμένως κατήρτισαν πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, με συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, στον έτερο αλλοδαπό αφανή εταίρο, την μαιζονέτα που αναλογούσε στην εταιρική του μερίδα, αρνούνται, παρά την υποχρέωσή τους προς τούτο και τις οχλήσεις προς αυτούς να μεταβιβάσουν στους ενάγοντες την μαιζονέτα που αναλογεί στη δική τους μερίδα ως αφανών εταίρων, καταστάντες έτσι πλουσιότεροι κατά το ποσόν των 460.000 ελβετικών φράγκων που δαπάνησαν για την αγορά του ακινήτου και την κατασκευή σ' αυτό των τεσσάρων μαιζονετών, ποσό που επωφελήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία, αφού η μαιζονέτα που αναλογεί στην εταιρική τους μερίδα, παραμένει στην ιδιοκτησία των εναγομένων, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητούν: α) Να καταδικασθούν οι εναγόμενοι με την ιδιότητά τους των συνιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου (μαιζονέτας), σε δήλωση βουλήσεως και συγκεκριμένα να υποχρεωθούν να υπογράψουν συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης της περιγραφόμενης στην αγωγή μαιζονέτας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) και β) επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο πρώτος κατά ποσοστό 70% και ο δεύτερος κατά ποσοστό 30% να τους καταβάλουν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 460.000 ελβετικών φράγκων, άλλως το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού κατά την ημέρα της πληρωμής, κατά το οποίο κατέστησαν πλουσιότεροι, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της δικής τους περιουσίας. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αναφορικά με την επικουρική βάση αυτής που στηρίζει το αίτημά της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία μόνο ερευνάται εν προκειμένω (η κύρια βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν ασκήθηκε έφεση και ως προς αυτήν), είναι επαρκώς ορισμένη, αφού με πληρότητα προσδιορίζονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος, για το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή τον πλουτισμό των εναγομένων, την επέλευση του πλουτισμού αυτού εις βάρος των εναγόντων ως συμμετεχόντων κατά ποσοστό 1/4 στην επικαλούμενη αφανή εταιρία και την έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού, η οποία συνίσταται στην μη μεταβίβαση σ' αυτούς της άνω μαιζονέτας από τις τέσσερις που κατασκευάσθηκαν και αναλογούσε στο ποσό της συνεισφοράς τους στην αφανή εταιρία, το οποίο επωφελήθηκαν οι εναγόμενοι κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου κυριότητάς τους στην ιδιοκτησία αυτή. Δεν ήταν δεν αναγκαίος ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου κάθε επί μέρους διαδοχικής καταβολής του συνολικού ποσού των 460.000 ελβετικών φράγκων, αλλά αρκούσε προς τούτο ότι το τελευταίο καταβλήθηκε διαδοχικά αρχής γενομένης από 27-10-1990, ενώ σαφώς προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι οι εν λόγω καταβολές γίνονταν και από τους δύο ενάγοντες προς κάλυψη της εταιρικής τους μερίδας (1/4) στην αφανή εταιρία, που και οι δύο μετείχαν. Είναι δε σαφής και ο προσδιορισμός του τόπου και του χρόνου κατάρτισης της αφανούς εταιρίας, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το τελευταίο συνέβη, ως υλοποίηση των από τα προηγούμενα έτη συζητήσεων των διαδίκων, κατά τον χρόνο και στον τόπο της κατάρτισης του συμβολαίου αγοράς του άνω οικοπέδου. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υιοθετώντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω επικουρική βάση της που στήριζε το αίτημα αυτής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς την παραπάνω βάση της, και επομένως, ο μοναδικός λόγος της δεύτερης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον προταθέντα νομίμως με τις προτάσεις των εναγομένων ισχυρισμό τους περί ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας της ένδικης αγωγής, ως προς την προρρηθείσα επικουρική βάση αυτής, τον οποίο επανέφεραν και ενώπιόν του, συνιστάμενο στα όσα ανωτέρω αναφέρονται, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να ερευνήσει απαράδεκτο και νομικά αβάσιμο ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), αλλά και όταν αντιμετωπίζει και απορρίπτει αυτόν εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996), όπως, κατά τα προεκτεθέντα, συμβαίνει εν προκειμένω.

Κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 524 του ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2915/2001, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί κερατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Εκ του λόγου ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται ως συνέχεια της προηγούμενης, σε συνδυασμό και με το ότι κατ' άρθρ. 529 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται στο Εφετείο η εξέταση νέων μαρτύρων και η προσκόμιση εγγράφων, παρέπεται, πλην άλλων, ότι κατά τη συζήτηση αυτή κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης (Ολ.ΑΠ 30/1997, ΑΠ 1336/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν προσαγόμενο έγγραφο έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, αρκεί για το παραδεκτό της προσκομιδής του να υποβάλλεται και επικυρωμένη μετάφρασή αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της δεύτερης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., ότι, μολονότι με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 1212/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, συνεκτίμησε και το προσκομιζόμενο σε επίσημη επικυρωμένη μετάφραση, από 08-08-1990 αποδεικτικό εμβάσματος της ελβετικής τράπεζας GOTTARDO, προς απόδειξη του ισχυρισμού των εναγόντων ότι κατά την άνω ημερομηνία κατέβαλαν στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 55.000 ελβετικών φράγκων μέσω της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, αν και το έγγραφο αυτό δεν είχε προσκομισθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και εκείνες που προηγήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε προσκομίζεται σχετική βεβαίωση περί της γνησιότητας του εν λόγω εγγράφου από τα αρμόδια όργανα της ελβετικής τράπεζας, κρίνεται αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν εξολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 20-10-2010 αίτηση αναιρέσεως των 1) L. R. A., 2) A. B. A. και την από 07-12-2010 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-11-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως των 1) Μ. Β. του Δ., 2) Κ. Σ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 693/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