Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 851/2015

Περίληψη

Δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο - Συμφέρον του τέκνου - Απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης σε διαφορές σχετικά με την επικοινωνία -. Δικαίωμα επικοινωνίας γονέα που δε διαμένει με το τέκνο. Περιορισμοί διότι ευρισκόταν σε εξέλιξη πραγματογνωμοσύνη για τη διερεύνηση σεξουαλικής κακοποίησης. Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρύθμιση όμως αυτού του δικαιώματος λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που υπάρχει όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου. Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, με συνεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και το διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Στις διαφορές του άρθρ. 681 Β επ. ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν την επικοινωνία των γονένων με το τέκνο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Η παράλειψη διενεργείας απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης, ιδρύει την περιπτ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εφόσον όμως είχε προταθεί νομίμως στο δεύτερο βαθμό ισχυρισμός για την παράλειψη αυτή.

Αριθμός 851/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Η. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ.Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αργυροηλιόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της εκπροσωπούμενης από αυτήν ανήλικης κόρης των διαδίκων Β., και με την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 568/2013 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτό παραγγελία του δικηγόρου Λαρίσης Θωμά Παπαλιάγκα για επίδοσή του προς αυτήν, με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (27-10-2014) κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση με σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (9-3-2015), και με την επισημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Γ. Γ. περί επιδόσεώς του, σε συνδυασμό με το ...12-3-2014 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Λαρίσης Χρήστου Τσιαμούρα το οποίο υπάρχει στη δικογραφία και με το οποίο ο προαναφερθείς δικηγόρος διορίστηκε πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος για τη διεξαγωγή της παρούσης δίκης, προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Δεδομένου δε ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 1520 παρ.1 και 3 Α.Κ., όπως αυτό ισχύει μετά το ν.1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ως καθιερούμενο δικαίωμα, εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1510 έως 1518 Α.Κ.) και απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρύθμιση όμως αυτού του δικαιώματος λαμβάνεται υπόψη πρωτίστως το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που υπάρχει όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου. Το συμφέρον του τέκνου, ως κριτήριο για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, αποτελεί αόριστη νομική έννοια που εξειδικεύεται από το δικαστήριο ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, με συνεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και το διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής (Α.Π.255/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Λάρισα την 15-11-2003 και απέκτησαν μια κόρη, τη Β., που γεννήθηκε την 31-7-2006 και η οποία ζει με τη μητέρα της αφού η συμβίωση των διαδίκων έχει διακοπεί. Με την εκκαλούμενη απόφαση ανατέθηκε η επιμέλεια της ανήλικης στην ενάγουσα... Όσον αφορά το θέμα της επικοινωνίας της ανήλικης με τον πατέρα της προέκυψαν τα εξής: Την 11-2-2010, δηλαδή μετά τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας η υπό ιδία ημερομηνία έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού του Οργανισμού Κοινωνικής Πολιτικής του Δήμου Λαρισαίων Β. Δ., με την οποία προτείνεται ιατροδικαστική εξέταση της ανήλικης και αξιολόγηση από παιδοψυχίατρο. Κι αυτό διότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, μετά από συνάντηση της ως άνω κοινωνικής λειτουργού με την ενάγουσα την 10-2-2010, η τελευταία την πληροφόρησε ότι η ανήλικη εκφράζει άρνηση να πηγαίνει στον πατέρα της, επιθετική συμπεριφορά και αποστροφή στο ανδρικό πρότυπο και ότι όταν επιστρέφει στο σπίτι της ενάγουσας περιγράφει πως ο πατέρας της θωπεύει τα γεννητικά της όργανα, όπου υπάρχει ορατός δερματολογικός ερεθισμός. Με την 7/12-2-2010 διάταξη του ως άνω εισαγγελέα απαγορεύθηκε η επικοινωνία του πατέρα με την ανήλικη μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση και διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης προς διερεύνηση αν τελέστηκαν από τον εναγόμενο τα αδικήματα της αποπλάνησης παιδιού, προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και