Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 724/2014

Περίληψη

Ιδιόγραφη διαθήκη - Ακυρότητα - Γραφολογική πραγματογνωμοσύνη -. Ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης, επειδή δεν είχε γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της διαθέτιδας, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 19, 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αριθμός 724/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. - ’. Μ. του Σ., 2)Ν. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 3)Η. Μ. του Σ., κατοίκου ..., και 4)Σ. Μ. του Η., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κωνσταντόπουλο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. συζ. Β. Ζ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., 2)Γ. συζ. Γ. Μ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., 3)Ν. συζ. Β. Κ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., και 4)Α. Α. Π., συζ. Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βαγιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2002 αγωγή των αρχικών διαδίκων Σ. Α., δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, και Α. Π., τέταρτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1746/2004 μη οριστική, 106/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 47/2010 μη οριστική και 5148/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2011 αίτησή τους και τους από 31/10/2013 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, και την από 13/11/2013 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι 31/10/2013 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5148/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1α'και 180 του ΑΚ προκύπτει ότι η ιδιόγραφη διαθήκη που δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη αλλά με το χέρι άλλου προσώπου είναι άκυρη, την ακυρότητα δε της διαθήκης αυτής μπορεί να την προτείνει καθένας που έχει άμεσο έννομο συμφέρον, όπως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομία του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Δ. χα Σ. Σ. Χ., το γένος Ν. και Α. Α., η οποία όσο ζούσε ήταν κάτοικος ..., αποβίωσε στην Αγία Παρασκευή στις 25-12-2001 και κατέλειπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της την αμφιθαλή αδελφή της Σ. Α., αρχική πρώτη ενάγουσα, η οποία αποβίωσε την 1-8-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις τρεις θυγατέρες της Α. συζ. Β. Ζ. θυγ. Θ. και Σ. Τ., Γ. συζ. Γ. Μ. θυγ. Θ. και Σ. Τ. και Ν. συζ. Β. Κ. θυγ. Θ. και Σ. Τ. και οι οποίες, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους συνεχίζουν τη δίκη, και την κόρη τού προαποβιώσαντος αυτής (θανούσας) αμφιθαλούς αδελφού της Α. Α. και Α. Π.-Α. συζ. Γ. Μ., οι οποίες δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία της, ως αποδεικνύεται από το 15731/1-10-2003 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την από 15-4-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το 951/22-2-2002 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 365/22-2-2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η θανούσα κατέλειπε την μεν ακίνητη περιουσία της και δη μια οικία με το οικόπεδό της στην … και στην οδό … αρ. … στους δύο πρώτους εναγομένους, επιπλέον την κινητή περιουσία της στην πρώτη αυτών, και περαιτέρω όρισε να δοθεί στον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 5000000 δρχ. Ειδικότερα, στην άνω διαθήκη, η οποία είναι γραμμένη και υπογεγραμμένη εξ ολοκλήρου με κεφαλαία γράμματα και με περιθώριο αναφέρονται τα εξής: <ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ 15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1997 Η ΚΑΤΟΘΙ Χ. Δ. Του Σ. ΑΦΗΝΟ ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΜΟΥ ΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΠΙΝΔΑΡΟΥ 6 ΣΤΗΝ ΑΓ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΗΝ Α. Α. Σ. Μ. ΚΑΙ ΣΤΟΝ Ν. Σ. Μ.. ΣΤΟΝ Η. Μ. ΝΑ ΔΟΣΟΥΣΙΝ ΑΠΟ 5000000 ΔΡΧ. ΣΤΗΝ Α. Μ. ΑΦΗΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΙΝΙΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΑΓ ΠΑΡ/ΥΗ 15-4-1997. Δ. Χ.