Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 428/2016

Περίληψη

Αναιρετέες αποφάσεις - Έννομο συμφέρον και νομιμοποίηση - Αναιρετικός έλεγχος συνδρομής αυτών - Διαζύγιο - Αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης - Αντίθετες αγωγές διαζυγίου - Αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου ή για διετή διάσταση και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε κάθε ένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επεδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον ένα αιτιολογίες δέχεται δηλαδή ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης αφορά και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε αναίρεση κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του.

Αριθμός 428/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. Γ., κατοίκου ... (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Β) Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. Γ., κατοίκου ... (...), η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-9-2010 και 19-7-2011 αντίθετες αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4665/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 2843/2013 μη οριστική και 6618/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της 6618/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2015 αίτηση και τους από 6-8-2015 πρόσθετους λόγους του και της 4665/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 8-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε τις από 16-9-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της από 19-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και β) την απόρριψη της από 8-6-2015 αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, άλλως την απόρριψή της ως προς όλους τους λόγους της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 8 Ιουνίου 2015 και 19 Φεβρουαρίου 2015 αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι επί της τελευταίας ασκηθέντες παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι, του ιδίου αναιρεσείοντος κατά α) της υπ’ αριθ. 4665/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της υπ’ αριθ. 6618/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εξεδόθησαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό αντιστοίχως επί της ιδίας υποθέσεως, ήτοι επί συνεκδικασθεισών αντιθέτων αγωγών διαζυγίου μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246,573 Κ.Πολ.Δ, εφόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Από την διάταξη του 553 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Α.Π 128/2014). Αν όμως η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνον η εφετειακή απόφαση για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη (Α.Π 264/2013). Εξ άλλου, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικος, ο οποίος ανακύπτει μόνον

όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π 1877/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, την από 3-12-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 4665/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 27-1-2011 και 17-3-2010 αντίθετες αγωγές διαζυγίου του ιδίου και της αναιρεσίβλητης συζύγου του, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως ο οποίος επήλθε, όσον αφορά μεν την πρώτη αγωγή, λόγω διετούς διαστάσεως, όσον αφορά δε την δεύτερη αγωγή, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως από λόγους που αφορούν το πρόσωπο εκείνου, δεδομένου ότι με την παραδοχή των αγωγών επήλθε το επιδιωκόμενο και από τους δύο διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου τους. Επομένως, η ένδικη από 8 Ιουνίου 2015 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αναιρεθείσα στην αρχή πρωτοβάθμια υπ’ αριθ. 4665/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά τις διάταξης των άρθρων 68,73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον ‘ Αρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322,324 και 325 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, κάθε ένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως, να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων, για την θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γΓ αυτόν αφόρητη. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δυο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται, ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνον. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει, ότι στην δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμία περίπτωση, ούτε και στην δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου ή για διετή διάσταση και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, κάθε ένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επεδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον ένα αιτιολογίες δέχεται δηλαδή ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης αφορά και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Συνεπώς, κανένας από τους διαδίκους συζύγους δεν έχει στην περίπτωση αυτή έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως, είτε κατ’ άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε κατ’ άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν αυτών η κρινόμενη από 9-2-2015 αίτηση αναιρέσεως και οι από 6-8-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής με τα δικόγραφα των οποίων προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 6618/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε για έλλειψη εννόμου συμφέροντος η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε και την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί λύσεως του γάμου των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος κατ’ επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 8 Ιουνίου 2015, 19 Φεβρουαρίου 2015 αιτήσεις και 6 Αυγούστου 2015 πρόσθετους λόγους του Π. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4665/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη και της υπ’ αριθ. 6618/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η δεύτερη και οι πρόσθετοι λόγοι.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