Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Απόφαση 263/2012


Περίληψη

Αίτηση διαζυγίου - Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης - Παροχή συγγνώμης επί κλονισμού έγγαμης σχέσης - Δημιουργία λόγου αναίρεσης από πράξεις του αναιρεσείοντος - Αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη αποδείξεων παρά το νόμο -. Η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Αν όμως έχει δοθεί συγγνώμη, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι ήρθη το στοιχείο του κλονισμού της έγγαμης σχέσεως που είναι αναγκαίο για την ύπαρξη δικαιώματος προς διάζευξη (ΑΠ 345/2010. Βλ. και ΑΠ 1282/11). Διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο της εναγόμενης συζύγου. Συμφωνία των συζύγων ότι θα μετακομίσουν στο μέλλον σε άλλη πόλη σε περίπτωση που αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσχέρειες στο νέο τόπο της μόνιμης κατοικίας τους. Άρνηση της εναγόμενης να ακολουθήσει το σύζυγό της προς επανεγκατάσταση στον παλαιό τόπο της μόνιμης κατοικίας τους, παρά την προηγηθείσα συμφωνία τους, σε συνδυασμό με τη χρήση προσβλητικών προς αυτόν εκφράσεων, αλλά και την έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς το πρόσωπό του. Η άρνηση αυτή συνιστά παραβίαση της απορρέουσας από το γάμο υποχρέωσης προς συμβίωση με τον ενάγοντα. Η πρόσκληση του τελευταίου προς τη σύζυγό του - μέσω εξώδικης δήλωσης - να τον ακολουθήσει στο νέο τόπο της κατοικίας του δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο περί ανυπαρξίας του ισχυρού κλονισμού, ούτε και γίνεται αντιληπτή ως εξωτερίκευση της βούλησης του ενάγοντα ότι παρά τον κλονισμό επιθυμεί τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης (δεν αποτελεί δηλαδή, κατά την έννοια του προϊσχύσαντος άρθρου 1447 ΑΚ, παροχή συγγνώμης, η οποία και δεν γίνεται πλέον δεκτή ως αυτοτελής αποσβεστικός λόγος του δικαιώματος προς διάζευξη). Η λήψη υπόψη ένορκης βεβαίωσης (ή, γενικότερα, η μη λήψη της, οι οποίες παρεμπιπτόντως αποτελούν γεγονότα που δεν αφορούν τη δημόσια τάξη) που προσκόμισε ο αναιρεσείων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, καθώς δεν είναι επιτρεπτό να δημιουργεί κανείς αναιρετικό λόγο από δικές του πράξεις. Είναι αυτονόητο, πως ο λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ. 11 γ' δεν ιδρύεται, αν το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων (ΚΠολΔ 562 παρ. 3), διότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους οι οποίοι αφορούν τη δημόσια τάξη. Επίκληση από την ίδια την αναιρεσείουσα ένορκης βεβαίωσης τέκνου της σε δίκη διαζυγίου, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον παρόντα λόγο. Κρίθηκε ότι ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο της εναγομένης, πρόσφορων αντικειμενικά να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό στην έγγαμη σχέση, τον οποίο πράγματι επέφεραν, βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης από πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του αναιρεσείοντος, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.


