Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
Απόφαση 781/2013

Περίληψη

Αξίωση ορισμένου αγωγής - Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα - Ποσοστό συμμετοχής-. Στοιχεία ορισμένου αγωγής με την οποία ζητείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Εν μέρει νόμω αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, λόγω του ότι δεν επικαλέσθηκε και δεν προσδιόρισε σ' αυτήν, κατά ποιο ποσό, η συνεισφορά της με την παροχή υπηρεσιών της κατ' άρθρο 1389 ΑΚ, ήταν υπερβάλλουσα, για να κριθεί κατά το άρθρο 1400 ΑΚ ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της. Δωρεά από τον σύζυγο στη σύζυγο ως αναγνώριση για τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου. Κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα πρώην σύζυγος συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου πρώην συζύγου της κατά ποσοστό 40%. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αριθμός 781/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

    Της αναιρεσείουσας: Δ. θυγ. Γ. Γ. πρώην συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Στεργιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

    Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26 Οκτωβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 6 Οκτωβρίου 1999 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2000 μη οριστική, 369/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1101/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή της.

    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983. "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

    Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Εξάλλου, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η έλλειψη δε αυτή (αναφορά του υπερβάλλοντος ποσού από την αποτίμηση των υπηρεσιών) καθιστά την αγωγή νομικά αβάσιμη (ΑΠ 430/2002, 1678/2005). Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

    Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

    Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1979, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά. Ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διάρκεσε μέχρι το Νοέμβριο του 1994, οπότε διακόπηκε και έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση. Ότι ο εναγόμενος σύζυγος της, ο οποίος δεν είχε καμιά περιουσία κατά την τέλεση του γάμου, κατά τη διάρκεια αυτού απέκτησε τα περιουσιακά στοιχεία που αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή, συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 65.000.000 δραχμές. Ότι στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 55% από τα εισοδήματά της από την εργασία της, από την περιουσία της, από την παροχή προσωπικής εργασίας στην κοινή οικογενειακή επιχείρηση, καθώς και από την παροχή των προσωπικών υπηρεσιών της στις ανάγκες της οικογένειας, η οποία (παροχή) αποτιμάται στο ποσό των 15.000 δρχ. μηνιαίως κατά το πρώτο έτος του γάμου και έκτοτε αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 20% ετησίως. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της ανέρχεται σε ποσοστό 55% και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 36.850. 000 δρχ. (ήδη 108.143,80 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής κυρίως μεν κατά τις διατάξεις περί αποκτημάτων γάμου και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Εξάλλου, εναγόμενος με την από 6.10.1999 ανταγωγή του, που άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο με αύξ. αριθμό καταθ. 7547/1452/1999 εξέθετε τα εξής: "... ότι η αντεναγομένη σύζυγος του, η οποία δεν είχε καμία περιουσία κατά την τέλεση του γάμου, κατά τη διάρκεια αυτού απέκτησε, πλην του ακινήτου (αγρού) που της μεταβίβασε το έτος 1990, λόγω γονικής παροχής, ο πατέρας της, και το εξ αδιαιρέτου του εκεί περιγραφομένου ακινήτου επί του οποίου έχει ανεγερθεί οικία συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 30.000.000 δρχ. Ότι στην αύξηση της περιουσία της αντεναγομένης συνέβαλε εις ολόκληρον ο ίδιος από τα εισοδήματά του από την εργασία του. Μετά δε, από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η αντεναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 30.000.000 δρχ. (ήδη 88.041,08 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής κυρίως μεν κατά τις διατάξεις περί αποκτημάτων γάμου και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού". Με τον ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή της αναιρεσείουσας, ήταν εν μέρει νόμω αβάσιμη, λόγω του ότι δεν επικαλέσθηκε και δεν προσδιόρισε σ' αυτήν, κατά ποίο ποσό, η συνεισφορά της με την παροχή υπηρεσιών της κατ' άρθρο 1389 ΑΚ, ήταν υπερβάλλουσα, για να κριθεί κατά το άρθρο 1400 ΑΚ ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, από τους διαδίκους, αποφάνθηκε ομοίως, δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

    2. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα το οποίο αναφέρεται σε ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

    Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην ... στις 19.8.1979 σε ηλικία ο μεν σύζυγος 28 ετών, η δε σύζυγος 18 ετών. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Γ. που γεννήθηκε το έτος 1980 και τον Κ. που γεννήθηκε το έτος 1983. Αρχικά οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, όπου εργάζονταν και οι δύο. Η μεν ενάγουσα-αντεναγομένη εργαζόταν στο εργοστάσιο φαρμάκων του Μαρινόπουλου, ο δε εναγόμενος-αντενάγων αρχικά σε κάποια βιοτεχνία υποδημάτων και ακολούθως ως εφαρμοστής σε μηχανοποιείο από την εργασία τους αυτή απεκέρδαιναν περίπου τα ίδια εισοδήματα. Όλα όμως όσα κέρδιζαν από τις εργασίες τους αυτές τα δαπανούσαν για τις ανάγκες της οικογένειάς τους. Καμιά αποταμίευση δεν αποδείχθηκε ότι έκαναν κατά τα έτη που εργάζονταν στην Ελλάδα .Το έτος 1982 αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην ... και δη στην πόλη ..., όπου ας σημειωθεί ο σύζυγος κατοικούσε και εργαζόταν κατά τα έτη 1969-1978. Κατά τους πρώτους μήνες της εγκατάστασης τους εκεί η μεν ενάγουσα-αντεναγομένη, η οποία ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί, εργαζόταν (απασχολούμενη μερικώς) ως δασκάλα της Ελληνικής γλώσσας σε παιδιά μεταναστών, ενώ ο σύζυγος της εργαζόταν (με πλήρες ωράριο) ως μάγειρας και σερβιτόρος σε εστιατόριο. Όλα τα εισοδήματα από την εν λόγω εργασία τους τα δαπανούσαν επίσης για τις ανάγκες της οικογένειάς τους, οι οποίες, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ήταν αυξημένες, λόγω και της γεννήσεως του δεύτερου παιδιού τους που έλαβε χώρα στην ... στις αρχές του έτους 1983. Τον Οκτώβριο του 1983 ο εναγόμενος - αντενάγων χρησιμοποιώντας το χρηματικό ποσό των 27.500 δολαρίων Αυστραλίας από τις ύψους 30.000 δολαρίων περίπου καταθέσεις που είχε αποταμιεύσει κατά το διάστημα των ετών 1969-1978 που, κατά τα άνω, διέμενε και εργαζόταν στην πιο πάνω χώρα, αγόρασε το 1/2 επιχείρησης εστιατορίου γρήγορου φαγητού (Fast Food) μαζί με τον αδελφό του Π. Π., ο οποίος αγόρασε το υπόλοιπο 1/2 της επιχείρησης. Την εν λόγω επιχείρηση, στην οποία, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω, απασχολείτο καθημερινά και η ενάγουσα-αντεναγομένη, διατήρησαν οι διάδικοι μέχρι το έτος 1988, οπότε την πούλησαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Συμβίωσαν μέχρι τον Νοέμβριο του 1994, οπότε ο αντενάγων-εναγόμενος αποχώρησε από οικία. Από τότε βρίσκονται σε διάσταση.