>. Κατά της εγκυρότητας της διαθήκης αυτής βάλλουν οι ενάγουσες με την άνω αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ισχυριζόμενες ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι άκυρη, για το λόγο ότι δεν έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της διαθέτιδος, ως έχουσες, προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι, εφόσον αυτή κηρυχθεί άκυρη θα καταστούν μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Αντίθετα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα. Όμως από τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε με το χέρι της διαθέτιδος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η θανούσα, η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1930 στους Πόθους Καρυστιαίας Ευβοίας, από μικρή ηλικία είχε έλθει στην Αθήνα και είχε μείνει στην οικία του ζεύγους Α., όπου προσέφερε τις υπηρεσίες της, παρακολουθώντας παράλληλα με την εργασία της και δύο ή τρεις τάξεις προπολεμικού δημοτικού σχολείου, έτσι ώστε να έχει περιορισμένες γραμματικές γνώσεις. Στην οικογένεια Α. πρόσφερε τις υπηρεσίες της μέχρι το έτος 1954, όταν νυμφεύθηκε τον Σ. ή Σ. Χ., έκτοτε δε, με πρωτοβουλία του συζύγου της, έπαψαν οι επαφές μεταξύ αυτής και του ζεύγους Α., το οποίο το έτος 1940 είχε αποκτήσει μια θυγατέρα, την Π., της οποίας τέκνα είναι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και σύζυγος ο τέταρτος, και το έτος 1946 τον Κ., τον οποίο η θανούσα είχε μεγαλώσει και εκείνος τη θεωρούσε μητέρα του, και παρά τη διακοπή των σχέσεων με την υπόλοιπη οικογένεια είχε διατηρήσει επαφές μαζί του. Το γεγονός ότι η θανούσα είχε περιορισμένες γραμματικές γνώσεις αποδεικνύεται ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Α., ο οποίος, μεταξύ άλλων, καταθέτει ότι η θανούσα είχε παρακολουθήσει δύο ή τρεις μόνο τάξεις του δημοτικού σχολείου πριν τον πόλεμο και δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω, από την παραβολή του κειμένου της προσβαλλομένης ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία αποτελείται από 18 στίχους, με αριστερό περιθώριο και κεφαλαία γράμματα, με τα πρόχειρα σημειώματα, από τα οποία τα με αριθμούς 8 έως 15 στις πρωτοβάθμιες προτάσεις των εναγομένων και με αριθμούς στις 260/05 και 64/10 εκθέσεις πραγ/νης 18-42 και 20-27, αντίστοιχα, καθώς και το κείμενο των από 18-12-80 και 20-10-78 εγγράφων, έχουν ήδη προσβληθεί ως πλαστά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατονομάστηκαν ως ηθικοί αυτουργοί οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και εκείνο το δικαστήριο με την 1746/04 απόφαση του, σύμφωνα με το άρθρο 38 ΚΠΔ, διέταξε να διαβιβασθούν αντίγραφα της αγωγής, πρακτικών, προτάσεων και λοιπών εγγράφων στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών για τις δικές του ενέργειες, καθώς και τα δείγματα υπογραφών της θανούσας που δόθηκαν ως συγκριτικά στοιχεία τα οποία επισυνάπτονται στις 260/05 και 64/10 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και τα αφορώντα την υπογραφή της και προσκομισθέντα το πρώτον στο παρόν δικαστήριο, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα Δ. Χ., αλλά από άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα, οι υπό αντιπαραβολή γραφές και υπογραφές της διαθέτιδας σε σχέση με την ένδικη διαθήκη διαφέρουν σε βασικά γραφολογικά γνωρίσματα καθώς και σε ποιότητα του τρόπου αποτύπωσης της σχηματιστικής τους γραφής, έχει δε τηρηθεί αριστερό περιθώριο στην ένδικη διαθήκη, γίνεται πολύ καλή χρήση της καθαρεύουσας, με λίγα ορθογραφικά λάθη και η σύνταξη είναι πολύ καλή, γεγονότα που δεν είναι συμβατά με το επίπεδο μόρφωσης της διαθέτιδος. Εξάλλου, ενώ η θανούσα, ως αποδεικνύεται από τα συγκριτικά στοιχεία, συνήθιζε να γράφει με μικρά γράμματα, αναμειγνύοντας συχνά στα μικρά γράμματα και κεφαλαία, να παραλείπει γράμματα στις διάφορες λέξεις, η δε γραφή της είναι ανοργάνωτη, χωρίς αίσθηση του χώρου, με ακανόνιστα γράμματα που καταλαμβάνουν περισσότερες των μια γραμμών, όπου αυτές υπάρχουν και χαρακτηρίζεται από έλλειψη γραφικής ευχέρειας, έλλειψη σιγουριάς στη γραφική κίνηση, δυσκολία χάραξης των