Κείμενο Απόφασης Αριθμός 263/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Α. Π., το γένος Λ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Καρτερολιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 10249Β/3-5-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 14-6-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 107/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (26-9-2011), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (31-10-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Δεδομένου δε ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 εδ.β και γ Κ.Πολ.Δ), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 1439 παρ.1 Α.Κ., όπως ισχύει μετά το ν.1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης 
σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Δημιουργείται δηλαδή ο λόγος αυτός διαζυγίου όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Μετά τη συγχώνευση με την πιο πάνω διάταξη όλων των υπαίτιων λόγων διαζυγίου που προέβλεπε το προγενέστερο δίκαιο στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε διότι κρίθηκε ως περιττή η διάταξη του άρθρου 1447 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του, που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης από τον αναίτιο σύζυγο, την εξωτερίκευση δηλαδή της βουλήσεώς του ότι, παρά τον κλονισμό που δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του άλλου συζύγου, επιθυμεί την εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως. Έτσι η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Αν όμως έχει δοθεί συγγνώμη, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι ήρθη το στοιχείο του κλονισμού της έγγαμης σχέσεως που είναι αναγκαίο για την ύπαρξη δικαιώματος προς διάζευξη (Α.Π. 345/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής συνοπτικά: Ότι οι διάδικοι, από τους οποίους ο ενάγων ήταν τότε ηλικίας 74 ετών και η εναγομένη 39, τέλεσαν στη Ζάκυνθο στις 27-10-2001 νόμιμο γάμο, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Ότι το Νοέμβριο του έτους 2001 μετακόμισαν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην Πάτρα, με τη συμφωνία ότι αν αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσχέρειες κατά τη διαμονή τους εκεί, θα επέστρεφαν στη Ζάκυνθο και θα εγκαθίσταντο σε ιδιόκτητη οικία του ενάγοντος. Ότι από τον πρώτο μήνα της έγγαμης συμβιώσεώς τους στην Πάτρα, ενόψει του ότι το μοναδικό εισόδημα του ενάγοντος ήταν η σύνταξή του από το ΝΑΤ και του ότι η εναγομένη δεν εργαζόταν, άρχισαν να δημιουργούνται οικονομικά προβλήματα και συνεπεία αυτών έριδες μεταξύ των διαδίκων. Ότι τότε ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να επιστρέψουν στη Ζάκυνθο, όπως είχαν συμφωνήσει αλλά αυτή αρνήθηκε. Ότι η συμπεριφορά της τελευταίας απέναντι στον ενάγοντα από την αρχή ακόμη της έγγαμης συμβιώσεώς τους δεν ήταν η προσήκουσα και ειδικότερα επεδείκνυε πλήρη έλλειψη αγάπης και στοργής προς αυτόν, σεβασμού προς το πρόσωπό του και ενδιαφέροντος για την κατάσταση της υγείας αυτού (ο οποίος είχε προσβληθεί από φυματίωση και είχε υποβληθεί σε εγχείριση προστάτη), απείχε των συζυγικών της καθηκόντων και οι διάδικοι κοιμόνταν σε χωριστά υπνοδωμάτια. Ότι επίσης η εναγομένη προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, απευθύνοντάς του την υποτιμητική και προσβλητική λέξη "κολόγερε". Ότι ενόψει της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης και της αρνήσεώς της να ακολουθήσει τον ενάγοντα στη Ζάκυνθο, όπως είχαν συμφωνήσει, ο τελευταίος αναχώρησε από την Πάτρα για τη Ζάκυνθο στις 7-4-2002. Ότι με την από 9-4-2002 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή του προς την εναγομένη που της επιδόθηκε στις 10-4-2002 την κάλεσε να τον ακολουθήσει στη Ζάκυνθο προκειμένου να συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωσή τους. Ότι η εναγομένη με την από 14-4-2002 εξώδικη απάντησή της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 17-5-2002, αρνήθηκε να επιστρέψει στη Ζάκυνθο, προβάλλοντας τις αναφερόμενες αιτιάσεις κατ' αυτού και τη δικαιολογία ότι είχε υποχρέωση να συμπαρασταθεί στην σοβαρά ασθενή και κατάκοιτη μητέρα της. Ότι η δικαιολογία αυτή δεν είναι πειστική, δεδομένου ότι η ίδια κατάσταση (ασθένεια της μητέρας της) υφίστατο και κατά το έτος 2001, κατά το οποίο η εναγομένη διέμενε μόνη στη Ζάκυνθο, τη δε μητέρα της, η οποία απεβίωσε το Μάιο 
2002, φρόντιζε η εξετασθείσα ως μάρτυρας ανταποδείξεως αδελφή της, η οποία επίσης φρόντιζε και την ανήλικη τότε θυγατέρα αυτής (της εναγομένης) από τον πρώτο της γάμο Π. Κ.. Ότι συνεπώς η άρνηση της εναγομένης να επιστρέψει στη Ζάκυνθο, όπως είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι, συνιστά παραβίαση της απορρέουσας από το γάμο υποχρεώσεώς της προς συμβίωση με τον ενάγοντα. Ότι έκτοτε ουδεμία, τηλεφωνική ή οποιαδήποτε άλλη, επικοινωνία ή επαφή υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, γεγονός που αποδεικνύει έλλειψη βουλήσεως αυτών για έγγαμη συμβίωση. Ότι το γεγονός ότι ο ενάγων προσκάλεσε, με την προδιαληφθείσα εξώδικη δήλωση, την εναγομένη να τον ακολουθήσει στη Ζάκυνθο, δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι τουλάχιστον μέχρι τότε, ήτοι στις 10-4-2002, δεν είχαν κλονιστεί οι σχέσεις των διαδίκων και ότι υπήρξε μεταξύ τους κοινή επιθυμία για συμβίωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε έκφραση συγγνώμης για τη μέχρι τότε αντισυζυγική συμπεριφορά της. Ότι αντιθέτως, αμέσως μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους, ακολούθησαν δικαστικές διενέξεις μεταξύ των διαδίκων, με την άσκηση από την εναγομένη αιτήσεων και αγωγής διατροφής σε βάρος του ενάγοντος. Ότι ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών τα οποία αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο της εναγομένης, πρόσφορων αντικειμενικά να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό στην έγγαμη σχέση, τον οποίο πράγματι επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση, βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα τόσο του ισχυρού κλονισμού της εγγάμου σχέσεως των διαδίκων όσο και της μη παροχής συγγνώμης από τον αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα για την κλονιστική της έγγαμης σχέσεώς τους συμπεριφορά της τελευταίας κατά το χρόνο της συμβιώσεώς τους. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α (πράγματι δε αριθ.11 περ.α) Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη την .../10-11-2009 ένορκη βεβαίωση της Π. Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πατρών ..., παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω ενόρκως βεβαιούσα ήταν τέκνο αυτής (της αναιρεσείουσας) από προηγούμενο γάμο και συνακόλουθα δεν ήταν επιτρεπτή η λήψη υπόψη της ένορκης βεβαιώσεώς της, σύμφωνα με το άρθρο 601 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως εφαρμοζόμενο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση των από 18-11-2009 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, της οποίας σε κάθε περίπτωση η λήψη ή μη υπόψη δεν αφορά τη δημόσια τάξη, επικαλέστηκε και προσκόμισε η ίδια η αναιρεσείουσα, η οποία δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από δικές της πράξεις. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να 
απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2010 αίτηση της Α. συζ. Α. Π. το γένος Λ. για αναίρεση της 107/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