    Συνεπώς μέχρι την άσκηση της αγωγής και της ανταγωγής είχαν ήδη συμπληρωθεί τρία χρόνια διάστασης που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. Σημειώνεται ότι ήδη ο γάμος τους έχει λυθεί με διαζύγιο. Εξάλλου ως προς το επίδικο θέμα της αύξησης της περιουσίας των διαδίκων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων η ενάγουσα - αντεναγομένη δεν είχε καμιά περιουσία. Ο εναγόμενος - αντενάγων όμως, ο οποίος, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, κατά τα έτη 1969-1978 διέμενε και εργαζόταν στην ..., είχε κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο (της τέλεσης του γάμου) χρηματική κατάθεση ποσού 30.000 δολαρίων Αυστραλίας (και όχι 101.000 δολαρίων που ισχυρίζεται ο ίδιος), από τα οποία χρησιμοποίησε 27.500 δολάρια το έτος 1983 για την αγορά του ιΑ της προαναφερόμενης επιχείρησης (βλ. σχετ. το από 31.10.1983 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοράς της επιχείρησης που προσκομίζεται σε νομότυπη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα). Η ενάγουσα - αντεναγομένη ισχυρίζεται ότι ο αντίδικος σύζυγος της δεν είχε καμιά περιουσία κατά την τέλεση του γάμου τους και ότι το χρηματικό ποσό των 27.500 δολαρίων που κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά του μεριδίου του στην ως άνω επιχείρηση προέρχεται από τα εισοδήματα και των δύο κατά την διάρκεια του γάμου. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως ακόμα και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν από τη δική της πλευρά κατέθεσαν, τα εισοδήματα που αποκόμισαν κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου τους και μέχρι την αγορά της επιχείρησης μετά βίας έφθαναν για την ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών της οικογένειας (βλ. μεταξύ άλλων και την κατάθεση της μάρτυρος Σ.Κ., αδελφής της ενάγουσας-αντεναγομένης, η οποία κατέθεσε αφενός μεν ότι όσα εισοδήματα κέρδισαν στην Ελλάδα τα συνεισέφεραν για τις ανάγκες της οικογένειάς τους και αφετέρου ότι κατά το πρώτο διάστημα της διαβίωσής τους στην Αυστραλία δεν μπόρεσαν να αποταμιεύσουν χρήματα γιατί σχεδόν "δεν είχαν να φάνε"). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος I. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου ο εναγόμενος - αντενάγων απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία :1) ένα οικόπεδο επιφάνειας 408,46 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Ψαροφάϊ" ή "’γιος Ιωάννης Πράτσικας" του Δήμου ... (οδ. ...), το οποίο αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../6.12.1984 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Αλμαγίας Δρούζα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, 2) ένα οικόπεδο επιφάνειας 425,50 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια πιο πάνω θέση του Δήμου ... (γειτονικό με το προηγούμενο), το οποίο αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../29.1.1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών. Τα οικόπεδα αυτά αγοράστηκαν αντί συνολικού τιμήματος 5.000.000 δραχμών περίπου. Στη συνέχεια ο εναγόμενος - αντενάγων, ως οικοπεδούχος, ανέθεσε με το υπ' αριθμ. .../1988 εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Γκέστα (όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. .../1989 μεταγενέστερο) στον εργολάβο οικοδομών Α. Α. την ανέγερση επί των ανωτέρω οικοπέδων πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα αντιπαροχής. Επί της εν λόγω οικοδομής συστάθηκε οριζόντια ιδιοκτησία δυνάμει του υπ' αριθ. .../1989 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία, στο δε οικοπεδούχο περιήλθαν οι πιο κάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) το με στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 112 τμ., β) το με στοιχεία Β-2 διαμέρισμα του ίδιου ορόφου εμβαδού 111 τμ και γ) οι με στοιχ.11 και 12 θέσεις σταθμεύσεως του ισογείου εμβαδού 23 τμ. η καθεμιά. Τα δύο διαμερίσματα ο εναγόμενος - αντενάγων πώλησε και μεταβίβασε σε τρίτους δυνάμει των υπ' αριθ. .../16.11.1994 και ... /1.12.1994 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Πατρών Κων/νας Καρατζά και Ελένης Ραγιά αντίστοιχα που μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία. Ως συνολικό τίμημα και για τα δύο αυτά διαμερίσματα εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 32.000. 