Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
Απόφαση 356/2007 

Περίληψη 

Ευθύνη πωλητή για νομικά και πραγματικά ελαττώματα - Ελάττωμα από βάρος ρυμοτομίας -. Κρίσιμος χρόνος είναι αυτός της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή. Αν το νομικό ελάττωμα προκύψει μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή ή το πραγματικό ελάττωμα δημιουργηθεί μετά την μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, δεν υπάρχει σχετικά ευθύνη του πωλητή, εκτός αν κατά τους κρίσιμους αυτούς χρόνους ήταν ήδη υπαρκτές, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, εξελίχθηκαν και επέφεραν την ολοκλήρωση και ανάδειξη του ελαττώματος (ΟλΑΠ 29/1990). Προϋποθέσεις αποζημίωσης για νομικό ή πραγματικό ελάττωμα πωληθέντος ακινήτου, του οποίου στη συνέχεια μειώθηκε η επιφάνεια λόγω υποχρέωσης παροχής εισφοράς σε γη κατά την ένταξή του στο σχέδιο πόλης. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης: α) για νομικό ελάττωμα μόνο αν η μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης προηγήθηκε του μεταβιβαστικού συμβολαίου και β) για πραγματικό ελάττωμα μόνο αν: Ι) από τη μη υλοποιημένη ακόμη υποχρέωση εισφοράς σε γη αναιρείται ή μειώνεται ουσιωδώς η αξία της χρησιμότητάς του και ΙΙ) κατά το χρόνο της μεταβίβασης έχει εγκριθεί ήδη η πολεοδομική μελέτη, που έχει τις συνέπειες της έγκρισης του σχεδίου πόλης.



Αριθμός 356/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

    Των αναιρεσειόντων:(αναφέρονται 3 αναιρεσείες), που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Οδυσσέα Κοτρώτσιου.

    Των αναιρεσίβλητων: (αναφέρονται 3 αναιρεσίβλητοι), που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Νικολούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17025/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 805/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2005 αίτησή τους.

    Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 28-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

    