ελευθερίας μετά την υποβολή της υπό την ιδία ημερομηνία σχετικής έγκλησης της ενάγουσας κατά του εναγομένου. Η ανήλικη εξετάστηκε από την Ιατροδικαστή Λάρισας Ρ. Λ., η οποία στην από 12-2-2010 έκθεσή της αναφέρει ότι δεν βρήκε στοιχεία ενδεικτικά σεξουαλικής κακοποίησης, πλην όμως θα μπορούσε να υπάρχει σεξουαλική κακοποίηση χωρίς ορατά ευρήματα, που θα γινόταν αντιληπτή από χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του παιδιού και καταλήγει η ως άνω ιατροδικαστής ότι κρίνεται απαραίτητη η εξέταση αυτού από ειδικό παιδιοψυχολόγο. Στη συνέχεια η ανήλικη εξετάσθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας από την παιδοψυχίατρο Χ. Β., η οποία στη σχετική από 17-3-2010 έκθεσή της αναφέρει ότι η ανήλικη δεν έκανε καμία αναφορά στα επίμαχα συμβάντα, πλην όμως το γεγονός αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί στο πλαίσιο απώθησης γεγονότων που προκαλούν συναισθηματική φόρτιση είτε ως ανυπαρξία αντίστοιχων μνημονικών εγγραφών, καταλήγοντας ότι δεν είναι δυνατή η εξαγωγή σαφών και έγκυρων συμπερασμάτων σχετικά με τα προαναφερόμενα λόγω του αναπτυξιακού σταδίου που διανύει το παιδί. Μετά ταύτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας με την 22/19-4-2010 διάταξή του επέτρεψε την επικοινωνία του με το παιδί με τον όρο να υποβληθεί αυτός σε ψυχιατρική εκτίμηση. Ακολούθως με την 1673/7-7-2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας μετά από αίτηση της ενάγουσας ανεστάλη κατά ένα μέρος η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης μέχρις ότου εκδοθεί η παρούσα απόφαση και ρυθμίσθηκε η επικοινωνία του εναγομένου με το παιδί ως εξής: Κάθε Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 18.00 έως 20.30 και το δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 10.30 έως 19.00 με τον όρο ότι η επικοινωνία του πατέρα με το παιδί θα γίνεται με την παρουσία τρίτου προσώπου του οικογενειακού περιβάλλοντός του. Την 25-1-2011 μετά από νέα παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας η ανήλικη εξετάσθηκε από την παιδοψυχίατρο Κ. Μ., η οποία στην υπό την ιδία ημερομηνία έκθεσή της συμπεραίνει ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να αποφανθεί ότι πράγματι έλαβε χώρα το διερευνώμενο γεγονός αλλά ούτε και ότι αυτό δεν έγινε ποτέ, κι αυτό διότι αφενός πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα από τα επίμαχα συμβάντα, αφετέρου δε διότι η πολύ μικρή ηλικία του παιδιού του επιβάλλει απώθηση τέτοιων γεγονότων που προκαλούν έντονη συναισθηματική φόρτιση. Την 27-7-2011 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας απέρριψε την ως άνω εξήγηση [εννοείται: έγκληση] της ενάγουσας κατά του εναγομένου, ενώ στη συνέχεια μετά από προσφυγή της ενάγουσας κατά της εν λόγω απορριπτικής έγκλησης διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που έγινε δεκτή από τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εναγομένου για το αδίκημα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας προσώπου νεοτέρου των δώδεκα ετών κατ' εξακολούθηση, εκδοθέντος ακολούθως του 282/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εναγομένου για το ως άνω διάστημα [εννοείται: αδίκημα]. Στο μεταξύ η ενάγουσα, αφού έλαβε από την υπηρεσία της στο Δήμο Λαρισαίων άδεια άνευ αποδοχών, μετακόμισε και διαμένει στην Αθήνα μαζί με την ανήλικη, η οποία εγγράφηκε για το έτος 2012-2013 στην πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων Κ. Γ. Τέλος μετά από αγωγή του εναγομένου κατά της ενάγουσας για ανάθεση σ' αυτόν της επιμέλειας της ανήλικης εκδόθηκε η 415/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η εξέταση τόσο των διαδίκων όσο και της ανήλικης από πραγματογνώμονα ψυχίατρο, προκειμένου να διαπιστωθεί για τους μεν γονείς αν αυτοί πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή, για την δε ανήλικη αν η στάση αυτής απέναντι στον πατέρα της οφείλεται σε προσωπικές της διαπιστώσεις ή είναι αποτέλεσμα επιδράσεων της μητέρας της και του οικογενειακού περιβάλλοντος αυτής, αν η σχέση με τη μητέρα της είναι φυσιολογική ή υποδηλώνει παθολογική εξάρτηση, όπως κατά τα λοιπά ορίζεται ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και μέχρι να αποκατασταθεί μεταξύ των μερών η αμοιβαία εμπιστοσύνη και αίσθηση ασφάλειας που απαιτείται για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη της ανήλικης, η οποία αγαπά και τους δύο γονείς της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ήδη η ενάγουσα με το παιδί διαμένει πλέον στην Αθήνα και είναι δυσκολότερη η επικοινωνία του εναγομένου-αντενάγοντος με αυτό, πρέπει να καθορισθεί επί του παρόντος η επικοινωνία του εναγομένου-αντενάγοντος με αυτό ως εξής: Ο αντενάγων θα επικοινωνεί με το παιδί κάθε Σάββατο και Κυριακή από ώρα 11 π.μ. έως ώρα 15 μ.