Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 48/2016

Περίληψη

Αυτοκινητικό ατύχημα - Παράσυρση ανήλικης από διερχόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο και θανάτωση αυτής - Συνυπαιτιότητα γονέα - Ευθύνη από μη προσήκουσα άσκηση εποπτείας - Αναγωγή του ευθυνόμενου τρίτου κατά του εποπτεύοντος - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης -. Η ευθύνη του εποπτεύοντος έναντι του εποπτευομένου για ζημία που ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και η παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως σχέση, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας, ή ενδεχομένως από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνεπεία παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης. Εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις ΑΚ 926 και 927 για τη βλάβη του εποπτευομένου. Το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευομένου δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφόσον δεν πρόκειται για πταίσμα του τελευταίου. Μπορεί όμως να αντιταχθεί, όταν ο εποπτεύων ζητεί αποζημίωση από τον τρίτο για ιδία αυτού ζημία. Δεν προέκυψε υπαιτιότητα του απόντος από τον τόπο, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, έτερου γονέα της θανούσης. Άσκηση και περιεχόμενο της σχετικής αγωγής. Ανταγωγή. Εφαρμοστέα η ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α (προϊσχύοντος) ΚΠολΔ και για την αξίωση αναγωγής. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Αριθμός 48/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ι. Μ. και 2) Ε. συζ. Κ. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο παρεμπίπτουσα ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2014

του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 22-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της 2/2015 αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... και .../16-4-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Θ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας. Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευομένου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους. Η ανωτέρω διάταξη έχει ως σκοπό την προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευομένου, ενώ η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από τη διάταξη αυτή (άρθρο 923 ΑΚ), αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου ή τη συμβατική σχέση, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας, είτε ενδεχομένως στη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., συνεπεία παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης. Για τη βλάβη του ίδιου του εποπτευομένου υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη μεταξύ του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926, 927 του Α.Κ. (ΑΠ 239/2010). Όμως το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευόμενου δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο, κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφόσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ιδίου του εποπτευομένου. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, περί συνυπαιτιότητας των γονέων του παθόντος ανηλίκου (ενάγοντος), κατ' άρθρο 300 ΑΚ δεν είναι νόμιμος. Είναι, όμως νόμιμος, όταν ο εποπτεύων γονέας ζητεί αποζημίωση από τον τρίτο για ιδία του ζημία (ΑΠ 532/2012, ΑΠ 1106/2011, ΑΠ 239/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή, αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου, του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, τέτοια δε, (ικανότητα προς καταλογισμό), δεν έχει, κατά τη διάταξη του άρθ. 916 Α.Κ., αυτός που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος. Ο ευθυνόμενος, αν αποζημιώσει τον ανήλικο σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται στην παραμέληση της εποπτείας του από το νόμιμο αντιπρόσωπό του (άρθ. 923 ΑΚ) μπορεί να στραφεί αναγωγικώς (άρθ. 927 Α.Κ.) κατά του εποπτεύοντος γονέα για να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύων ότι ο τραυματισμός του ανηλίκου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους εκείνου (ΑΠ 1743/2007). