Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 848/2014

Περίληψη

Μίσθωση κατοικίας - Αποζημίωση χρήσης - Φθορές στο μίσθιο - Αντιφατικές διατάξεις - Δικαστική ομολογία -. Παράνομη κατακράτηση του μισθίου μετά τη λήξη της σύμβασης. Αποζημίωση χρήσης. Οφειλή ποινικής ρήτρας. Δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού. Ο μισθωτής υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία, που υφίσταται ο εκμισθωτής από τις αυθαίρετες μεταβολές του μισθίου και τις ανεπίτρεπτες πέραν της συνήθους χρήσης φθορές του. Οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε, στην παραγραφή δε αυτή υπόκειται κάθε αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση για φθορές, ακόμη και αν αυτή πηγάζει από αδικοπραξία.

Αριθμός 848/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό Αρεοπαγίτες.

    ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

    Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Φωτοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

    Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Ν. του Ν. και 2 Α. Κ. του Κ., συζ. Σ. Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξαναλάτο, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1296/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5593/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με αριθ. κατάθ.391/3-6-2013 αίτησή της.

    Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

    Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 391/3-6-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5593/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

    Με την από 17-7-2009 αγωγή η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη μισθωτική σύμβαση μεταξύ αυτής και των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) μισθωτών, δυνάμει της οποίας εκμίσθωσε σ' αυτούς το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο (κατοικία), ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν α) κατ' ίσα μέρη, το ποσό των 1.227,97 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης λόγω παράνομης κατακράτησης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης και για δαπάνες ύδρευσης και β) εις ολόκληρο έκαστος, ποσό 8.900 ευρώ, για κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, λόγω παράβασης της υποχρέωσης των εναγομένων προς έγκαιρη απόδοση του μισθίου, ποσό 5.840,09 ευρώ για αποκατάσταση των φθορών που προκάλεσαν στο μίσθιο, οι οποίες δεν οφείλονται στη συνήθη χρήση, και ποσό 1.410 ευρώ, που αντιστοιχεί στα τέλη χρήσης αποχέτευσης ΕΥΔΑΠ, για την περίοδο, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι έκαναν χρήση του μισθίου.

    Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1296/2010 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα 8.665,35 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις και τα δύο διάδικο μέρη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης για την αποκατάσταση φθορών, πλην δύο κονδυλίων για αντικατάσταση μοκέτας και καθαρισμό ντουλαπιών της κουζίνας, ποσών 2.350 και 200 ευρώ, αντίστοιχα, και στη συνέχεια δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 31-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα εκμίσθωσε στους εναγομένους μία μονοκατοικία, που βρίσκεται στη …(επί της οδού …αρ. …), για να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία αυτών. Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε τριετής, ήτοι από 1-11-2005 έως 31-10-2008, αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, προκαταβαλλομένου εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μήνα. Κατά την κατάρτιση της μισθωτικής συμβάσεως οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ ως εγγυοδοσία για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης με τη ρητή συμφωνία ότι το ποσό αυτό θα επιστραφεί στους μισθωτές μετά την εμπρόθεσμη κατά τη λήξη της μίσθωσης αποχώρησή τους από το μίσθιο, την παράδοση τούτου και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών, μη επιτρεπομένου του συμψηφισμού του εν λόγω ποσού με μισθώματα ή άλλες οφειλές των μισθωτών προς την εκμισθώτρια (βλ όρο υπ' αριθ. 4 του μισθωτηρίου), ενώ με τον 17 όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του μισθώματος και των λογαριασμών που αφορούν το μίσθιο, αλλά και σε κάθε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε από τους όρους της μισθώσεως η εγγυοδοσία θα καταπίπτει σαν ποινική ρήτρα υπέρ της εκμισθώτριας. Ωσαύτως με τον 10 όρο του μισθωτηρίου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι κατά τη λήξη της μίσθωσης οι μισθωτές υποχρεούνται να αποδώσουν το μίσθιο στην εκμισθώτρια, στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβαν, διαφορετικά υποχρεούνται να καταβάλλουν ποσό ίσο με το 1/5 του μηνιαίου μισθώματος για κάθε ημέρα καθυστέρησης σαν ποινική ρήτρα. Λίγες ημέρες πριν από τη συμβατική λήξη της μισθώσεως (31-10-2008) οι εναγόμενοι συμφώνησαν με την ενάγουσα να παραμείνουν στο μίσθιο για έναν επιπλέον μήνα μετά τη συμβατική λήξη της μισθώσεως, ήτοι και τον μήνα Νοέμβριο 2008, καταβάλλοντας το αντίστοιχο μίσθωμα. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι παρέμειναν στο μίσθιο μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 2008, οπότε απέδωσαν το μίσθιο στην ενάγουσα και παρέδωσαν τα κλειδιά του στον μεσίτη της ενάγουσας, ονόματι Β., προκειμένου να δείχνει το μίσθιο σε υποψήφιους μισθωτές. Για το χρονικό διάστημα της παράνομης παρακράτησης του μισθίου οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό του συμφωνημένου μισθώματος (αρθ. 601 ΑΚ), ήτοι το ποσό των 66.66 ευρώ (500:30=16.66.Χ 4). ενώ δεν αποδείχθηκε ότι εξ αιτίας της ως άνω ολιγοήμερης παρακράτησης του μισθίου η ενάγουσα δεν μπόρεσε να το εκμισθώσει σε τρίτο πρόσωπο αντί 700 ευρώ μηνιαίως και ότι απώλεσε με αυτό τον τρόπο το ποσό των 193,33 ευρώ, απορριπτόμενου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού αγωγικού κονδυλίου. Ωσαύτως, οι εναγόμενοι σύμφωνα με τον όρο 12 του μισθωτηρίου κατά τον οποίο οι μισθωτές βαρύνονται με τις δαπάνες των παροχών κοινής ωφέλειας προς το μίσθιο, οφείλουν για κατανάλωση ύδατος και τέλη χρήσεως της αποχετεύσεως τα ποσά των 51,31 και 1.414 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία κατέβαλλε η ενάγουσα μετά την αποχώρησή τους από το μίσθιο. Περαιτέρω, εξ αιτίας της μη απόδοσης του μισθίου κατά τη λήξη της μισθώσεως στις 30-11-2008 και μάλιστα στην ίδια κατάσταση που το παρέλαβαν (δεδομένου ότι παρέδωσαν το μίσθιο με φθορές) οι εναγόμενοι οφείλουν στην ενάγουσα ως ποινική ρήτρα το ποσό των εκατό (100) ευρώ ημερησίως (δηλαδή το 1/5 του μηνιαίου μισθώματος) για κάθε ημέρα καθυστερήσεως της αποδόσεως του μισθίου και συνολικά το ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ (4 ημέρες Χ 100 ευρώ), ενώ το ποσό της εγγυοδοσίας κατέπεσε σαν ποινική ρήτρα υπέρ της ενάγουσας λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής των λογαριασμών που αφορούν το μίσθιο (όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω) και λόγω μη εμπρόθεσμης απόδοσης του μισθίου κατά τη λήξη της μισθώσεως, απορριπτόμενης της ενστάσεως των εναγομένων περί συμψηφισμού του ποσού της εγγυοδοσίας με τις αγωγικές αξιώσεις, ως αβάσιμης κατ' ουσία. Τέλος, δεδομένου ότι το μίσθιο αποδόθηκε στην ενάγουσα στις 4 Δεκεμβρίου 2008, οπότε η τελευταία και το ανέλαβε, η δε κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε την 22-7-2009 (σχετ. η .../22-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …) οι αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας εκμισθώτριας προς αποζημίωση λόγω φθορών του μισθίου και ειδικότερα όσες κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες, (ήτοι οι προαναφερθείσες στην παρ. II της παρούσας υπ' αρ. 5 και 6, καθώς και οι επιδικασθείσες με την εκκαλούμενη απόφαση αξιώσεις ύψους 216,71 ευρώ και οι απορριφθείσες, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, με την ίδια απόφαση, συνολικού ύψους 638,46 ευρώ), έχουν υποκύψει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες λόγω παραγραφής. Έτσι, το σύνολο των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 1.931.97 ευρώ (51.31 +1414+66,66+400), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".

    Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, κατ' ισομοιρία, το ποσό των 1.931,97 ευρώ.

