Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 381/2016

Περίληψη

Χρήση πλαστού εγγράφου - Πλαστογραφία - Αιτιολογία αθωωτικής απόφασης - Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου - Εγκλήματα σκοπού -. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου, όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο, θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση. Για την θεμελίωσή του απαιτείται αντικειμενικά η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή το επιδιωκόμενο με αυτόν σκοπό, και υποκειμενικά δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο. Επιπλέον αυτών απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Αναιρείται λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση. Στην απόφαση δεν εξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου.

Αριθμός 381/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 146, 147/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Γ. Χ. του Κ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα και πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Σ. του Ε., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τοκατλίδη.

Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 20/10 Ιουνίου 2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 689/2015.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην ένα μήνα από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π. δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Δηλαδή στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις γιατί χωρίς αυτά είναι αδύνατος ο ακυρωτικός έλεγχος.

Εξάλλου στο άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Ενώ στην §3 ορίζεται ότι αν ο υπαίτιος των πράξεων (παρ. 1-2) σκοπεύει να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπεύει να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) Ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) Ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωσης της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άνω άρθρου 216 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή το επιδιωκόμενο με αυτόν σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ’ του ίδιου κώδικα, πλήν άλλων κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Στην περίπτωση αθώωσης για το έγκλημα της πλαστογραφίας με την μορφή της κατάρτισης που έγινε με συμπλήρωση από τον κομιστή χωρίς σχετική συμφωνία με τον εκδότη, πρέπει το Δικαστήριο να αναφέρει αν ο κατηγορούμενος: α) συμπλήρωσε ή όχι συγκεκριμένα στοιχεία της επιταγής, β) σε περίπτωση συμπλήρωσης αν αυτή έγινε αυθαίρετα ή μετά από σχετική συμφωνία και γ) αν η συμπληρωμένη επιταγή τέθηκε σε κυκλοφορίας και με ποίο ειδικότερα τρόπο και σκοπό.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη με αριθμό 20/2015 από 10-6-2015 έκθεση αναίρεσης, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα εκ μέρους του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 146-147/29-4-2015 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Ειδικότερα με την ως άνω αναίρεση προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση μόνο ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, ενώ δεν προσβάλλεται ως προς την πράξη της τοκογλυφίας, που και για τις δύο πράξεις κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος του ότι: "Στις 17-12-2001 συμπλήρωσε την ημερομηνία στην ανωτέρω επιταγή παρά την αντίθετη βούληση του εκδότη της. Συγκεκριμένα, παρότι με την από 14-12-2001 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία, πρόσκληση ο μηνυτής ανακάλεσε προγενέστερης συμφωνία τους για συμπλήρωση του έκδοσης της επιταγής, όταν καταστεί ο μηνυτής υπερήμερος ως προς τις οφειλές του στον κατηγορούμενο, αυτός συμπλήρωσε το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω επιταγής. Στη συνέχεια δε έκανε χρήση της επιταγής εμφανίζοντας την προς πληρωμή και επιδιώκοντας την είσπραξή της".