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθ. 927 ΑΚ εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Η ως άνω διάταξη ρυθμίζει τη δυνατότητα που έχει εκείνος από τους περισσότερους συνοφειλέτες που κατέβαλε όλη την αποζημίωση να στραφεί κατά των άλλων συνοφειλετών και να απαιτήσει από αυτούς να αναλάβουν μέρος ή και όλη την αποζημίωση (δικαίωμα αναγωγής). Το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνοφειλετών, κατά κανόνα ασκείται με αγωγή. Η αγωγή έχει τη μορφή αυτοτελούς ή παρεμπίπτουσας, αναλόγως, του αν α) ο οφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από τη μερίδα του ή β) αν ο συνοφειλέτης, που ενήχθη, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες στη δίκη αποζημιώσεως δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του, εγείρει αγωγή (αναγωγή) κατά των λοιπών συνοφειλετών. Στην πρώτη περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή - ή και με ανταγωγή όταν ασκήθηκε αγωγή του εποπτεύοντος γονέα που ζητεί αποζημίωση από τον τρίτο για ίδια ζημία είτε χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη (ΑΠ 218/2014, ΑΠ 64/2011). Και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση, για να είναι νόμιμη η (αν)αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται εξαρχής και τη δική του συνυπαιτιότητα. Αντίθετα, εάν δεν την αποδέχεται και υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος ή ο ενάγων, τότε δεν έχει θέση η αναγωγή, διότι αυτή προϋποθέτει συνενοχή. Σε περίπτωση όμως αποκλειστικής υπαιτιότητας, μία μόνον ενοχή γεννάται, εκείνη του υπαιτίου και συνεπώς δεν νοείται αναγωγή. Περαιτέρω, τόσο στην αυτοτελή όσο και στην παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί το βαθμό πταίσματος του εναγομένου και τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν, αν δε ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και γι' αυτό πρέπει τη ζημία, στην εσωτερική σχέση, να φέρει αποκλειστικά ο εναγόμενος, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό. Στην περίπτωση που δεν μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ή ο καθ' ου η αναγωγή προβάλλει γεγονότα που δικαιολογούν τον ισχυρισμό ότι ο βαθμός υπαιτιότητας και αιτιότητας καθενός από τους συνοφειλέτες δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, το δικαστήριο θα εφαρμόσει τον κανόνα της ΑΚ 927 εδ. 3 και θα κατανείμει τη ζημία μεταξύ όλων των συνυποχρέων κατ' ίσα μέρη (ΑΠ 1491/2011). Το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ. κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας του στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του. Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά (ΑΠ 861/2012, ΑΠ 1261/2007 και ΑΠ 1676/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29-10-2012 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι και άλλοι τρεις, μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη, ενάγοντες, εξέθεσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου (αμφοτέρων μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη), ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης κόρης των δύο πρώτων εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και εγγονής των λοιπών εναγόντων, ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες από το θάνατο της θυγατέρας και εγγονής τους και επί πλέον αποζημίωση στον πρώτο ενάγοντα για δαπάνες κηδείας και κατασκευή τάφου της κόρης του. Η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε στον πρώτο βαθμό, άσκησε ανταγωγή κατά του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, επικαλουμένη αποκλειστική υπαιτιότητα αυτών στον θανάσιμο τραυματισμό της κόρης τους, άλλως συνυπαιτιότητά τους κατά 95%, συνισταμένη στην παραμέληση από αυτούς της εποπτείας της, και ζήτησε, σε περίπτωση που η αγωγή των 3ης, 4ου και 5ης των εναγόντων γίνει δεκτή και επιδικασθεί σ' αυτούς κάποιο χρηματικό ποσό, να αναγνωρισθεί ότι οι 1ος και 2η των εναγόντων (αναιρεσίβλητοι) οφείλουν να της καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί ή θα αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει, πλέον τόκων και εξόδων, άλλως το 95% του ποσού αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, απέρριψε την ανταγωγή ως προς τον πρώτο αντεναγόμενο και την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς τη δεύτερη αντεναγομένη.

