Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Απόφαση 281/2012

Περίληψη

Πλειστηριασμός - Άγνοια ως προς το χρόνο διενέργειας αυτού - Άκυρη επίδοση - Μεταβολή διεύθυνσης - Ακυρότητα πλειστηριασμού ακινήτου λόγω μη επίδοσης περιλήψεως της έκθεσης κατάσχεσης
-. ΚΠολΔ 124 παρ. 2, 129 παρ. 1, 159, 160, 161 και 933, 999 παρ. 4. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα μιας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (ΚΠολΔ 934 παρ. 1β), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλει εμπρόθεσμα την ανωτέρω πράξη, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της (ΟλΑΠ 3/07). Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κείμενο Απόφασης Αριθμός 281/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταπόγλου.

Των αναιρεσίβλητων:1. Π. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 2. Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαραλάμπους.

Του επισπεύδοντος: Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Κοινοποιούμενη προς τον Σταύρο Ρεΐζη του Ιωάννη, Συμβολαιογράφο Καλαυρίας- Νήσου Πόρου.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων, αφού έλαβε το λόγο, δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.6.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4785/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 552/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3.12.2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την 7307Β/14-4-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι Π. Γ. και Α. Τ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24-1-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Σ. Α.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής, που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρθρ.934 παρ.ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ.3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλει την 
ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της. (Ολ.ΑΠ 3/2007). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ.ΑΠ 40/1998), δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν το δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα. Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία μέσα στην οποία θα λαμβάνει γνώση ο θιγόμενος για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας. Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοση της βλαπτικής πράξης στον ίδιο. Πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού γι' αυτόν γεγονότος, ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999). Έτσι η εκ μέρους του καθού η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (Α.Π. 658/2007). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, όχι δε κανόνες του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, η παραβίαση των οποίων μπορεί να θεμελιώνει κάποιον από τους προβλεπόμενους, με τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 807/1994, 788/1994). Ο δε προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8β του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 12/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα η ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του (και η έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως), οι προβληθείσες με την ανακοπή και την έφεσή του πλημμέλειες, ότι ο πλειστηριασμός ήταν άκυρος επειδή: 1) Ακύρως επιδόθηκε η 444/15-12-2003 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, ενόψει του ότι το βεβαιούμενο στη σχετική 4283/18-12-2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... ότι αναζητήθηκε ο αναιρεσείων ως "κάτοικος Τακτικούπολης Τροιζήνας" χωρίς προσδιορισμό οδού και αριθμού, καθιστά άκυρη την επίδοση και επιδιώχθηκε δολίως για να μην λάβει αυτός γνώση του πλειστηριασμού και να πλειστηριασθούν τα ακίνητά του "αντί του εξευτελιστικού 
τιμήματος των 100-150 ευρώ το στρέμμα", ακυρότητα που δεν θεραπεύεται από το ότι με τον ίδιο τρόπο είχε επιδοθεί προς αυτόν η ερήμην του 806/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού δεν έλαβε αυτός γνώση του διεξαχθέντος πλειστηριασμού και παραβιάσθηκε έτσι το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α, όπως επίσης ακύρως επιδόθηκε η περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως προς τον ενυπόθηκο δανειστή Κ. Σ., ο οποίος είχε αποβιώσει. 2) Τόσο στην 435/23-7-2003 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως όσο και στις 436/2003 και 444/15-12-2003 περιλήψεις της γίνεται πλημμελής περιγραφή των ακινήτων του που πλειστηριάσθηκαν. 3) Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος Καλαβρίας ... παρέλειψε να αναφέρει στην 622/11-2-2003 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού που συνέταξε ότι "έγινε χρηματισμός των συμμετεχόντων στον πλειστηριασμό προκειμένου να πλειστηριασθούν τα ακίνητά του (αναιρεσείοντος) σε χαμηλή τιμή". Με το ως άνω περιεχόμενο ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., κατά το μέρος μεν που αναφέρεται σε παραβάσεις δικονομικών διατάξεων σχετικά με την επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως και την σ' αυτή πλημμελή περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων είναι απαράδεκτος, μη θεμελιώνοντας αυτοτελώς και κάποιον άλλο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφερομένους, κατά το μέρος δε που αναφέρεται σε παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) είναι αόριστος καθ' όσον, προβάλλοντας στέρηση της δυνατότητας του αναιρεσείοντος προσβάσεως στο δικαστήριο λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, δεν προσδιορίζει αφενός μεν ποια ήταν η πραγματική και γνωστή στον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό κατοικία του, που δεν συνέπιπτε με εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και όπου έγινε η επίδοση της ερήμην του 806/1991 αποφάσεως του Μον. Πρωτ. Πειραιώς, αφετέρου δε ότι δεν μπορούσε να λάβει γνώση της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 β του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμία (μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού) και γι' αυτό δεν προσέβαλε εγκαίρως αυτές τις πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του. Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εξήτασε όλους τους λόγους ανακοπής (που είχαν προβληθεί και ως λόγοι έφεσης) απέρριψε τους προδιαλαμβανόμενους υπό στοιχεία 1 και 2 ως απαραδέκτους (εκπροθέσμους) και τον τρίτο ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί χρηματισμού ορισμένων προσώπων, ώστε αυτοί να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα υπέρ των δύο πρώτων των καθ' ων σε χαμηλές τιμές λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος". Επομένως, εφόσον το Εφετείο εξήτασε όλους τους λόγους ανακοπής που επανέφερε ο αναιρεσείων με την έφεσή του και τους απέρριψε, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, ότι δεν παραβιάσθηκε κατά τον πλειστηριασμό η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού με αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, δεν συντελέσθηκε ευθεία παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι αυτοί απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 552/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