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (όπως οι διατάξεις αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 5α του ν. 1512/1985 και με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 2242/1994), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ/μα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, συνοδευόμενη από κτηματολογικό διάγραμμα εφαρμογής και πίνακα εφαρμογής, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος, εκτός των άλλων, και υποχρέωση εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών. Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής. Αυτή καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά σε γη. Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από την εισφορά γης διατίθενται κατά πρώτο για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα και ακολούθως για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο με το οποίο αυτά βαρύνονται με εισφορά γης. Μετά την κύρωσή της, με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφορά σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται με αυτή στα ακίνητα. Με τη μεταγραφή, ειδικότερα, της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17-7-1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001 - Κ.Α.Α.). Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή, που δεν εμπίπτει στην περίπτωση στην οποία οφείλεται αποζημίωση, με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχεται άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος στο τμήμα που αφαιρέθηκε ως εισφορά γης. Αν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου αμφισβητεί το μέγεθος της ιδιοκτησίας, καθώς και το μέγεθος της εισφορά σε γη, όπως αυτή καθορίστηκε με την πράξη εφαρμογής, δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση ή ανασύνταξη της πράξης αυτής (ολΣτΕ 1730/2000). Το δικαίωμα της κυριότητάς του στο επιπλέον τμήμα ακινήτου που έπρεπε να του είχε χορηγηθεί με την πράξη εφαρμογής, καθώς και στο τμήμα που δεν έπρεπε να περιληφθεί στην εισφορά σε γη, μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση χρηματικής αποζημίωσης, την ικανοποίηση της οποία μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1337/1983, στις πιο πάνω διατάξεις μπορεί να υπαχθούν και μη πυκνοδομημένες προβληματικές περιοχές εντός σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923. Στις περιπτώσεις αυτές δεν οφείλεται εισφορά σε χρήμα και για τον καθορισμό της εισφοράς σε γη υπολογίζεται το συνολικό εμβαδόν των κοινόχρηστων χώρων του εντός του προϋφιστάμενου σχεδίου πόλης τμήματος της πολεοδομικής ενότητας, για τους οποίους έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους οι παρόδιες ιδιοκτησίες σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις και αν προκύπτει επιπλέον διαφορά, αυτή επιμερίζεται σε όλες τις ιδιοκτησίες, οφειλόμενη, σύμφωνα με τον επιμερισμό αυτό, ως εισφορά της αντίστοιχης ιδιοκτησίας. Δηλαδή, ζήτημα επιβάρυνσης των άλλων ιδιοκτησιών γεννάται μόνο κατά το μέρος που οι υποχρεώσεις της παρόδιας ιδιοκτησίας προς αποζημίωση ρυμοτομούμενων, σύμφωνα με το προϋφιστάμενο σχέδιο, ιδιοκτησιών είχαν εκπληρωθεί και υπερβαίνουν τις, λόγω της υπαγωγής στο νέο πολεοδομικό σχεδιασμό, υποχρεώσεις συμμετοχής στη νέα πολεοδομική αναμόρφωση. Αντίθετα τέτοιο ζήτημα δεν ανακύπτει για την ιδιοκτησία που δεν ήταν ως παρόδια υπόχρεη σε αποζημίωση άλλης ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας, αλλά για την οποία, ως ρυμοτομούμενη, υπήρχε αξίωση αποζημίωσης από τους ιδιοκτήτες των άλλων ωφελούμενων ιδιοκτησιών. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514 και 516, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 383 του ΑΚ, η ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που πωλήθηκε, η οποία, αν δεν είναι δυνατή η άρση του, ισοδυναμεί με αδυναμία παροχής και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης του αγοραστή, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 522, 534 και 535 του ΑΚ, όπως τα δύο τελευταία άρθρα ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, κρίσιμος χρόνος, για την ύπαρξη ευθύνης του πωλητή από πραγματικά ελαττώματα του πράγματος που πωλήθηκε ή από έλλειψη των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, είναι ο χρόνος μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή, προκειμένου για ακίνητο, ο χρόνος της παράδοσής του στον αγοραστή ή ο χρόνος της μεταγραφής της πώλησης, εάν η μεταγραφή έγινε πριν από την παράδοση του ακινήτου. Σε περίπτωση που το νομικό ελάττωμα προκύψει μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή ή το πραγματικό ελάττωμα δημιουργηθεί μετά την μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, δεν υπάρχει σχετικά ευθύνη του πωλητή, εκτός αν κατά τους κρίσιμους αυτούς χρόνους ήταν ήδη υπαρκτές, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατ' αιτιώδη δυναμικότητα, εξελίχθηκαν και επέφεραν την ολοκλήρωση και ανάδειξη του ελαττώματος (ολΑΠ 29/1990).