Κατ' αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από όλους τους διαδίκους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αναφορικά με το κρίσιμο και σχετικό με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ζήτημα της υπαιτιότητας τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 17-4-2012 και περί ώρα 15.45' ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο επί της Ε.Ο. Χαλκίδας - Λουκισίων, οδηγώντας το ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του πατέρα του, τρίτου εναγομένου, με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Λουκίσια. Η ανωτέρω οδός, στη χ/θ 7,5 (που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση) είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Το συνολικό πλάτος της οδού είναι 7,70 μέτρα. Το ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, έχει πλάτος 3,70 μέτρα. Το ρεύμα πορείας προς Χαλκίδα έχει πλάτος 4 μέτρα, ενώ στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος, σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου, υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους 3,70 μέτρων, πέραν δε αυτού υπάρχουν κατοικίες. Στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου, υπάρχει χωμάτινη επιφάνεια πλάτους 0,70 μέτρων, η οποία την εποχή εκείνη ήταν γεμάτη χόρτα και αγριολούλουδα και στο τέλος αυτής υπάρχει μεταλλική προστατευτική μπάρα ύψους 0,80 μέτρων, παράλληλα με την οδό και καθ' όλο το μήκος της. Πέρα από την προστατευτική μπάρα είναι η παραλία, που βρίσκεται 2,40 μέτρα χαμηλότερα από το ύψος της οδού. Η προστατευτική μπάρα διακόπτεται σε ένα σημείο της, όπου υπάρχουν σκαλοπάτια που επιτρέπουν την πρόσβαση στην παραλία. Η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία και κατόπιν ακολουθεί ελαφρά ομαλή στροφή δεξιά, ως προς την πορεία του οχήματος. Την ίδια στιγμή, η δεύτερη ενάγουσα (Ε. συζ. Κ. Μ.), μαζί με την ανήλικη κόρη της Α. - Τ. Μ., που είχε γεννηθεί στις 16-6-2008, έφυγαν από την κατοικία τους, που βρίσκεται στο αριστερό, ως προς την πορεία του οχήματος, άκρο του οδοστρώματος και πέρασαν απέναντι, στη χωμάτινη επιφάνεια δίπλα στην προστατευτική μπάρα, για να μαζέψουν λουλούδια. Το ότι η μητέρα της ανήλικης βρισκόταν μαζί της προκύπτει τόσο από την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της ακριβώς απέναντι από το σημείο που ενδιαφέρει, όσο και από τις ένορκες καταθέσεις που ελήφθησαν στα πλαίσια της προανάκρισης. Καθώς ο πρώτος εναγόμενος πλησίαζε το σημείο, όπου βρίσκονταν η δεύτερη ενάγουσα και η κόρη της, χτύπησε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του την ανήλικη Α. - Τ. Μ., με αποτέλεσμα η τελευταία να εκτιναχθεί πάνω από την προστατευτική μπάρα και να καταλήξει στην παραλία σε απόσταση περίπου 9,9 μέτρων (σε ευθεία γραμμή) από το σημείο, όπου βρισκόταν πριν τη σύγκρουση, ήτοι περίπου 8,5 μέτρα μπροστά και πέντε μέτρα προς τα δεξιά, να υποστεί πολλαπλές κακώσεις σώματος, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός της περίπου μία ώρα μετά. Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά τα ευρήματα και οι συνθήκες της οδού, καθώς και οι αποστάσεις. Συνυπαίτιοι για το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης Α. - Τ. Μ. είναι τόσο ο πρώτος ο εναγόμενος όσο και η μητέρα της. Η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι εκινείτο με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης, τούτο δε είχε ως συνέπεια να μην είναι σε θέση να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και να πραγματοποιεί τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς σε περίπτωση που βρισκόταν κάποιο εμπόδιο στην πορεία του. Το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο ήταν 30 Χ/Ω, δεδομένου ότι η περιοχή είναι κατοικημένη, υπάρχει δε σχετική πινακίδα (Ρ-32) περίπου 250 μέτρα πριν από το σημείο του ατυχήματος και στην πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος... Λόγω της ανωτέρω ταχύτητας, την οποία είχε αναπτύξει το αυτοκίνητο, ο πρώτος εναγόμενος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ανήλικη που βρισκόταν στο άκρο του οδοστρώματος και, έτσι, κινούμενος στο άκρο δεξιό της οδού, την παρέσυρε χωρίς να μπορέσει να τροχοπεδήσει ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, δεν αποδείχθηκε δε ο ισχυρισμός του ότι η ανήλικη είχε ξεκινήσει να διασχίζει το δρόμο και, έτσι, βρέθηκε ξαφνικά στην πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να μην υπάρχει αρκετός χρόνος για να τροχοπεδήσει (ο πρώτος εναγόμενος). Όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, το σημείο παράσυρσης, όπου βρέθηκαν θραύσματα του φλας του αυτοκινήτου, τοποθετείται στο άκρο του οδοστρώματος, εκεί όπου αρχίζει η χωμάτινη επιφάνεια... Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος εναγόμενος είναι συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης Α. - Τ. Μ. κατά ποσοστό 70%. Η υπαιτιότητα της δεύτερης ενάγουσας, κατά το υπόλοιπο ποσοστό (30%), συνίσταται στο ότι δεν άσκησε την προσήκουσα επιμέλεια και εποπτεία της ανήλικης κόρης της. Όπως προαναφέρθηκε, η δεύτερη ενάγουσα μαζί με την κόρη της πήγαν στο προαναφερόμενο σημείο της χωμάτινης επιφάνειας για να μαζέψουν λουλούδια. Το πλάτος της επιφάνειας αυτής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι υπήρχε η μεταλλική προστατευτική μπάρα, που δεν επέτρεπε στους πεζούς να βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από το οδόστρωμα, υποχρέωνε τις δύο (μητέρα και κόρη) να στέκονται δίπλα - δίπλα, με πρώτη, προς το αυτοκίνητο, τη δεύτερη ενάγουσα... Την ώρα που πλησίαζε το αυτοκίνητο, η δεύτερη ενάγουσα είχε σκύψει για να μαζέψει λουλούδια και δεν κρατούσε την ανήλικη κόρη της από το χέρι. Αυτό προκύπτει από την προανακριτική της κατάθεση, όπου αναφέρει ότι άφησε την κόρη της από το χέρι όταν μάζευαν λουλούδια. Η ενέργεια αυτή της δεύτερης ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ασκεί την εποπτεία της ανήλικης κόρης της και να μην μπορεί να την κρατήσει όσο πιο μακριά από το οδόστρωμα γίνεται, δίπλα ακριβώς στην προστατευτική μπάρα, προφυλάσσοντάς την με τον τρόπο αυτό από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Καθώς εκείνη είχε σκύψει για να μαζέψει λουλούδια, η ανήλικη κόρη της δεν βρισκόταν στο οπτικό της πεδίο και έτσι δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η ανήλικη κόρη της είχε μετακινηθεί στο άκρο της χωμάτινης επιφάνειας εκεί όπου ξεκινά το οδόστρωμα. Έτσι, η δεύτερη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας ανήλικης, δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, όσον αφορά την εποπτεία του ανήλικου τέκνου της, η οποία (εποπτεία) αποτελεί ειδικότερο περιεχόμενο της επιμέλειας, κατά το άρθρο 1518 παρ. 1 του ΑΚ, αφού όφειλε, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας του (τριών και μισού έτους), να έχει ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή της, ώστε να το παρακολουθεί και να το επιτηρεί, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του και η σωματική του ακεραιότητα, ενόψει μάλιστα του γεγονότος, ότι στην περιοχή, όπου διέμεναν υπήρχε κίνηση πεζών και οχημάτων. Κατά συνέπεια, εφόσον η δεύτερη ενάγουσα παρέβη υπαίτια το καθήκον επίβλεψης του ανηλίκου τέκνου της, είναι συνυπαίτια, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (30%), για το θανάσιμο τραυματισμό του, ο οποίος βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την παραμέληση της εποπτείας του, από αυτή (δεύτερη ενάγουσα). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα αναφορικά με την παραμέληση της εποπτείας της ανήλικης θανούσας κόρης του. Την ώρα εκείνη βρισκόταν στο σπίτι του, αφού μόλις είχε επιστρέψει από την εργασία του, και γνώριζε ότι η ανήλικη κόρη του ήταν με την μητέρα της, με την οποία αυτός από κοινού ασκούσε τη γονική της μέριμνα. Δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η σύζυγός του θα επιδείκνυε την αμέλεια που ανωτέρω αναφέρεται και συνέτεινε στο θάνατο της κόρης του, καθώς δεν προέκυψε ότι είχε κινδυνεύσει, από αμέλειά της η σωματική ακεραιότητα της ανήλικης...". Και υπό τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε τις εφέσεις και απέρριψε την ανταγωγή, ως απαράδεκτη, κρίνοντας ότι δεν υπάγεται στην αυτή διαδικασία, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων 80.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών 15.000 ευρώ. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου Π. Φ., οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της ανήλικης Α. - Τ. Μ.. Επίσης προσδιόρισε με σαφήνεια τα στοιχεία της αμέλειας της δεύτερης ενάγουσας, η οποία δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή στην επιτήρηση της ανήλικης κόρης της, τις κινήσεις της οποίας όφειλε να ελέγχει κάθε στιγμή, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας της, προκειμένου να μην εκτεθεί σε κίνδυνο η τελευταία. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η υπαιτιότητα των γονέων του παθόντος ανηλίκου δεν στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση της παρούσας, προβλέπει μαχητό τεκμήριο υπαιτιότητας, για τον εποπτεύοντα γονέα "όταν το ανήλικο τέκνο ζημιώσει παρανόμως άλλον" και έχει ως αποτέλεσμα την αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως, αλλά στις προαναφερόμενες διατάξεις οικογενειακού δικαίου και την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση, ότι δεν προέκυψε κάποια υπαιτιότητα του, απόντος από τον τόπο, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, πατέρα της θανούσας ανήλικης σχετικά με την παραμέληση αυτής. Έτσι, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, πλήττουσα το απορριπτικό της ανταγωγής της κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 923 Α.Κ., που καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη του εποπτεύοντος, ο οποίος απαλλάσσεται μόνο αν ανατρέψει το τεκμήριο ευθύνης του, είναι αβάσιμα. Επομένως, ο 2ος λόγος της αναίρεσης, με τα δύο σκέλη του οποίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ. δικάζονται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο μεταξύ των δικαιούχων ή των διαδόχων τους και εκείνων που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση ή των διαδόχων τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών και των ασφαλισμένων ή των διαδόχων τους. Αν και κατά το ουσιαστικό δίκαιο η αξίωση αναγωγής ενός συνοφειλέτη κατ' άλλου συνοφειλέτη είναι αυτοτελής απέναντι στην αξίωση αποζημίωσης, στο χώρο του δικονομικού δικαίου η ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζεται και για την αξίωση της αναγωγής. Έτσι, η παρεμπίπτουσα αγωγή αναγωγής (ή ανταγωγή) οδηγού ή ασφαλιστή, που ικανοποίησε απαιτήσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συγγενών θανόντος ανηλίκου, κατά των γονέων του, συνευθυνομένων για παραμέληση επίβλεψης και προφύλαξης αυτού (άρθρα 1510 επ., 914 επ. Α.Κ.) εκδικάζεται αναμφίβολα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία δικάσθηκε και η κύρια αγωγή, δοθέντος ότι αφορά απαιτήσεις από ζημίες από αυτοκίνητο και από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου (πρβλ. ΑΠ 218/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 681Α, 663, 268 παρ. 4 και 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, η ανταγωγή μπορεί να ασκηθεί και προφορικά κατά την πρώτη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με το να κρίνει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η, ασκηθείσα με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και με τις πρωτόδικες προτάσεις, ανταγωγή εξ αναγωγής της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας, ασφαλιστικής εταιρείας, κατά των γονέων του θανόντος ανηλίκου, εναγόντων - ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι αυτοί, ως υπαίτιοι άλλως συνυπαίτιοι κατά 95% για το θάνατο του τέκνου τους από το ένδικο ατύχημα, λόγω παραμέλησης της εποπτείας του, οφείλουν να της καταβάλουν όποιο ποσό θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους 3η, 4ο και

5η των κυρίως εναγόντων (γιαγιάδες και παππού του ανηλίκου) για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, άλλως το 95% του εν λόγω συνολικού ποσού, δεν δικάζεται κατά την αυτή ειδική διαδικασία και να την απορρίψει, ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την απορριπτική της ανταγωγής διάταξη και, κατά δικονομική αναγκαιότητα, και εκείνη περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία για τον προσδιορισμό τους σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης για διορισμένα κεφάλαια αυτής. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο, κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθεμένου από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 165/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