Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
ΑΠΟΦΑΣΗ 227/2012 

Περίληψη 

Λύση και εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας
- Λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία, όπως με καταγγελία, τακτική ή έκτακτη, που επιφέρει τα αποτελέσματα της, έστω και αν δεν υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος. Μετά τη λύση της μπορεί να εγερθεί απευθείας η αγωγή για διανομή της εταιρικής περιουσίας και να ζητηθεί από τον εμφανή εταίρο η επιστροφή της εισφοράς, η οποία προηγουμένως δεν μπορεί να αξιωθεί, και η ανάλογη μερίδα από τα κέρδη, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι εταίροι να προσφύγουν στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους αντίθετη συμφωνία ή το δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να προηγηθεί η εκκαθάριση της (ΑΠ 339/98). Η εκκαθάριση γίνεται κατά τα άρθρα 780 και 782 ΑΚ. Μπορεί συμβατικά να προβλεφθεί διαφορετική ρύθμιση της διανομής της εταιρικής περιουσίας, αρκεί να μην εκτείνεται έως και του αποκλεισμού του εταίρου από την συμμετοχή του στο προϊόν της εκκαθάρισης.

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 227/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Τ. και Σία Ο.Ε", με έδρα τα Φάρσαλα, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2. Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Δ. Τ. το γένος Κ. Υ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστομένη Καραχάλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 363/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουλίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 47 έως 50 του ΕμπΝ προκύπτει ότι η αφανής εταιρία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιριών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας του καθενός (ΑΠ 860/2002, ΑΠ 823/2001, ΑΠ 1629/2001). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρίας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, τακτική ή έκτακτη, που επιφέρει τα αποτελέσματα της, έστω και αν δεν υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος, όπως απαιτείται από το άρθρο 766 ΑΚ. Μετά τη για οποιοδήποτε λόγο λύση της αφανούς εταιρίας, μπορεί να εγερθεί απευθείας η αγωγή για διανομή της εταιρικής περιουσίας και να ζητηθεί από τον εμφανή εταίρο η επιστροφή της εισφοράς, η οποία προηγουμένως δεν μπορεί να αξιωθεί, και η ανάλογη μερίδα από τα κέρδη, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι εταίροι να προσφύγουν στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους αντίθετη συμφωνία ή το δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να προηγηθεί η εκκαθάριση της (ΑΠ 339/1998). Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 780 και 782 ΑΚ, κατά την εκκαθάριση πρώτα εξοφλούνται τα κοινά χρέη των εταίρων απέναντι στους τρίτους, καθώς και όσα υπάρχουν μεταξύ των εταίρων και κατόπιν επιστρέφονται οι εισφορές, ό,τι δε απομένει μετά την εξόφληση των χρεών και την απόδοση των εισφορών διανέμεται στους εταίρους κατά το λόγο της μερίδας που έχει ο καθένας στα κέρδη. Βέβαια, οι προβλεπόμενες από τις υπόψη διατάξεις ρυθμίσεις είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι δυνατή η, με συμφωνία, των εταίρων, διαφορετική ρύθμιση της διανομής της εταιρικής περιουσίας, αρκεί να μην εκτείνεται έως και του αποκλεισμού του εταίρου από την συμμετοχή του στο προϊόν της εκκαθάρισης, το οποίο αποτελείται από την καθαρή εταιρική περιουσία (μετά την εξόφληση των χρεών και την απόδοση των εισφορών) και τα κέρδη. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/06).Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για .οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της ,τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 364/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα ότι: Με το από 3.12.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λάρισας και τροποποιήθηκε με τα από 17.2.1994, 30.1.1998, 22.4.1998, 3.7.2001 και 20.5.2004 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης καταστατικού, τα οποία επίσης δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία εταιριών, συστήθηκε η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Τ. και Σία Ο.Ε." και ομόρρυθμα μέλη τον δεύτερο εναγόμενο και την τρίτη εναγομένη, με ποσοστό συμμετοχής αυτών στα κέρδη και τις ζημίες από 4.7.2001 75% και 25%, αντίστοιχα, και με σκοπό την εκμετάλλευση ενός γραφείου γενικού τουρισμού στα Φάρσαλα του Νομού Λάρισας, Με το ως άνω από 30.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού ο ενάγων εισήλθε ως ομόρρυθμο μέλος με ποσοστά 1% στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, αφού κατέβαλε ως εισφορά το ποσό των 600.000 δραχμών, ενώ την 22.4.1998 με το ως άνω από 22.4.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού αποχώρησε από την εταιρία, αφού δήλωσε ότι δεν έχει καμιά απαίτηση κατ' αυτής (βλ. από 22.4.