γραφικών στοιχείων και στοιχειώδη σχηματισμό των γραμμάτων με φτωχή δομή και αδέξιες και δυσανάγνωστες μορφές, φανερώνοντας άνθρωπο που δεν έχει λάβει στοιχειώδη μόρφωση και δεν έχει βασικές γραμματικές γνώσεις, αντιθέτως η κρινόμενη διαθήκη έχει γραφεί ολόκληρη με κεφαλαία γράμματα χωρίς αναμείξεις στις λέξεις μικρών γραμμάτων με κεφαλαία, με μόνη εξαίρεση το γράμμα ρ, τα γράμματα και οι αριθμοί ακολουθούν τις έντυπες γραμμώσεις, προσαρμοζόμενα στο χώρο, χωρίς την ύπαρξη παραλείψεων γραμμάτων, με σωστή σύνταξη, ελάχιστες ανορθογραφίες και σύντμηση της λέξης ΠΑΡ/ΥΗ, από δε το σύνολο της λεκτικής διατύπωσης (κάτωθι, δόσουσιν, επί της οδού, ευρίσκεται ) φαίνεται να έχει γραφεί από άνθρωπο με γραφική ευχέρεια που έχει επαρκείς γραμματικές γνώσεις, οι δε τυχόν εμφανιζόμενες αβέβαιες και διστακτικές κινήσεις εμφανίζονται στην άνω διαθήκη να χαράσσονται αφύσικα, προσποιητά και χωρίς αυθορμητισμό, εκδηλώνοντας έτσι γραφικές ασυνέπειες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η θανούσα έχει σταθερό υπογραφικό τύπο, που έχει θέσει σε σωρεία δημοσίων και επισήμων εγγράφων, επί σειρά δεκαετιών (1954-2000), συμβολικού τύπου, χωρίς να διακρίνονται σ' αυτόν τα γράμματα του ονοματεπωνύμου της, πλην του αρχικού Χ και ενίοτε και του ο και δεν εμφανίζεται να υπογράφει ολογράφως και με κεφαλαία γράμματα. Όμως, στην ένδικη διαθήκη δεν χρησιμοποιήθηκε η συμβολικού τύπου υπογραφή της, της οποίας η απομίμηση ήταν δύσκολη, προδήλως για να μη καθίσταται εμφανής και από μη ειδικό η πλαστότητα του εγγράφου, αλλά το ονοματεπώνυμο της θανούσας με κεφαλαία γράμματα. Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλ η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από τη διαθέτιδα Δ. Χ. αλλά από τρίτο άτομο καταλήγουν και οι διορισθέντες από το πρωτοβάθμιο και το δικαστήριο τούτο πραγματογνώμονες Μ. Μ. και Γ. Τ., οι οποίοι προέβησαν σε αντιπαραβολική σύγκριση της γραφής και της υπογραφής της διαθέτιδος στην προσβαλλομένη διαθήκη (το πρωτότυπο της οποίας εξέτασαν) με τη γνήσια γραφή και υπογραφή αυτής στα δείγματα που τους διατέθηκαν, αφού έκριναν το δειγματοληπτικό υλικό που αφορούσε την γραφή της διαθέτιδος ανεπαρκές και αμφισβήτησαν την γνησιότητα μέρους αυτού, ενώ αυτό που αφορούσε την υπογραφή της το έκριναν αναμφισβήτητα γνήσιο, ποσοτικά επαρκές και κατάλληλο προς σύγκριση. Το γεγονός δε ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Γ. Τ. μεροληπτεί γιατί έλαβε υπόψη του την επιστολή του πληρεξούσιου των εναγόντων Σ. Β., κατά τη διενέργεια της άνω πραγ/νης, η οποία σημειωτέον εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός του ότι όφειλε να τη λάβει υπόψη του, σύμφωνα με την 47/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία (απόφαση), για τη διενέργεια της πραγ/νης έπρεπε να λάβει υπόψη του κάθε χρήσιμη για τη διεξαγωγή της (πραγ/νης) διευκρίνιση από τους διαδίκους ή πληροφορία από τρίτους, αυτοί (εναγόμενοι) αν έκριναν ότι πράγματι μεροληπτούσε σε βάρος τους είχαν τη δυνατότητα, αφού, κατά τη διενέργεια της άνω πραγ/νης συμμετείχαν και οι τεχνικοί τους σύμβουλοι και είχαν γνώση της άνω επιστολής, να προβούν σε αίτηση εξαίρεσής του, πράξη στην οποία δεν προέβησαν. Εξάλλου, με τη γνώμη των ανωτέρω πραγ/νων περί μη γνησιότητας της γραφής και υπογραφής της θανούσας στην άνω διαθήκη συμφωνεί, με την από 4-8-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, και η τεχνική σύμβουλος Μ -Μ Κ., που διορίστηκε νόμιμα από τις ενάγουσες στις 23-5-2005 και 29-6-2010 αντίστοιχα. Τα ανωτέρω δε, δεν αναιρούνται από τις γραφολογικές εκθέσεις των διορισθέντων νόμιμα από τους εναγόμενους τεχνικών συμβούλων Δ Κ. στις 23-5-2005 και 30-7-2010 αντίστοιχα και Χ. Τ. στις 30-7-2010. Συγκεκριμένα, στις από 12-11-2002 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης και από 21-11-2002 συμπληρωματική αυτής, ο πρώτος αυτών εξετάζοντας τα ίδια συγκριτικά στοιχεία με τους παραπάνω και την ένδικη διαθήκη, διαπιστώνει: α) ομοιότητα στον ρυθμό της χάραξης, η οποία κρίνεται ελεύθερη και αυθόρμητη στα πλαίσια της γραφικής κατάστασης της θανούσας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο συγκριτικό υλικό χωρίς στοιχεία ελεγχόμενης χάραξης, διστακτικότητα, αβεβαιότητα κίνησης, τρόμο, επιχαράξεις, διακοπές κλπ, β) ομοιότητα στις αποστάσεις γραμμάτων και λέξεων, οι οποίες, είναι μικρότερες του κανονικού, στο ασύνδετο της χάραξης των γραμμάτων στο μικρό βαθμό ποικιλίας, γ) ομοιότητα στην κλήση της γραφής της ένδικης διαθήκης, η οποία έχει καθέτους άξονες γραμμάτων, ενώ χαράσσονται και γράμματα με κλίση ελαφρά δεξιά και το γράμμα ν με μεγάλη κλίση δεξιά, δ) ομοιότητα στη χάραξη των γραμμάτων με τριχοειδή έναρξη ή απόληξη, στοιχείο ιδιαίτερης ατομικότητας, ε) ομοιότητα στη δομή και στα χαρακτηριστικά όλων των απαντωμένων κοινών μεταξύ των συγκρινόμενων γραμμάτων και στ) μη εντοπισμό διαφορών στη χάραξη των αριθμητικών ψηφίων, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η γραφή του κειμένου της ένδικης διαθήκης και η υπογραφή σ' αυτή και η εξετασθείσα γραφή της θανούσας στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού, έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο και συνεπώς η διαθήκη αυτή αποτελεί γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας. Ενώ στην συμπληρωματική του έκθεση αναφέρει ότι η χάραξη ολοκλήρου του επώνυμου στην ληξιαρχική πράξη γάμου μαρτυρεί ότι η θανούσα γνώριζε επαρκώς γραφή, έκτοτε δε αυτή διαμόρφωσε τον υπογραφικό τύπο που χρησιμοποιούσε μετά το γάμο της, το <χ> και <ο> της υπογραφής της ληξιαρχικής πράξης γάμου με αυτά στην υπογραφή της ταυτότητας και στα άλλα εξετασθέντα έγγραφα είναι όμοια καθώς και ότι η υπογραφή της στη ληξιαρχική πράξη γάμου της θανούσας εναρμονίζεται με το συγκριτικό υλικό που εξετάστηκε κατά τη διενέργεια της από 12-11-2002 γνωμοδότησης του αλλά και τα γράμματα ο και ρ της διαθήκης. Ο άνω δε τεχνικός σύμβουλος, στις από 3-4-2006, 7-3-2007 και 16-11-2010 εκθέσεις κριτικής και αξιολογήσεως γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και έκθεση παρατηρήσεων επί γραφολογικής πραγ/νης αντίστοιχα, χωρίς να προσθέσει κάτι σχετικό στις προαναφερθείσες εκθέσεις του αντικρούει την πραγ/νη της Μ Μ. την έκθεση της Μ - Μ Κ. και την πραγμ/νη του Γ. Τ. Οι παραπάνω γνωμοδοτήσεις και αντικρούσεις του άνω τεχνικού συμβούλου, δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον δεν μπορούν να δώσουν μια αξιόπιστη απάντηση στο πώς η διαθέτιδα, η οποία, ως αποδείχθηκε, είχε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις και μικρή γραφική εμπειρία, στην ένδικη διαθήκη τηρεί αριστερό περιθώριο, η χάραξη των γραμμάτων και αριθμών εμφανίζεται συμμετρική και σέβεται την γραμμή βάσης των γραμμώσεων αυτής, έτσι ώστε να προσαρμόζονται γράμματα και αριθμοί στο χώρο που τους αναλογεί, είναι εξ ολοκλήρου γραμμένη με κεφαλαία γράμματα με εξαίρεση το ρ στο Χ., είναι ομοιόμορφα τα γράμματα και οι αριθμοί, είναι συντακτικά ορθή με καλή χρήση της καθαρεύουσας και με λίγα ορθογραφικά λάθη και παρουσιάζει δεξιότητα στη γραφή, σε αντίθεση με τα συγκριτικά στοιχεία, όπου η χάραξη των γραμμών και αριθμών δεν είναι συμμετρική αλλά ακανόνιστη στο χώρο περιλαμβάνοντας συχνά περισσότερες τις μιας γραμμές, όπου αυτές υπάρχουν, είναι ανοργάνωτη και υπάρχει ανάμειξη μικρών και κεφαλαίων γραμμάτων. Περαιτέρω, όσον αφορά την υπογραφή της στην ένδικη διαθήκη και στα δημόσια έγγραφα δεν εξηγεί γιατί η διαθέτιδα αν και είχε καθιερώσει επί πολλά χρόνια ένα συγκεκριμένο τρόπο υπογραφής, αποτελούμενο κυρίως τα τελευταία χρόνια από τα δύο αρχικά γράμματα του επιθέτου της δηλ χ και ο και με τον οποίο υπέγραφε και στα δημόσια και επίσημα έγγραφα, όπως και ο ίδιος διαπιστώνει, ξαφνικά υπέγραψε στην ένδικη διαθήκη με ολόκληρο το όνομα και το επώνυμο της και με κεφαλαία γράμματα. Ομοίως, η γραφολόγος Χ. Τ., η οποία ως προελέχθη, διορίστηκε τεχνική σύμβουλος των εναγομένων στις 30-7-2010, στην από 3-12-2010 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων και κριτικής, αφού προσπαθεί να αντικρούσει την πραγ/νη του Γ. Τ. και παραπέμπει στην από 5-3-07 έκθεση της στην οποία προσπαθεί να αντικρούσει την πραγ/νη της Μ. Μ. και την έκθεση της τεχνικής Συμβούλου Μ. Μ. Κ. και στην οποία, αφού