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Πατρών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι γιατρός (παθολόγος- καρδιολόγος) στη ..., δέχθηκε, μετά από σχετική πρόταση, του συναδέλφου και φίλου του, Ι. Σ. να του χορηγήσει υπό μορφή δανείου το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών. Για το λόγο αυτό την 28-6-1996, αφού συνέταξαν ιδιωτικό συμφωνητικό για τις λεπτομέρειες τις σύμβασης, τα δύο μέρη το επικύρωσαν στο αστυνομικό τμήμα. Ακολούθως την 4-10-1996 ο εγκαλών Ι. Σ. ζήτησε και δεύτερο δάνειο ποσού 7.000.000 δραχμών από τον κατηγορούμενο, καίτοι δεν είχε εξοφλήσει το προηγούμενο. Ο κατηγορούμενος παρά τις αντιρρήσεις του δέχθηκε να τον εξυπηρετήσει, με τον ίδιο πάλι τρόπο δηλαδή με την σύνταξη σχετικού συμφωνητικού. Περαιτέρω ο εγκαλών επανέρχεται και ζητά από τον κατηγορούμενο να του χορηγήσει το χρηματικό ποσό των 18.000.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει εν τω μεταξύ εξοφληθεί από τα προηγούμενα δάνεια και φοβούμενος μήπως απωλέσει ολοσχερώς τα προηγούμενα ποσά που του είχε δανείσει, δέχτηκε να του χορηγήσει το άνω ποσό, με εγγυητή τον αδελφό του εγκαλούντος, δικηγόρο Α. Σ., ο οποίος και αποδέχθηκε την πρόταση. Για τον σκοπό αυτό την 1-7-1999, συνετάγη νέο συμφωνητικό και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ... επιταγή της Κτηματικής Τράπεζας, ποσού 61.200.000 δραχμών με ανοικτή ημερομηνία, η οποία περιελάμβανε κατά το συμφωνητικό τα δύο προηγούμενα ανεξόφλητα δάνεια και το παρόν ήτοι συνολικό κεφάλαιο 50.000.000 δραχμές (25.000.000. + 7.000.000 + 18.000.000) και τόκους συνολικά 10.200.000 δραχμές, δηλαδή με επιτόκιο πολύ μικρότερο του ισχύοντος τότε, νομίμου τραπεζικού 19%.

Ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τον κατηγορούμενο και μάλιστα εις το τριπλάσιο του κεφαλαίου, χωρίς όμως να καταθέτει κάποια αποδεικτικά στοιχεία (αποδείξεις εξοφλήσεως ή επιταγές του). Επίσης ο εγκαλών δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι τα χρήματα που έλαβε από τον κατηγορούμενο ως δάνειο τα διέθεσε στις Τράπεζες, προκειμένου να εξοφλήσει τις οφειλές του προς αυτές, αφού όπως ισχυρίζεται κινδύνευε να χάσει όλη την περιουσία του από τις κατασχέσεις. ’λλωστε αν ο εγκαλών, έχει, όπως ισχυρίζεται εξοφλήσει τον κατηγορούμενο, δίνοντάς του συνολικά το ποσό των 149.000.000 δραχμών, σε περίοδο οικονομικής του δυσχέρειας, για όλα τα δάνεια, ποσό που αφενός δεν συνάδει με τα δηλωθέντα εισοδήματά του των αντιστοίχων ετών και αφετέρου κάθε άλλο παρά οικονομική δυσχέρεια δηλώνει. Και τέλος για πιο λόγο ο εγκαλών προτίμησε, όπως ισχυρίζεται, να εξοφλήσει το χρέος του προς τον κατηγορούμενο και όχι αυτό προς τις Τράπεζες από τις οποίες κινδύνευε και ήταν ο βασικός λόγος που κατέφυγε στον δανεισμό του από τον κατηγορούμενο. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και της πλαστογραφίας με χρήση που του αποδίδονται και πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί αθώος".

Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, υπό την άνω εκτεθείσα έννοια, αναφορικά με το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως της επίδικης επιταγής αφού, ουδεμία μνεία για τα πραγματικά περιστατικά διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό, που να θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτού ούτε και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούσαν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερα ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι η επίδικη επιταγή με αριθ. ... της κτηματικής Τραπέζης ποσού 61.200.000 δρχ. δόθηκε προς εγγύηση των χορηγηθέντων δανείων συνολικού ποσού (25.000.000 + 7.000.000 + 18.000.000 δρχ.) μετά των τέκνων 10.200.00 δρχ. και είχε ανοιχτή ημερομηνία, ουδόλως αναφέρεται εάν συμπληρώθηκε η επιταγή ως προς την ημερομηνία και σε περίπτωση που αυτή συμπληρώθηκε, εάν η συμπλήρωση έγινε κατόπιν συμφωνίας ή αυθαιρέτως. Επίσης ουδόλως αναφέρεται αν η επιταγή που τυχόν συμπληρώθηκε τέθηκε ή όχι στην κυκλοφορία και με ποιο σκοπό.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σκέλος της κατηγορίας για το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με ζημία ανώτερη των 120.000 Ευρώ (αρ. 216 § 1, 3 ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στη ... στις 17-12-2001 σε βάρος του Ι. Ε. Σ., κατοίκου επίσης .... Εντεύθεν πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 146-147/29-4-2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω σκέλος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ              Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