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό). Μετά την αποχώρηση του ο ενάγων και περί τα τέλη Απριλίου του έτους 1998 συμφώνησε προφορικά με την πρώτη εναγομένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους λοιπούς εναγόμενους, και συνέστησαν μεταξύ τους αφανή εταιρία αόριστης διάρκειας, με σκοπό την εκμετάλλευση της ως άνω επιχείρησης γενικού τουρισμού, η οποία ήδη λειτουργούσε από την πρώτη εναγομένη. Εμφανής εταίρος συμφωνήθηκε ότι θα είναι η τελευταία, η οποία εισέφερε στην εταιρία το έχον ήδη στην κυριότητα της Δ.Χ. τουριστικό λεωφορείο, τύπου ΒΟVΑ, με αριθμό κυκλοφορίας ..., και αφανής εταίρος ο ενάγων, ο οποίος εισέφερε σ' αυτή το ποσό των 6.000.000 δραχμών, το οποίο αποτέλεσε και την προκαταβολή για την αγορά νέου Δ.Χ. τουριστικού λεωφορείου, τύπου ΝΕΟΡLΑΝ, με αριθ. κυκλοφορίας ..., αξίας 30.000.000 δραχμών, κατόπιν συνάψεως σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης με την ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING, με πρώτο μίσθωμα 6.000.000 δραχμές και στη συνέχεια είκοσι (20) τριμηνιαία σταθερά μισθώματα, ύψους 1.966.855 δραχμές το καθένα, πλέον ΦΠΑ (βλ. με αριθ. .../4.5.1998 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και με αριθ. .../27.6.2003 συμβόλαιο μεταβίβασης κυριότητας αυτοκινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών ...), τα οποία θα καταβάλλονταν σταδιακά κατά την διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησης, παράλληλα δε οι εταίροι συμφώνησαν να παρέχουν και προσωπική εργασία στην εταιρία ως οδηγοί των ως άνω λεωφορείων, ενώ το ποσοστό συμμετοχής αυτών στα κέρδη και τις ζημίες θα ανέρχονταν σε 70% για την πρώτη εναγομένη και 30% για τον ενάγοντα. Η συμφωνία για την σύσταση αφανούς εταιρίας έγινε γιατί ο ενάγων ήταν ήδη καλλιεργητής χωραφιών με βαμβάκι (βλ. επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα καταστάσεις ελέγχου παραγωγών του επίδικου χρονικού διαστήματος) και δεν ήθελε να εμφαίνεται ως εταίρος, δεδομένου ότι δεν θα εδικαιούτο επιδότηση για τις καλλιέργειες του. Η ως άνω αφανής εταιρία λειτούργησε μέχρι τα τέλη Απριλίου του έτους 2005, οπότε και λύθηκε με κοινή συμφωνία των εταίρων. Να σημειωθεί δε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν συντάχθηκε έγγραφο για την σύσταση της ως άνω εταιρίας, λόγω της συγγενικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ του ενάγοντα και της τρίτης εναγομένης και της μεταξύ αυτών σχέσεως εμπιστοσύνης (βλ. κατάθεση μάρτυρος ενάγοντα Σ. Τ. στην ως άνω με αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση). Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν λειτούργησε αφανής εταιρία, αλλά ο ενάγων περιστασιακά εργαζόταν στην πρώτη εναγομένη ως οδηγός, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός προβληθείς και πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερόμενος με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Γ. Τ., που εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδρίασης αυτού) προκύπτουν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η συμφωνία για την σύναψη της αφανούς εταιρίας, για τις εισφορές των εταίρων και για τη λύση της με κοινή συμφωνία αυτών τον μήνα Απρίλιο του έτους 2005. Η κατάθεση δε αυτή ενισχύεται από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα αντίγραφο βιβλιαρίου ταμιευτηρίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο προκύπτει ότι τηρούνταν κοινός λογαριασμός μεταξύ του τελευταίου και της τρίτης. εναγομένης, ομορρύθμου μέλους, όπως προαναφέρθηκε, της πρώτης εναγομένης, όπου διακινούντο σημαντικά ποσά, πράγμα το οποίο δικαιολογείται από την ύπαρξη μεταξύ τους εταιρικού δεσμού, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Π., Α. Α. και Σ. Τ., που εξετάστηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Φαρσάλων ..., οι οποίοι καταθέτουν ότι συμμετείχε ως εταίρος ο ενάγων στην πρώτη εναγομένη και ότι εισέφερε σ' αυτή το ποσό των 6.000.000 δραχμών, το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του από την πώληση ενός κτήματος τους (βλ. και με αριθ. .../18.3.1998 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Φαρσάλων ..., που αφορά την πώληση του εν λόγω κτήματος, εκτάσεως επτά στρεμμάτων, αντί τιμήματος 3.500.000 δραχμών) και από την σύναψη δανείου με τον πεθερό του (βλ. και κατάθεση μάρτυρος εναγομένων Α. Π., που περιέχεται στην ως άνω με αριθ. 7791/2008 ένορκη βεβαίωση, όπου καταθέτει ότι ο ενάγων- σύζυγος της δανείστηκε από τον πατέρα της και πεθερό του το ποσό των 2.000.000 δραχμών). Αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων Ν. Τ., που εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδρίασης), η οποία κατέθεσε ότι ο ενάγων δεν υπήρξε αφανής εταίρος, αλλά εργαζόταν περιστασιακά ως οδηγός στα λεωφορεία της πρώτης εναγομένης δεν κρίνεται πειστική, δεδομένου ότι αναιρείται τόσο από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα πίνακες μηνιαίας αναπαύσεως του επίδικου χρονικού διαστήματος, που κατέθετε η πρώτη εναγομένη στην Επιθεώρηση Εργασίας Λάρισας, από τους οποίους προκύπτει ότι ο ενάγων είχε δηλωθεί ως μόνιμος οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. τουριστικού λεωφορείου, όσο και από το προαναφερόμενο