αναφέρει ότι είναι προφανές ότι η διαθήκη γράφηκε με αυξημένη επιμέλεια και είναι πολύ πιθανό να γράφηκε σύμφωνα με κάποιο υπόδειγμα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γραφή και η υπογραφή στην ένδικη διαθήκη προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο που έγραψε και υπέγραψε το δειγματικό γραφολογικό υλικό και πρόκειται για γνήσια διαθήκη που γράφηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα καθώς η υπογραφή στην διαθήκη που είναι γραμματικού τύπου ως Δ. Χ. συνδέεται απόλυτα με τη γραφή του κειμένου αυτής αλλά και την δειγματική γραφή, η δε χάραξη της υπογραφής στην διαθήκη έγινε με κεφαλαία γράμματα, προφανώς για να είναι ευκρινές το ονοματεπώνυμο της, στοιχείο που απαντάται συχνά σε διαθήκες, άλλωστε αν επρόκειτο για πλαστογραφημένη υπογραφή θα ήταν πολύ ευκολότερο στον πλαστογράφο ν' απομιμηθεί τη συμβολικού τύπου υπογραφή της διαθέτιδος, η οποία είναι βραχεία και απλή στη χάραξή της. Ομοίως, στην μεταγενέστερη από 3-12-2010 έκθεση της, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα υποστηρίζοντας ότι η ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα. Όμως, η ανωτέρω γραφολόγος δεν κρίνεται πειστική γιατί, προκειμένου να αιτιολογήσει τις περιορισμένες γραμματικές γνώσεις της διαθέτιδος και την μειωμένη γραφική της ευχέρεια συνεπεία τούτων, πιθανολογεί ότι η ένδικη διαθήκη προφανώς γράφηκε με αυξημένη επιμέλεια και είναι πολύ πιθανόν να γράφηκε σύμφωνα με κάποιο υπόδειγμα, ισχυρισμό που δεν προβάλλουν ούτε οι εναγόμενοι, χωρίς όμως να μπορεί να αιτιολογήσει πως η διαθέτιδα, η οποία είχε περιορισμένες γραμματικές γνώσεις, στην ένδικη διαθήκη τηρεί αριστερό περιθώριο, η χάραξη των γραμμάτων και αριθμών εμφανίζεται συμμετρική, έτσι ώστε να προσαρμόζονται αυτοί στο χώρο που τους αναλογεί, γίνεται σ' αυτή καλή χρήση της καθαρεύουσας, είναι συντακτικά ορθή και με λίγα ορθογραφικά λάθη και χωρίς διορθώσεις παρουσιάζοντας έτσι δεξιότητα στη γραφή, σε αντίθεση με τα δείγματα όπου η γραφή εκεί είναι ακανόνιστη στο χώρο και ανοργάνωτη, καταλαμβάνοντας συχνά περισσότερες των μια γραμμών, αποδεικνύοντας αδεξιότητα αυτής στην γραφή. Προκειμένου δε να δικαιολογήσει την υπογραφή της θανούσας με κεφαλαία γράμματα υποστηρίζει ότι η επί χρόνια χρησιμοποιούμενη από την τελευταία υπογραφή είναι εύκολο να πλαστογραφηθεί, παραγνωρίζοντας ότι είναι ευκολότερο να είναι η υπογραφή με κεφαλαία γράμματα παρά να χωρήσει απομίμηση αυτής, αφού στην τελευταία περίπτωση θα ήταν ενδεχόμενο να γίνει αντιληπτή η πλαστογραφία και από τρίτο μη ειδικό. Τέλος, ο γραφολόγος Ι. Δ., αφού λαμβάνει υπόψη του και επιπλέον συγκριτικά στοιχεία, ως προς την υπογραφή της θανούσας, μετά από εξέταση των δειγμάτων γραφής και υπογραφής της θανούσας με την ένδικη διαθήκη, διαπιστώνει ομοιότητα στον τρόπο χάραξης των γραμμάτων και των αριθμών μεταξύ των δειγμάτων και της διαθήκης και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ομοιότητα γενικότερα στην γενική εμφάνιση, γραφική πίεση, ποιότητα χάραξης, δομή των γραμμάτων, μέγεθος των γραμμάτων, χρήση γραφικών συμβόλων και την κλίση και πορεία αυτών επισημαίνοντας την ιδιαίτερη κλίση του γράμματος ν προς τα δεξιά, ότι η γραφή στην διαθήκη, που έχει γίνει από άτομο μέτριας γραφικής παιδείας είναι γνήσια, ενώ σχετικά με την υπογραφή της στην ένδικη διαθήκη αναφέρει ότι η υπογραφή με κεφαλαία γράμματα είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο στις διαθήκες, καθόσον οι διαθέτες περιορισμένων γραμματικών γνώσεων νομίζουν ότι αναγράφοντας πλήρως το όνομα τους προσδίδουν επισημότητα στην διαθήκη. Όμως, ο ανωτέρω γραφολόγος, εσφαλμένως δέχεται ότι η θανούσα ήταν μετρίας γραφικής παιδείας, αφού η φοίτηση της στις δύο ή τρεις πρώτες τάξεις προπολεμικού δημοτικού σχολείου, ενώ παράλληλα εργαζόταν στην οικία της οικογένειας Α. δεν δύναται, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να έχει ως αποτέλεσμα την μέτρια γραφική παιδεία που αναφέρει ότι αυτή διαθέτει, έτσι ώστε να δύναται αυτή να γράφει με περιθώριο, με ορθή σύνταξη και ελάχιστα λάθη στην καθαρεύουσα, ενώ παραβλέπει το γεγονός ότι