μ., παρουσία τρίτου προσώπου επιλογής της μητέρας του παιδιού, παραλαμβάνοντας το παιδί στον τόπο διαμονής του. Επίσης να απειληθεί κατά της αντεναγομένης χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε παράβαση της εν λόγω διάταξης". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή μόνο κατά το σκέλος της που αφορούσε τη ρύθμιση της επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με το τέκνο των διαδίκων και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ανταγωγή του αναιρεσείοντος, ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος, 1510, 1511, 1512-1514 και 1520 Α.Κ. ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ρυθμίσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του με βάση το συμφέρον του ανηλίκου. Η αναφορά ότι η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει "μέχρι να αποκατασταθεί μεταξύ των μερών η αμοιβαία εμπιστοσύνη και αίσθηση ασφάλειας που απαιτείται για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη της ανήλικης", αυτό ακριβώς υποδηλώνει, ότι δηλαδή το αληθινό συμφέρον του τέκνου (που κατά τ' ανωτέρω υπάρχει όταν η επικοινωνία συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου και της προσωπικότητας του ανηλίκου) υπαγορεύει να ρυθμισθεί η επικοινωνία του αναιρεσείοντος με αυτό κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο.

Συνεπώς οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.115/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο ρύθμισε την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο του, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο προσδιορισμού του συμφέροντος του ανηλίκου την αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων και του αισθήματος ασφάλειας της αναιρεσίβλητης, χωρίς να έχει προβληθεί από την τελευταία αντίστοιχος αυτοτελής ισχυρισμός που κατέτεινε στην παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του. Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη από το εφετείο, χωρίς να έχουν προταθεί από την αναιρεσίβλητη, δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση νόμιμης ενστάσεως ή αντενστάσεως αλλά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητος του ανταγωγικώς υποβληθέντος αιτήματός του προς ρύθμιση της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ήτοι: α) το 282/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαρίσης, την από 29-6-2012 αίτηση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών κατά του ανωτέρω βουλεύματος και την από 2-7-2012 απόρριψή της, καθώς και την από 11-7-2012 αίτησή της ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την αναίρεση του βουλεύματος, η οποία επίσης απορρίφθηκε με την από 17-7-2012 απόφαση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, β) την από 29-9-2011 βεβαίωση της παιδοψυχιάτρου Κ. Μ. και την από 25-4-2012 έκθεση ένορκης καταθέσεως της ίδιας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, γ) την από 18-4-2012 βεβαίωση της παιδοψυχολόγου Ν. Γ., δ) τη 1863/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης και τη 2824/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης και ε) το από 13-9-2011 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λαρίσης. Ο λόγος είναι αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και "από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, αν και γίνεται ρητή αναφορά του πρώτου από τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο α (282/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαρίσης). Κατά το άρθρο 681Γ εδ.β Κ.Πολ.Δ. στις διαφορές του άρθρου 681Β επ. του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Η μη κήρυξη προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.2130/2007). Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προτάσεως αυτής (Ολ.Α.Π.16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι ενώ δεν τηρήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η τασσόμενη με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως υποχρέωση αυτού για απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, το εφετείο παρά το νόμο δεν διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να εμφανισθούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι ενώπιόν του και να επιχειρηθεί η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της συζητήσεως ενώπιον του εφετείου. Σε κάθε περίπτωση όμως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι από τα 134/2010 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, ενώπιον του οποίου εκδικάστηκε η υπόθεση σε πρώτο βαθμό, προκύπτει ότι τηρήθηκε η υποχρέωση αυτού για απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2014 αίτηση του Β. Η. για αναίρεση της 568/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 15 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