αντίγραφο βιβλιαρίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Εντεύθεν τα ίδια δεχθείσα ως προκύψαντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και η εκκαλουμένη απόφαση σωστά τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω όμως δεν αποδείχτηκε ότι μετά την λύση της αφανούς ως άνω εταιρίας ακολούθησε συμφωνία εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας μεταξύ των εταίρων - ενάγοντα και πρώτης εναγομένης-, ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων ανέρχονταν στο ποσό των 143.000 € (αξία τουριστικών λεωφορείων και κέρδη) και ότι συμφώνησαν από το ποσό αυτό να λάβει ο ενάγων ως αποζημίωση ποσοστό 30%, ήτοι το ποσό των 42.900 €, το οποίο έπρεπε να του καταβληθεί σε τέσσερεις δόσεις, ήτοι : α) το ποσό των 10.000 € άμεσα με την αποχώρησή του, β) το ποσό των 11.000 € μέχρι τον μήνα Αύγουστο του έτους 2005, γ) το ποσό των 11.000 € μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 και δ) το ποσό των 10.900€ μέχρι το Πάσχα του έτους 2006. Συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε συμφωνία και προσπάθεια για διακανονισμό των μεταξύ των εταίρων δοσοληψιών και κατά συνέπεια και συμφωνία τους για λήψη ποσοστού 30% από τον ενάγοντα από τα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία, ως προς τα οποία πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχτηκε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 143.000 € (αξία εισφερθέντων τουριστικών λεωφορείων + κέρδη), δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα κέρδη της αφανούς εταιρίας από την εν γένει δραστηριότητα της ανέρχονταν στο ποσό των 30.000 € (ουδόλως προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία που τηρήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την εξεύρεση των εσόδων της εταιρίας). Οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα είναι αόριστες και δεν προκύπτει με σαφήνεια απ' αυτές ότι ακολούθησε τη λύση της αφανούς εταιρίας συμφωνία των εταίρων για εκκαθάριση των μεταξύ των εταίρων δοσοληψιών και για συντελεσθείσα εν τέλει, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, εκκαθάριση από την οποία προέκυψαν κέρδη κατά την διάρκεια της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας, ανερχόμενα στο ποσό των 30.000 €, καθώς επίσης και συμφωνία λήψης εκ μέρους του ενάγοντα αποζημίωσης ανερχόμενης σε ποσοστό 30% επί της εκκαθαρισθείσας εταιρικής περιουσίας, τα όσα δε ειδικότερα η μητέρα του ενάγοντα Σ. Τ. καταθέτει στην ως άνω με αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωσή της, δηλαδή ότι μετά την λύση της εταιρίας και όταν ο δεύτερος εναγόμενος προσήλθε στην οικία του ενάγοντα για να παραλάβει τα κλειδιά του τουριστικού λεωφορείου έκαναν "λογαριασμό" και συμφώνησαν να του δώσει "40.000 €", δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η διαδικασία εκκαθάρισης των δοσοληψιών των εταίρων για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (1998-2005), θα απαιτούσε πολύ χρόνο και έλεγχο και λογαριασμό εσόδων και λειτουργικών εξόδων της εταιρίας και δεν θα ήταν δυνατόν να διεκπεραιωθεί στην διάρκεια μίας επίσκεψης. Είναι βέβαια γεγονός ότι σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα κατατέθηκε από την πρώτη εναγομένη την 27.5.2005 το ποσό των 10.000 €, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι το ποσό αυτό αποτελούσε την πρώτη δόση της αποζημίωσης, που ισχυρίζεται ότι εδικαιούτο ο ενάγων, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχαν και άλλες οικονομικές συναλλαγές (βλ. κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης Ν. Τ. στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, όπου επί λέξει καταθέτει: "... Δώσαμε στον κ. Τ. 10.000 ευρώ επειδή ο πατέρας μου ταξίδευε εκτός και του έδωσε αυτά τα χρήματα για τη συνεργασία τους με το λεωφορείο ...". Εντεύθεν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή από ουσιαστική πλευρά και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 42.900 € ως αποζημίωσή του, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτή διακρίσεις, εσφαλμένα τις προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και τα υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα κατ' ουσίαν. Ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα ως άνω πραγματικά γεγονότα. Με τις παραδοχές αυτές δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, ενώ έχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, όπως αυτές εκτίθενται παραπάνω. Δεν έλαβε υπόψη ανύπαρκτο (μη προβληθέντα) λόγο εφέσεως, αφού, με το σύνολο του δικογράφου της εφέσεως, οι εκκαλούντες παρεπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Δεν ηδύνατο δε να εξετάσει την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής διότι αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά της οποίας ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση. Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2010 αίτηση του Κ. Δ. Τ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 363/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