    Επειδή, κατά το αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται και αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα, δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (Α.Π.728/2010, 41/2009, 23/2010, 336/2004 1.543/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ., διότι, αφενός δέχθηκε ότι το μίσθιο της αποδόθηκε στις 4-12-2008 και αφετέρου της επιδίκασε το ποσό των 51,31 ευρώ, που αφορά σε δαπάνες για κατανάλωση ύδατος μεταγενέστερης περιόδου (από 15-12-2008 έως 15-3-2009). Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, αναφερόμενος μόνο σε πλημμέλεια των, μη επεχουσών θέση διατακτικού, αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και μη συνοδευόμενος και από την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό αυτής, δεν ιδρύει την πλημμέλεια του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προσάπτει η αναιρεσείουσα, αλλά εκείνη του αρ. 19 του ως άνω άρθρου. Πέραν τούτου δε, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η παραδοχή, ότι το προαναφερόμενο ποσό αναφέρεται σε μεταγενέστερη της απόδοσης του μισθίου χρονική περίοδο, καταναλώσεως ύδατος από τους αναιρεσίβλητους και επομένως ο προσήκων από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος.

    Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1413/2010, 1763/2007). Στην έννοια των αποδείξεων που ιδρύουν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία την οποία το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι την επικαλέσθηκε ο αντίδικος του ομολογήσαντος, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να τη λάβει υπόψη του^ καίτοι περιείχε σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε βάση καταλυτικού ισχυρισμού εκείνου που επικαλείται την ομολογία (Α.Π. 469/2009, 1336/2008, 1711/2008). Περαιτέρω, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη (Α.Π. 1665/2005, 671/2005, 1546/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αρ. 7839/29-10-2009, 7840/29-10-2009, 8026/4-11-2009, 8027/29-10-2009 και 8028/4-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων, και τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε, καθώς και την ανωμοτί εξέταση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την περιεχόμενη σ' αυτή ομολογία αυτής περί του ότι η απόδοση του μισθίου δεν έγινε στις 4-12-2008, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι α) από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και την ανωμοτί εξέταση, αφού ρητώς μνημονεύει τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, και β) από την περικοπή της ανωμοτί εξέτασης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που επικαλείται η αναιρεσείουσα "Φύγαμε 4 Δεκεμβρίου. Τα κλειδιά τα παραδώσαμε στον κ. Β. ... Το κοντρόλ της γκαραζόπορτας τους το κρατούσα γιατί δούλευε ο τεχνικός", δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένη παραδοχή του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι η απόδοση σ' αυτήν του μισθίου δεν έλαβε χώρα στις 4-12-2008 αλλά στις 29-1-2009. Αντιθέτως, η εν λόγω αναιρεσίβλητη επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της, ότι απέδωσε το επίδικο μίσθιο την 4-12-2008.

    Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό προς το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μισθώσεως με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, Έτσι, ο μισθωτής έχει υποχρέωση αφενός μεν να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, αφετέρου δε να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Διαφορετικά, ο μισθωτής υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία, που υφίσταται ο εκμισθωτής από τις αυθαίρετες μεταβολές του μισθίου και τις ανεπίτρεπτες πέραν της συνήθους χρήσης φθορές του (Α.Π. 1413/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 602 εδ α' ΑΚ οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε, στην παραγραφή δε αυτή υπόκειται κάθε αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση για φθορές, ακόμη και αν αυτή πηγάζει από αδικοπραξία (Α.Π. 513/2009, 852/2001).

    Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το συμβατικό χρόνο λήξης της επίδικης μίσθωσης (31-10-2008), τη μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων για παραμονή των αναιρεσίβλητων - μισθωτών στο μίσθιο επί έναν επί πλέον μήνα, το χρόνο που αποδόθηκε τελικώς το μίσθιο στην αναιρεσείουσα - μισθώτρια, περιστατικό κρίσιμο για την έναρξη της εξάμηνης παραγραφής, παραθέτοντας και τον τρόπο, με τον οποίο έγινε η απόδοση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Όμως, καθ' όσο μέρος με τον λόγο αυτό προσάπτεται στην προσβαλλομένη, ότι δεν αιτιολογεί πώς κατέληξε στην ανωτέρω ημερομηνία παράδοσης του μισθίου (4-12-2008) και δεν κάνει αναφορά στην ημερομηνία της 29-1-2009, η οποία επισημαίνεται στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του όρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό ζήτημα.

    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 391/3-6-2013 αίτηση για αναίρεση της 5593/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

    Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

    Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

    ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2014.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