ενώ στη διαθήκη η χάραξη των γραμμάτων και των αριθμών εμφανίζεται συμμετρική και σέβεται την γραμμή βάσης των γραμμώσεων αυτής, έτσι ώστε να προσαρμόζονται τα γράμματα και οι αριθμοί στο χώρο που τους αναλογεί στα δείγματα τα γράμματα και οι αριθμοί είναι ανομοιόμορφοι και ακανόνιστοι στο χώρο περιλαμβάνοντας συχνά περισσότερες των μια γραμμών, όπου αυτές υπάρχουν. Εξάλλου, ως προς την υπογραφή της θανούσας ο εν λόγω γραφολόγος, αναφέρει ότι είναι συνηθισμένο οι διαθέτες περιορισμένων γραμματικών γνώσεων να αναγράφουν ολόκληρο το όνομά τους για να προσδώσουν επισημότητα στη διαθήκη τους, παραβλέποντας το γεγονός ότι η θανούσα για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο τρόπο υπογραφής, αποτελούμενη από το γράμμα Χ και συχνά και το γράμμα ο, υπογράφοντας σε επίσημα και δημόσια έγγραφα, έτσι ώστε να μην υπάρχει ανάγκη να αλλάξει την υπογραφή της και να υπογράψει την τελευταία της βούληση με κεφαλαία γράμματα και με πλήρες το ονοματεπώνυμο της, έτσι ώστε τα συμπεράσματά του να μην κρίνονται πειστικά. Τα ανωτέρω δε δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από την κατάθεση της μάρτυρος Β. Π., που περιέχεται στην 1877/2003 ένορκη βεβαίωση η οποία αναφέρει ότι η θανούσα της έδειξε τη διαθήκη της πριν την παραδώσει στον δικηγόρο Στ. Μ., αντίγραφο της οποίας της έδειξε μεταγενέστερα η ’. Μ. και ότι αναγνωρίζει χωρίς αμφιβολία τα γράμματα της θανούσας και το χαρτί που της έδειξε η θανούσα αλλά οι αναφορές αυτές δεν αντέχουν στη λογική, αλλά σε κάθε περίπτωση, χωρίς αυτή να βεβαιώνει ότι η ένδικη διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από την ίδια τη θανούσα. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ένδικη διαθήκη δεν γράφηκε και υπογράφηκε από την διαθέτιδα Δ. Χ., αλλά από τρίτο άτομο, μη συντρεχούσης ανάγκης να διαταχθεί η διενέργεια νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος των εναγομένων. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις μεταξύ της θανούσας και του ζεύγους Α., που είχαν διακοπεί μετά το γάμο της, αποκαταστάθηκαν μετά το θάνατο του συζύγου της Σ. Χ., που επήλθε το έτος 1976, όταν η Π. Α. την επισκέφθηκε και της ζήτησε να περιποιείται αρχικά τους γονείς της Ν. και Α. Α., γεγονός που αποδέχθηκε η θανούσα, προκειμένου να ενισχύσει την σύνταξη της, και στη συνέχεια δε μετά το θάνατο των ανωτέρω από το έτος 1985 αφότου παρείχε τις υπηρεσίες της στην θυγατέρα τους Π. Α. συζ. Σ. Μ. Με τα αδέλφια της Σ. Τ. και ’. Π. και τις ανηψιές της (ενάγουσες) είχε πάντα πολύ καλές σχέσεις, τις κόρες δε της αδελφής της Σ. τις φιλοξενούσε στο σπίτι της μέχρι που έκαναν δική τους οικογένεια και παρευρισκόταν σε όλες τις χαρές και λύπες τους και εν γένει στις κοινωνικές εκδηλώσεις τους και με το σύζυγο της όσο αυτός ζούσε και μόνη της μετά το θάνατο του. Οι ανηψιές της δε (ενάγουσες) και οι σύζυγοι τους την βοηθούσαν σε ό,τι χρειαζόταν και όταν ζούσε ο σύζυγός της, αλλά και μετά και μέχρι το δικό της θάνατο, επρόκειτο δε την ημέρα των Χριστουγέννων, κατά την οποία επήλθε ο θάνατος της, να την περάσει οικογενειακά με τους άνω συγγενείς της, ενώ οι σχέσεις της με τους εναγόμενους ήταν ανύπαρκτες όσο ζούσε ο σύζυγός της, και υπήρξε επανασύνδεση μόνο μετά το θάνατο του. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που αφορούν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και δη από το γάμο της το έτος 1954 τουλάχιστον μέχρι την 22-9-2001, δηλ. λίγο πριν το θάνατο της σε συνδυασμό με το …/29-2-2000, πληρεξούσιο της Σ/φου Αθηνών ’ννας Πανταλου με το οποίο δίδει πληρεξουσιότητα στον Γ. Μ., σύζυγο της ανηψιάς της Γ. να δωρίσει αντ' αυτής και για λογαριασμό της, το μερίδιό της εκ ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί ενός αγρού στη θέση ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, εκτός ορίων του οικισμού Κατσαρωνίου, της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Μαρμαρίου Ευβοίας, 32748,80 τμ, στην αδελφή της Σ. Τ. και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και αυτές (καταθέσεις) των Δ. Γ., Β. Ζ. και Β. Κ., που περιέχονται στις 12667, 12666 και 12665/03 