000 δραχμών, το οποίο, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του, σώζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής. Οι θέσεις σταθμεύσεως, οι οποίες δεν πωλήθηκαν, είχαν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο αξία 1.000.000 δρχ. η καθεμία, 3) ένα οικόπεδο επιφάνειας 1.034,35 τμ. που βρίσκεται στη θέση "Γούρνα" εντός του οικισμού της Κοινότητας Καλαμιάς Αιγιαλείας το οποίο αποκτήθηκε δυνάμει του υπ' αριθ. .../14.11.1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ακράτας Κων/νου Παλαιολογόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ακράτας. Για το οικόπεδο αυτό καταβλήθηκε τίμημα 1.863.000 δραχμών. Στη συνέχεια ο εναγόμενος - αντενάγων μεταβίβασε στη σύζυγο του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου δυνάμει του υπ' αριθ. .../23.11.1988 συμβολαίου του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου. Κατά τα επόμενα έτη 1989-1991 επί του ανωτέρω οικοπέδου αναγέρθηκε διώροφη οικοδομή συνολικού εμβαδού 319 τμ. Για την ανέγερση της δαπανήθηκαν συνολικά 25.000.000 περίπου δραχμές, ενώ η αξία του τελευταίου αυτού ακινήτου (οικοπέδου και οικίας), κατά την άσκηση της αγωγής, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 60.000.000 δραχμών. Η ενάγουσα - αντεναγομένη ισχυρίζεται ότι ο αντίδικος σύζυγος της, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, έχει ακόμη στη κυριότητα του και ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο AUDI 1.800 c.c. αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, 4.000.000 δρχ. Επί του ισχυρισμού αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Πράγματι το έτος 1988 ο εναγόμενος αγόρασε από την Γερμανία ένα αυτοκίνητο μάρκας AUDI, πλην όμως το εν λόγω όχημα έχει μεταβιβάσει στον Ανδρέα Μπαγιώργο ήδη από 7.11.1995 (βλ. σχετ. και το υπ' αριθ. πρωτ. 2109/2.2.2005 έγγραφο της Δ/νσης Μεταφορών -Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας). Δεν αποδείχθηκε δε ότι κατά την άσκηση της αγωγής σώζεται το από 2.000.0000 δρχ. περίπου τίμημα από την πώλησή του. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό το δ' σκέλος του έβδομου λόγου έφεσης του εκκαλούντος I. Π.. Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω η τελική περιουσία του εναγόμενου - αντενάγοντος ανέρχεται, κατά την άσκηση της αγωγής, στο ποσό των 64.000.000 δραχμών (δηλ. 32.000.000 δρχ. το τίμημα των δύο διαμερισμάτων + 2.000.000 δρχ. η αξία των δύο θέσεων στάθμευσης + 30.000.000 δρχ. το εξ αδιαιρέτου της αξίας του ακινήτου στη Καλαμιά). Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της αρχικής περιουσίας του ως άνω διαδίκου, που, κατά τα άνω, αποτελείται από το χρηματικό ποσό των 30.000 δολαρίων Αυστραλίας. Η εν λόγω δε περιουσία πρέπει να αποτιμηθεί με τις τιμές του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας, ήτοι με τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής. Κατά το χρόνο λοιπόν της πρώτης συζήτησης της αγωγής (16.11.1999), το ως άνω ποσό αντιστοιχούσε, σύμφωνα με το δελτίο επίσημων τιμών εξωτερικού συναλλάγματος (ένα δολάριο Αυστραλίας = 204,95 δραχμές) σε 6.148.500 δραχμές. Κατά τα άνω η αξία αποκτημάτων γάμου για τον εναγόμενο-αντενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των 57.851.500 δραχμών (δηλ. 64.000.000 - 6.148.500 δρχ.). Αντίστοιχα η αξία αποκτημάτων γάμου για την αντεναγόμενη-ενάγουσα ανέρχεται σε 30.000.000 δραχμές (το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στη Καλαμιά). Ως προς την περιουσία της ως άνω διαδίκου πρέπει να σημειωθούν τα εξής: α) Κατά τη διάρκεια του γάμου, αυτή απέκτησε από τον πατέρα της, λόγω γονικής παροχής, και ένα αγρό (ελαιώνα), επιφάνειας 2 στρεμμάτων περίπου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26.7.1990 συμβολαίου του αναφερόμενου πιο πάνω συμβολαιογράφου Ακράτας που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία. Η περιουσία αυτή δεν υπολογίζεται στα αποκτήματα γάμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.3 ΑΚ και β) η απόκτηση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του αναφερόμενου πιο πάνω οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η προαναφερόμενη οικοδομή, είναι αλήθεια ότι έγινε κατόπιν δωρεάς εκ μέρους του αντιδίκου συζύγου της. Και ναι μεν κατά την προαναφερόμενη διάταξη, οι δωρεές δεν λαμβάνονται υπόψη στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων, πλην όμως κατά την ορθότερη άποψη που ακολουθεί και το δικαστήριο αυτό, οι δωρεές μεταξύ των συζύγων υπολογίζονται στην τελική περιουσία. Και τούτο γιατί κάθε δωρεά μεταξύ συζύγων, ακόμη και αν γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή κοινωνική ευπρέπεια, τελεί υπό την διαλυτική αίρεση ότι δεν θα λυθεί ο γάμος με διαζύγιο ή δεν θα ακυρωθεί. Αν συμβεί μια από αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δωρεά δόθηκε με σιωπηρή συμφωνία των συζύγων ως προκαταβολή για ενδεχόμενη μελλοντική αξίωση στα αποκτήματα. Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση, κατά την οποία ας σημειωθεί έχει ήδη λυθεί ο γάμος αμετάκλητα με διαζύγιο, πρέπει να θεωρηθεί ότι η δωρεά δόθηκε ως προκαταβολή για την αξίωση στα αποκτήματα. άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα - αντεναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της μεταβίβασε σ' αυτήν το πιο πάνω ποσοστό του ακινήτου ως αναγνώριση για τη συμμετοχή της στα αποκτήματα γάμου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλα τα χρήματα που διατέθηκαν για την απόκτηση των πιο πάνω κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων προέρχονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από τη λειτουργία της επιχείρησης γρήγορου φαγητού (Fast Food) στην Αυστραλία. Συγκεκριμένα οι διάδικοι, οι οποίοι ας σημειωθεί ασχολούνταν και οι δύο με την ανατροφή τω παιδιών τους (λιγότερο όμως ο σύζυγος), από τα χρήματα που κέρδισαν από την εν λόγω επιχείρηση, μετά την αφαίρεση των χρημάτων που δαπανούσαν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 του ΑΚ, κατόρθωσαν να αποταμιεύσουν: α) το συνολικό ποσό των 5.000.000 δρχ. που διατέθηκε για την αγορά των δύο οικοπέδων στην Πάτρα (βλ. αναφορά στα υπ' αριθ. .../6.12.1984 και .../29.1.1985 συμβόλαια ότι για τις αγορές δεν καταβλήθηκε φόρος, γιατί το τίμημα καταβλήθηκε με συνάλλαγμα) και β) το ποσό Αυστραλίας, το οποίο έφεραν στην Ελλάδα κατά την επιστροφή τους (βλ. και το υπ' αριθμ. .../28.4.1988 γραμμάτιο της Εθνικής Τράπεζας, καθώς και την υπ' αριθμ. .../21.11.1989 βεβαίωση αγοράς συναλλάγματος). Ας σημειωθεί ότι ποσό 50.000 δολαρίων Αυστραλίας περίπου από το τελευταίο αυτό ποσό αποτελεί το τίμημα πωλήσεως του μεριδίου του εναγόμενου αντενάγοντος από την προαναφερόμενη επιχείρηση. Ένα μεγάλο μέρος λοιπόν από το ανωτέρω ποσό των 240.000 δολαρίων κρίνεται ότι δαπανήθηκε για την αγορά του ακινήτου στην ... και την εν συνεχεία ανοικοδόμηση της οικίας σ' αυτό, η οποία μέχρι τη διάσταση των διαδίκων αποτελούσε το συζυγικό οίκο ... Οι ισχυρισμοί των διαδίκων ότι δαπανήθηκαν και άλλα χρήματα αποκλειστικά δικά τους για την απόκτηση των επίδικων αποκτημάτων δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - αντενάγων είχε, πλην του ποσού των 30.000 δολαρίων που αναφέρεται παραπάνω, άλλη αποταμίευση πριν το γάμο του. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι πήρε δάνειο από φίλους και γνωστούς για την ανέγερση της οικοδομής στην Καλαμιά, όπως ισχυρίζεται. Ακόμη δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη συνέβαλε στην ανέγερση της ίδιας οικοδομής, με ποσό 1.800.000 δραχμών, που της δώρισε ο πατέρας της. Τέλος, αποδείχθηκε ότι, ανεξαρτήτως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του μεριδίου της ανωτέρω επιχείρησης, από την οποία προήλθαν τα χρήματα, οι διάδικοι συνέβαλαν στην απόκτηση αυτών κατά 60% ο εναγόμενος-αντενάγων, ο οποίος, ως πιο έμπειρος από τη σύζυγο του, την οργάνωσε (μαζί με τον συνέταιρο αδελφό του) και εργαζόταν σ' αυτή πολλές ώρες καθημερινά (πάντως ελαφρώς περισσότερα από την αντίδικο του) ασχολούμενος (μαζί με τον αδελφό του) με τη διοίκησή της, τους προμηθευτές, την επίβλεψη των πέντε (5) υπαλλήλων της, αλλά και την παρασκευή φαγητών και κατά 40% η σύζυγος του, η οποία προσέφερε και αυτή καθημερινά (ελαφρώς λιγότερες όμως ώρες, λόγω της μεγαλύτερης ενασχόλησής της με την ανατροφή των παιδιών) τις υπηρεσίες της εκεί, κυρίως στην καθαριότητα του καταστήματος, στην παρασκευή των φαγητών, στο σερβίρισμα των πελατών, αλλά και στο ταμείο. Σημειώνεται ότι την απασχόληση της ενάγουσας στην οικογενειακή επιχείρηση δεν αμφισβητεί ο αντίδικος της, αλλά αντίθετα ομολογεί, πλην όμως ισχυρίζεται ότι εργαζόταν απλώς ως υπάλληλος με μηνιαίο μισθό 140 δολαρίων Αυστραλίας, ισχυρισμός όμως που κρίνεται ως αβάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος οι 2ος και 3ος λόγοι της έφεσης του εκκαλούντος I. Π.".

    Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχτηκε την έφεση του αντενάγοντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είχε συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της κατά 50%. Στη συνέχεια, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε στην επαύξηση αυτή κατά ποσοστό 40%. Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία. Τούτο διότι, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έκρινε τις οικονομικές δυνατότητες της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, να συμβάλει στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του αντιδίκου της, που περιγράφονται στην απόφαση, κατά το πιο πάνω ποσοστό, ενώ με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό της, για μεγαλύτερη συμμετοχή της, στην επαύξηση της περιουσίας αυτής. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως ηττώμενης διαδίκου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1101/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

    Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