    Συνεπώς, με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, αφότου επέρχονται οι εμπράγματες μεταβολές στα τμήματα που ορίστηκαν με αυτήν ως εισφορά σε γη, δημιουργείται νομικό ελάττωμα στο αρχικό ακίνητο και αν το τελευταίο, σε εκπλήρωση σύμβασης πώλησης, είχε μεταβιβαστεί στον αγοραστή πριν από τη μεταγραφή της εν λόγω πράξης, δε γεννάται ευθύνη του πωλητή από νομικό ελάττωμα, λόγω της μεταγενέστερης μείωσής του κατά τα τμήματα που αφαιρέθηκαν από αυτό ως εισφορά σε γη. Πριν από την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, οπότε κανένα τμήμα δεν είχε αφαιρεθεί και δεν υφίστανται σε αυτό δικαιώματα τρίτων, το ακίνητο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πραγματικό ελάττωμα, αν από την μη υλοποιημένη ακόμη υποχρέωση εισφοράς σε γη αναιρείται ή ουσιωδώς μειώνεται η αξία ή η χρησιμότητά του (πρβλ. ΑΠ 420/200), από το χρόνο όμως της έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης, η οποία έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης και όχι από προγενέστερο χρόνο, έστω και αν έχει προηγηθεί το στάδιο της έγκρισης του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, αφού ακόμη δεν έχουν καν οριστικοποιηθεί τα όρια των προς πολεοδόμηση ζωνών και δεν είναι γνωστό ποία ακίνητα εμπίπτουν σε αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : Με το ....συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... , που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) επώλησαν και μεταβίβασαν στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ποσοστό 50% αδιαιρέτως ενός οικοπέδου εμβαδού 6.098, 67 τ. μέτρων, το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου από το έτος 1979 σχεδίου πόλης του Δήμου Ευόσμου Θεσσαλονίκης. Το ακίνητο αυτό παραδόθηκε από τους εναγομένους στους ενάγοντες κατά την ημέρα κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου, δηλαδή την 28-3-1989. Δυόμισι χρόνια μετά, με π.δ/μα που δημοσιεύθηκε στο 749 ΦΕΚ (τεύχος Δ') της 29-10-1991 εγκρίθηκε σχετική πολεοδομική μελέτη περιοχής τμημάτων του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Ευόσμου και η περιοχή, όπου το ακίνητο αυτό, υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1337/1983. Ακολούθως εκδόθηκε η 33 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, η οποία κυρώθηκε με την .... απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεάπολης Θεσσαλονίκης στον τόμο 100, με αύξοντα αριθμό 536. Με την πράξη αυτή, από το ακίνητο αυτό, των 6.098, 67 τετρ. μέτρων, εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.018, 94 τετρ. μέτρων καθορίστηκε ως εισφορά σε γη και αποδόθηκε τελικά στους ενάγοντες, κατά τα ανήκοντα στον καθένα ποσοστά, το υπ' αριθμ. ...οικόπεδο του οικοδομικού τετραγώνου ....εμβαδού 4.079, 73 τετρ. μέτρων. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι με το πωλητήριο συμβόλαιο οι εναγόμενοι πωλητές υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο που πώλησαν ελεύθερο κάθε βάρους και χρέους και ελεύθερο από κάθε ρυμοτομία, ορθογωνισμό, προσκύρωση και τακτοποίηση οδών και παρόδιων γειτόνων και από τις αντίστοιχες κάθε μορφής αποζημιώσεις και γενικά απαλλαγμένο από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα, ουδόλως όμως ανέλαβαν την ευθύνη και για την μετά την παράδοσή του υποχρέωση σε εισφορά σε γη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει κατά των εναγομένων πωλητών ενοχική αξίωση χρηματικής αποζημίωσης των εναγόντων αγοραστών για το εδαφικό τμήμα από το ακίνητο που τους πωλήθηκε, το οποίο καθορίστηκε ως εισφορά σε γη, βάσει συμβατικής ανάληψης τέτοιας υποχρέωσης, αλλ' ούτε και αξίωση λόγω ευθύνης των εναγομένων πωλητών εξαιτίας νομικών και πραγματικών ελαττωμάτων του ακινήτου που πωλήθηκε, αφού κατά το χρόνο της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αυτών από την πώληση του ακινήτου και μάλιστα κατά το χρόνο της παράδοσής του στους ενάγοντες αγοραστές, δεν υπήρχαν τέτοια ελαττώματα. Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους, με την οποία αυτοί, επικαλούμενοι ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο αποτελούσε το μη ρυμοτομούμενο, βάσει του προϋφιστάμενου σχεδίου πόλης, τμήμα μείζονος οικοπέδου, συνολικής έκτασης 9.300 τετρ. μέτρων, και τους πωλήθηκε ελεύθερο από οποιοδήποτε βάρος ρυμοτομίας και υποχρέωσης αποζημίωσης απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών, επιβαρύνθηκε με εισφορά σε γη, ενώ με αυτήν έπρεπε να επιβαρυνθεί το υπόλοιπο, το ρυμοτομούμενο βάσει του προϋφιτάμενου σχεδίου πόλης, τμήμα, εμβαδού 3.201, 33 τετρ. μέτρων, που απέμεινε στους εναγομένους πωλητές, το οποίο επιβαρύνθηκε επίσης με εισφορά σε γη, έκτασης 1.088, 69 τετρ. μέτρων, ζήτησαν την αποζημίωσή τους για την έκταση με την οποία υποχρεώθηκαν σε εισφορά γης, ενώ, κατ' αυτούς με αυτήν έπρεπε να επιβαρυνθούν οι πωλητές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού, υποχρέωση αποζημίωσης από τη σύμβαση της πώλησης δεν γεννήθηκε, εφόσον, όπως ανελέγκτως δέχτηκε, οι εναγόμενοι πωλητές δεν είχαν αναλάβει ρητή υποχρέωση ευθύνης και για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα του οικοπέδου που πωλήθηκε που θα δημιουργηθούν στο μέλλον, κατά δε το χρόνο της εκπλήρωσης των παροχών τους και της μετάθεσης του κινδύνου στους ενάγοντες αγοραστές, δεν είχε ακόμη εγκριθεί η πολεοδομική μελέτη της περιοχής, ούτε είχε μεταγραφεί η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, με την οποία επιβαρύνθηκε με εισφορά σε γης το τμήμα ακινήτου που τους πωλήθηκε και συνεπώς αυτό δεν είχε νομικό ή πραγματικό ελάττωμα, αλλ' ούτε και είχαν γεννηθεί οι προϋποθέσεις που παρήγαγαν αργότερα τέτοιο ελάττωμα. Επίσης, ούτε αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων από την επιβάρυνση του τμήματος που τους πωλήθηκε με εισφορά σε γη ανακύπτει, δεδομένου ότι πριν από τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά και πριν από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, είχε μεταβιβαστεί σε αυτούς αυτοτελές οικοπεδικό τμήμα, το οποίο κατά νόμο βαρύνεται με την ανάλογη εισφορά σε γη, ανεξάρτητα από την επιβάρυνση του τμήματος που παρέμεινε στους πωλητές, το οποίο παρότι ρυμοτομούμενο με το προϋφιστάμενο σχέδιο πόλης, δεν είχε απαλλοτριωθεί. Περίπτωση δε επιμερισμού της υποχρέωσης εισφοράς σε γη που βαρύνει το ακίνητο που τους μεταβιβάσθηκε σε άλλους ιδιοκτήτες και συνεπώς και στους εναγομένους, κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1337/1983, δε συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι ενάγοντες δεν επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους ότι αυτοί είχαν (προς εκτέλεση του προϋφιστάμενου σχεδίου πόλης) υποχρεώσεις προς αποζημίωση ρυμοτομούμενης έκτασης άλλης ιδιοκτησίας, τις οποίες εκπλήρωσαν και επιβαρύνθηκαν με μεγαλύτερη εισφορά που τους αναλογεί αν υπολογισθεί και η υποχρέωση που εκπλήρωσαν. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 και 522 του ΑΚ, καθώς και 13 του ν. 1337/1983. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και παραβίαση "του από 1923 διατάγματος" και αν ακόμη εκτιμηθεί ότι αναφέρεται στο από 17-7/16-8-1923 ν.δ/μα "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποίες είναι οι συγκεκριμένες διατάξεις του εν λόγω διατάγματος που παραβιάσθηκαν, αλλ' ούτε και τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες πλήττουν την εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση του περιεχομένου του .... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μουτσέλου. Τέλος, αόριστος και συνεπώς απορριπτέος, είναι ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες επικαλούνται απλώς τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, χωρίς να την συνδέουν με συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου.-

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2005 αίτηση των 1) ....., 2) ....και 3) ..... για αναίρεση της 805/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

    Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