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις και δεν αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. συζ. Ε. Α. το γένος Π., Π. συζ. Σ. Μ. το γένος Α. και Β. συζ. Π. Π. το γένος Σ., που περιέχονται στις 1878, 1879 και 1877/4-9-1003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Σ/φου Αθηνών Αικ. Τόλια, οι οποίες (μάρτυρες) και καταθέτουν είτε ότι μεταξύ της θανούσας και των συγγενών της δεν υπήρχαν καθόλου σχέσεις, είτε ότι αυτές ήταν τυπικές, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και τούτο γιατί τις διαψεύδουν τα γεγονότα και συγκεκριμένα το ότι ως αποδεικνύεται ιδίως από το προαναφερθέν πληρεξούσιο, το έτος 2000 δηλ. πολύ μεταγενέστερα από τον φερόμενο ως χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, η θανούσα δώρισε το μερίδιο της επί του προαναφερθέντος αγρού στην αδελφή της Σ., στις 22-9-2001 δε συμμετείχε στην προετοιμασία του γάμου της μικρανηψιάς της Σ. Κ. και φωτογραφίζεται με το ζευγάρι και την αδελφή της μετά το γάμο. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ενώ αποδείχθηκε ότι μεταξύ της θανούσας και του Κ. Α. υπήρχαν δεσμοί αγάπης, αφού ο τελευταίος την αισθανόταν σαν μητέρα του επειδή τον μεγάλωσε, δεν αποδείχθηκε ότι η θανούσα θεωρούσε ως οικογένεια της την οικογένεια Μ., στους οποίους εργαζόταν, προκειμένου να συμπληρώνει τη σύνταξη της και όχι αφιλοκερδώς, κάτι που θα άρμοζε αν ο δεσμός ήταν τέτοιος, τον οποίο οι εναγόμενοι επιδιώκουν να εμφανίζουν και αν πράγματι είχε συντάξει διαθήκη με τετιμημένους αυτούς. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι την παραμονή των Χριστουγέννων, που εκείνη εργαζόταν στην οικία τους μαγειρεύοντάς τους, όταν αισθάνθηκε αδιαθεσία δεν την κράτησαν στην οικία τους και δεν κάλεσαν γιατρό ή ασθενοφόρο, προκειμένου να εισαχθεί σε νοσοκομείο, την μετέφεραν στην οικία της, όπου το επόμενο πρωί γύρω στις 05:30 πμ περίπου, όταν την επισκέφθηκε ο Σ . Μ. τη βρήκε νεκρή και αρκετά αργότερα στις 11:30 περίπου ειδοποίησε τους συγγενείς της, η δε κηδεία της έγινε με δαπάνες του οίκου γερόντων, στον οποίο αφιλοκερδώς επί χρόνια προσέφερε τις υπηρεσίες της, συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε πρόσωπο το οποίο ως ισχυρίζονται ήταν σαν μέλος της οικογενείας τους και τάφηκε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας-Α., στον οποίο είχαν μεταφερθεί τα οστά του συζύγου της, μετά την εκταφή από τον Α27 τριετούς ταφής τάφο του Νεκροταφείου Αγ. Παρασκευής. 'Αρα η θανούσα δεν είχε κανένα λόγο να αποκλείσει τους συγγενείς της, με τους οποίους είχε πάντα καλές σχέσεις και την φρόντιζαν , από την περιουσία της, ούτε να τιμήσει με διαθήκη τους τρεις πρώτους εναγόμενους με την οικογένεια των οποίων συνδεόταν κυρίως επαγγελματικά. Επομένως, αφού οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, που έφεραν το βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας δεν απέδειξαν ότι η επίμαχη διαθήκη γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδας και υπογράφηκε από αυτή, η ως άνω διαθήκη είναι άκυρη, οι ενάγουσες δε έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, διότι έτσι καθίστανται οι ίδιες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στην περιουσία της θανούσας". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή της δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων Σ. συζ. Θ. Τ. και της τέταρτης αναιρεσίβλητης, η οποία (αγωγή) είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, αναγνώρισε ότι η επίδικη ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, επειδή δεν είχε γραφεί, χρονολογηθεί, και υπογραφεί από την φερόμενη ως διαθέτιδα, αλλά από τρίτον, και ότι οι ενάγουσες είναι (μοναδικές) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσης Δ. Χ.. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον, ήτοι σύμφωνα με το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1α και 180 του ΑΚ που προαναφέρθηκαν, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απήγγειλε το δικαστήριο, την ακυρότητα δηλαδή της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, επειδή, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η διαθήκη αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι της διαθέτιδας, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά εκτίθενται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επομένως και έχει νόμιμη βάση. 'Ετσι, οι αντίστοιχοι δεύτερος, του αναιρετηρίου, και πρώτος και τέταρτος, του δικογράφου πρόσθετων λόγων προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, απαράδεκτος κατά τα λοιπά και σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προσβάλλοντας την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ειδικότερα την κατά τα προεκτεθέντα, στις παραδοχές του Εφετείου, ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ειδικώς σχολιαζόμενη από τους αναιρεσείοντες ένορκη βεβαίωση της Β. Π., καθώς και επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. ΙΙ περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος εφέσεως (ΟλομΑΠ 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί. Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1363/2008).

Εν προκειμένω προβάλλεται με τον πρώτο, από την ανωτέρω διάταξη, λόγο του αναιρετηρίου, καθώς και με τους δεύτερο και τρίτο από την ίδια διάταξη, προσθέτους λόγους, ότι από την γενική αναφορά του Εφετείου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αποδεικνύονται από τα αναφερόμενα και κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθμ. 260/2005 και 64/2010 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων Μ. Μ. και Γ. Τ. και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, στα οποία συγκαταλέγονται και οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων δεν καθίσταται "αδιστάκτως βέβαιο" ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και τους ανωτέρω πρόσθετους λόγους αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη είχε γραφεί εξ ολοκλήρου και είχε χρονολογηθεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, και ήταν επομένως έγκυρη. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι κυρίως η από 20-8-2013 βεβαίωση του Προϊσταμένου του Ιδρύματος "Στέγη Γερόντων", η από 18-12-1951 δήλωση προς τον σταθμό Χωροφυλακής Αγίας Παρασκευής, αντίγραφο αποσπάσματος του υπ' αρ. 12784635 κοινού τραπεζικού λογαριασμού, το από 22-3-2011 ενημερωτικό σημείωμα του δικαστικού γραφολόγου-τεχνικού συμβούλου Δ. Κ., η από 1-10-2010 επιστολή του δικηγόρου Στέλιου Βαγιανού, η από 17-10-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ., η από 4-8-2005 έκθεση της τεχνικής συμβούλου Μ. Κ. και η από 14-10-2010 επιστολή του τεχνικού συμβούλου Δ. Κ.. Οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, αφού από την προαναφερθείσα κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων στην αναιρεσιβαλλομένη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα "νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", αλλά και οι ειδικώς άλλωστε, στις προμνησθείσες παραδοχές, αναφερόμενες εκθέσεις των ειρημένων πραγματογνωμόνων και εκείνες (ως έγγραφα) των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και τους πρόσθετους λόγους αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Περαιτέρω, με τους ίδιους ως άνω δεύτερον και τρίτο πρόσθετους λόγους και υπό την επίκληση και του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τις σχέσεις της διαθέτιδας με την οικογένειά τους και την οικογένεια Α. που αναφέρεται στην απόφαση, από τις οποίες προκύπτει, κατ' αυτούς, ότι η διαθέτιδα ήθελε να εγκαταστήσει κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες. Κατά το ανωτέρω μέρος τους οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αναφερόμενοι σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο να δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, τούτο δε πέραν του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους από 31-10-2013 πρόσθετους λόγους, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-12-2011 αίτηση των Α.- Α. Μ. κ.λ.π., όπως διαμορφώθηκε με τους από 31-10-2013 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5148/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