Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 318/2014

Περίληψη

Αποκτήματα συζύγων -. Στην έννοια του όρου "περιουσία" περιλαμβάνεται και ακίνητο, που κατά τη διάρκεια του γάμου μεταβιβάσθηκε σε ένα των συζύγων με άτυπη παραχώρηση, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων της ΑΚ 1033, αφού και η νομή και κατοχή του που μεταβιβάζεται στην περίπτωση αυτή εφόσον υπάρχει μέχρι τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο συνυπολογισμού της κτηθείσης περιουσίας έχει αποτιμητή αξία, η οποία με την αγωγή δυνατόν να εξισώνεται με εκείνη της πλήρους κυριότητος, ο προσδιορισμός δε αυτός μπορεί να γίνει δεκτός και κατ’ ουσία από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον όμως από το δικαστήριο γίνεται δεκτό ότι η αξία που γίνεται αποδεκτή αφορά τη νομή ή την κατοχή του αποκτήματος (ΑΠ 379/11).


Αριθμός 318/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

    Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπότσαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

    Της αναιρεσίβλητης: Μ. (πρώην) συζ. Σ. Τ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Πανταζάρα.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 594/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-5-2012 αίτησή του και τους από 2-8-2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 6-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 24-5-2012 αιτήσεως του Σ. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 594/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την απόρριψη των από 2-8-2013 προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την από 30-3-2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης η ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι με τον εναγόμενο αναιρεσείοντα ετέλεσε νόμιμο γάμο στις 26-11-1972, από τον οποίον απέκτησαν τρία ενήλικα ήδη τέκνα, ότι η έγγαμη συμβίωσή των διεσπάσθη οριστικώς, κατά το τέλος του μηνός Νοεμβρίου 2003 και ότι κατά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάστασή των, υπήρχε επαύξηση στην περιουσία του εναγόμενου κατά το ποσό των 288.430 ευρώ, στην οποία συνέβαλε και η ίδια κατά το ήμισυ με την συνεισφορά αφ' ενός μεν χρηματικών ποσών προερχομένων από την εργασία της και από δωρεά του πατρός της αφ' ετέρου δε της αποτιμητής σε χρήμα προσωπικής της εργασίας για την φροντίδα του κοινού των οίκου και των τέκνων των μέχρι την ενηλικίωσή των. Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 144.215 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ως άνω συμβολή της, άλλως δε και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η συμβολή αυτής στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό του 1/3 και η υποχρέωση τούτου να της καταβάλει νομιμοτόκως το αναλογούν στο ποσοστό αυτό ποσό των 96.143,33 ευρώ. Το Πρωτοδικείο, απέρριψε κατά την κυρία βάση της την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της , δέχθηκε δε αυτήν ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και ανεγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 53.643 ευρώ ως την κατά το 1/3 συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του , την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 160.930 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως του εναγομένου εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία κατά μερική επίσης παραδοχή της αγωγής προσδιόρισε τη συμβολή της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου στο ποσό των 51.897 ευρώ, το οποίο και τον υποχρέωσε να το καταβάλει σ' αυτήν νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη με την κρινομένη αίτηση από τον εναγόμενο για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

    Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έτσι, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995). Τέλος, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 Α.Κ., όπως διαμορφώθηκε με το ν. 1329/1983 : "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσσότερο από τρία χρόνια". Από τις ανωτέρω διατάξεις, που εφαρμόζονται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983, συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. Α.Π. 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση την παρ. 1 του άρθρου 1400 Α.Κ. Από την σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετακλήτου λύσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετίας της διαστάσεως. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Στην έννοια του όρου "περιουσία" περιλαμβάνεται και ακίνητο, που κατά τη διάρκεια του γάμου μεταβιβάσθηκε σε ένα των συζύγων με άτυπη παραχώρηση, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 1033 του ΑΚ, αφού και η νομή και κατοχή του που μεταβιβάζεται στην περίπτωση αυτή εφόσον υπάρχει μέχρι τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο συνυπολογισμού της κτηθείσης περιουσίας έχει αποτιμητή αξία, η οποία με την αγωγή δυνατόν να εξισώνεται με εκείνη της πλήρους κυριότητος, ο προσδιορισμός δε αυτός μπορεί να γίνει δεκτός και κατ` ουσίαν από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1400 και 1033 του Α.Κ. με εσφαλμένη εφαρμογή, εφόσον όμως από το Δικαστήριο γίνεται δεκτό ότι η αξία που γίνεται αποδεκτή αφορά τη νομή ή την κατοχή του αποκτήματος (Α.Π.379/2011). Τέλος, η αγωγή που στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή μόνο από την παρ. 1 εδ. β` του άρθρου 1400 Α.Κ., μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική (εάν υπήρχε) κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση της τριετίας επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. ’ρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαυξήσεως του εναγομένου ( Α.Π. 76/1997). Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ). Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές, των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π.287/2011, 625/2011).

    Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής : "Η ενάγουσα τέλεσε με τον εναγόμενο νόμιμο γάμο... στις 26.11.1972, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, την Δ., στις 26.9.1973, τον Π. στις 31.8.1976 και την ’., στις 9.1.1981. Η έγγαμη συμβίωση αυτών διασπάσθηκε οριστικά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2003. ...με την εκκαλουμένη κατά το μη προσβαλλόμενο αυτής κεφάλαιο, έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος απέκτησε το πρώτο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα περιουσιακό του στοιχείο (1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου επί της οδού … της …) με αποκλειστικά δικά του χρήματα χωρίς καμιά συμβολή της ενάγουσας.... οι διάδικοι αρχικώς διέμεναν στη … και το έτος μετακόμισαν στην …. Αμφότεροι εργαζόταν από την αρχή του γάμου τους. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος ο οποίος εργαζόταν από το έτος 1962 ως υφαντουργός και από το έτος 1985 ως πρακτικός μηχανικός-συντηρητής απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων γ' βαθμίδας... και από την εργασία του αυτή κατά το έτος 1972 αποκόμισε το ποσό των 22.107 δρχ, το έτος 1973 το ποσό των 28.956, το έτος 1974 το ποσό των 46.468 και το έτος 1975 το ποσό των 18.423 δρχ. και συνολικώς το ποσό των 115.954 δρχ. Κατά το ίδιο διάστημα η ενάγουσα αρχικώς εργάσθηκε στη βιοτεχνία υποδημάτων Σύρτη μέχρι το έτος 1973 και στη συνέχεια μαζί με τον εναγόμενο...μέχρι το έτος 1975 και από την εργασία της αυτή...αποκόμισε... συνολικά... το ποσό των 22.826 δρχ ... Στη συνέχεια οι διάδικοι εργάσθηκαν στην βιοτεχνία Ρ. στη …και η ενάγουσα το έτος 1980 εργάσθηκε σε βιοτεχνία της Κατερίνης, ενώ από τον μήνα Μάιο του έτους 1981 εργάσθηκε στην βιοτεχνία-υφαντουργείο του Μ. μέχρι και τον μήνα Αύγουστο του έτους 1990 στη συνέχεια και μέχρι το έτος 1993 στην βιοτεχνία του Ζ., στην οποία εργάσθηκε και κατά τα έτη 1996-1997 και από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2001 στην βιοτεχνία Μ. Παραλλήλως στην βιοτεχνία του Μ. εργάσθηκε και ο εναγόμενος από το έτος 1981 έως και το έτος 1990, ενώ από τον μήνα Νοέμβριο του 1979 μέχρι τις 30.12.1980 αυτός εργάσθηκε στην Κλωστοϋφαντουργία …. Ήτοι η ενάγουσα από την αρχή του γάμου τους, μέχρι και το έτος 2001, εκτός από τις προσωπικές της υπηρεσίες για τις ανάγκες λειτουργίας του οίκου τους εργαζόταν συνεχώς με μικρές διακοπές κατά την διάρκεια του τέλους της κυήσεως και του τοκετού των τριών τέκνων τους ... Οι αποδοχές των διαδίκων εκτός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, δεν αποδείχθηκαν, καθόσον οι διάδικοι δεν προσκόμισαν σχετικά στοιχεία πάντως ήταν αυτές των συλλογικών συμβάσεων, η ενάγουσα δε εργαζόταν πλήρες ωράριο ... και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής οι αποδοχές αυτής δεν ήταν μικρότερες του 1/3 αυτών του εναγομένου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την διάρκεια του γάμου τους δυνάμει του υπ' αριθμ. …/12.3.1975 προσυμφώνου...αγοραπωλησίας ... απέκτησε το δικαίωμα μεταβιβάσεως σ' αυτόν της κυριότητας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου εμβαδού 300 τ.μ...στην πόλη της Κατερίνης..., αντί τιμήματος 200.000 δραχμών...Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αυτού ανήκε στην κυριότητα της μητέρας του. Στο οικόπεδο αυτό οι διάδικοι το έτος 1975 αποφάσισαν να ανεγείρουν οικοδομή για να στεγάσουν την οικογένεια τους. Προς τούτο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 573/1975 οικοδομική άδεια... στο όνομα του εναγομένου. Με βάση την οικοδομική αυτή άδεια ανεγέρθηκε το ισόγειο αποτελούμενο από ένα κατάστημα και ο πρώτος όροφος που αποτελεί διαμέρισμα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακή τους στέγη ενώ στη συνέχεια... προστέθηκε και δεύτερος όροφος στην εν λόγω οικοδομή, ο οποίος βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού. Η αποπεράτωση του ισογείου και πρώτου ορόφου έγινε σταδιακά ενώ ο δεύτερος όροφος παρέμεινε στο στάδιο του σκελετού...Οι δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής αυτής εξασφαλίσθηκαν από τα έσοδα των διαδίκων από την εργασία τους, το ποσό των 600.000 δραχμών που δώρισε στον εναγόμενο η μητέρα του...και το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα και είχε προέλθει από δωρεά του πατέρα της... Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. .../2005 συμβόλαιο... περιήλθε στον εναγόμενο και το υπόλοιπο ποσοστό (1/2) του άνω ακίνητου με αιτία την γονική παροχή από την συγκυρία μητέρα του. Η αξία του ανωτέρω ακίνητου κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπληρώσεως τριών ετών από τη διάσπαση της συμβιώσεως των διαδίκων και αυτόν της ασκήσεως της αγωγής εκτιμάται στο ποσό των 235.000 ευρώ κατανεμόμενη κατά το ποσό των 135.000 ευρώ στην αξία του εδάφους ..., στο ποσό των 25.000 ευρώ στην αξία του ισογείου καταστήματος ..., στο ποσό των 50.000 ευρώ στην αξία του πρώτου ορόφου ... και στο ποσό των 25.000 ευρώ στην αξία του δευτέρου ορόφου που είναι ημιτελής ... Για την απόκτηση του 1/2 του οικοπέδου αυτού όπως έγινε δεκτό από την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μη προσβαλλόμενο αυτής κεφάλαιο, δεν υπάρχει καμιά συμμετοχή της ενάγουσας, ενώ δεν αποτελεί απόκτημα και το έτερο 1/2 του οικοπέδου, αφού περιήλθε στον εναγόμενο με δωρεά της μητέρας. Έτσι στην ανωτέρω αξία δεν πρέπει να συνυπολογισθεί η αξία του οικοπέδου και αφαιρούμενης αυτής απομένει υπόλοιπο ποσού 100.000 ευρώ (235.000-135.000). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι από την αξία αυτού πρέπει να αφαιρεθεί και το ήμισυ της αξίας της οικοδομής διότι κατά τον χρόνο της ανέγερσης αυτής κυρία κατά το ποσοστό 1/2 ήταν η κατά τα άνω δωρήτρια μητέρα του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον η επαύξηση της αξίας του οικοπέδου με την ανέγερση της οικοδομής έγινε με δαπάνες των διαδίκων. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του εκτίμησε την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου στο άνω ποσό με την αφαίρεση μόνο της αξίας του οικοπέδου ως αποκτηθέντος κατά το 1/2 μόνο με χρήματα του εναγομένου και κατά το υπόλοιπο 1/2 ως αποκτηθέντος λόγω δωρεάς ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε τον νόμο και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. 22.618/11.7.1989...απέκτησε με αγορά, την κυριότητα ενός οικοπέδου, εκτάσεως 216 τ.μ. με την επ' αυτού ισόγεια οικία, εμβαδού 95,10 τ.μ...., που βρίσκεται στον συνοικισμό ... του Ν. … αντί τιμήματος 4.840.000 δραχμών. Το τίμημα του ακινήτου αυτού καταβλήθηκε από δάνειο που χορηγήθηκε στον εναγόμενο από τη Διεύθυνση Στεγαστικής Συνδρομής, το οποίο και έχει αποπληρωθεί. Η αξία αυτού κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2006 (χρόνο συμπληρώσεως τριετούς διαστάσεως των διαδίκων) και αυτόν της ασκήσεως της αγωγής, εκτιμάται σε 60.930 ευρώ ... Τα ανωτέρω δύο ακίνητα αποτελούν την τελική περιουσία του εναγομένου κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο και η αποτιμώμενη αξία αυτών κατά τα ανωτέρω ανέρχεται στο ποσό των 160.930 ευρώ (100.000 συν 60.930). Υπό τα περιστατικά αυτά και τις συνθήκες κτήσεως των άνω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, η τελευταία συνέβαλε στην επαύξηση αυτή με το προϊόν της εργασίας της, αφού εργαζόταν από την τέλεση του γάμου τους και καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αποκτήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου, κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 200.000 δραχμών που της χορήγησε ο πατέρας της και προσέφερε, αποκλειστικά αυτή τις προσωπικές της υπηρεσίες για την λειτουργία του κοινού οίκου τους και για την ανατροφή των τριών τέκνων τους, ώστε να μη απαιτηθεί υποκατάστατη δύναμη με την αντίστοιχη δαπάνη γι' αυτές, κατά το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό του 1/3, που αντιστοιχεί στο ποσό των 53.643 ευρώ της αξίας της (160.930 Χ 1/3), το τεκμήριο δε αυτό δεν ανατρέπεται από κανένα των αποδεικτικών στοιχείων που εισκομίσθηκαν από τον εναγόμενο, ενόψει του ότι ο εναγόμενος που φέρει το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου αυτού δεν επικαλέσθηκε ούτε την δαπάνη που απαιτήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής (πρώτου αποκτήματος) ώστε να προκύψει διάφορο μέγεθος συμμετοχής της ενάγουσας σ' αυτήν ούτε επικαλέσθηκε και απέδειξε καταβολή των δόσεων του δανείου με το οποίο αποκτήθηκε το δεύτερο περιουσιακό στοιχείο αποκλειστικώς με δικά του χρήματα ή μικρότερη του 1/3 συμβολή της ενάγουσας κατά την πληρωμή των δόσεων αυτών...Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη κατέληξε στην ίδια κρίση ως προς το ποσοστό της συμβολής στης ενάγουσας στην άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο οικείος λόγος της εφέσεως...Οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωση τους τοποθέτησαν από κοινές τους οικονομίες το ποσό των 1.190.000 δραχμών σε ομόλογα, στο όνομα αμφοτέρων και η ενάγουσα το έτος 1990 εξαργύρωσε τα ομόλογα αυτά και εισέπραξε μόνο αυτή ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς ...Δικαιούχος του ποσού αυτού κατά το ήμισυ,... ήτοι κατά το ποσό των 595.000 δραχμών (1.190.000 δια 2), ήδη σε ισχύον νόμισμα 1.746 ευρώ..., ως προς το οποίο έχει αξίωση ο τελευταίος έναντι της ενάγουσας. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η υποβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού της απαιτήσεώς της με την ένδικη απαίτηση της ενάγουσας. Κατόπιν αυτού αφαιρουμένου του άνω ποσού από το ποσό που αναλογεί στη συμμετοχή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου απομένει αξίωση υπέρ της ενάγουσας ποσού 51.897 ευρώ (53.643 μείον1.746). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για την ένδικη αιτία το ποσό των 53.643 ευρώ, ήτοι υπέρτερο του ανωτέρου κατ ' αυτό των 1.746 ευρώ, έσφαλε στην κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, όπως βάσιμα υποστηρίζεται (εν μέρει) από τον εναγόμενο με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη να διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και αφού δικασθεί η αγωγή, να γίνει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν εν μέρει, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό 51.897 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής...." Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες, ως άνω, διατάξεις. Κατά συνέπειαν, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δια των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δ., λόγων αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων με τους προσθέτους λόγους μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για τον συνυπολογισμό στην επαυξηθείσα περιουσία του και της αξίας ολοκλήρου της επί της οδού … αριθμός … της … ανεγερθείσης οικοδομής, και όχι του ημίσεος αυτής, κατά το οποίο και μόνο ανήκε σ' αυτόν ενώ κατά το υπόλοιπο ήμισυ ανήκε στην συνιδιοκτήτρια του εφ' ου ανηγέρθη οικοπέδου μητέρα του , η οποία το μεταβίβασε σ' αυτόν αιτία γονικής παροχής, με το υπ' αριθμ. .../2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κ. Δραμήλα, μετά την επελθούσα διάσπαση της εγγάμου σχέσεώς των. Προσάπτει δε συνακολούθως στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, συντελεσθείσα δια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1400, 948, 953 και 954 του Α.Κ., αλλά και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, αλλά και ως προς τον καθορισμό της συνολικής δαπάνης που απαιτήθηκε για την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής, ώστε να προκύψει το ποσοστό στο οποίο αντιστοιχούσε το εισφερθέν από την μητέρα του στην ανοικοδόμηση ποσό των 600.000 δραχμών. Οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω αιτιάσεις τυγχάνουν αβάσιμες, διότι, εφόσον η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στην τεκμαρτή συμβολή της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, μοναδική προϋπόθεση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, έχει την επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν υφισταμένη κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την , κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση της τριετούς διαστάσεως, περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαυξήσεως, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική. ’ρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαυξήσεως του εναγομένου. Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί στον καθορισμό της δαπάνης ανεγέρσεως της επίμαχης οικοδομής, αφού ο εναγόμενος που έφερε το βάρος ανατροπής του σχετικού τεκμηρίου δεν επικαλέσθηκε την εν λόγω δαπάνη ώστε να προκύψει διάφορο μέγεθος συμμετοχής της εναγούσης. Επί πλέον δε το Εφετείο με το να συμπεριλάβει στην αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου την αξία ολοκλήρου της επιδίκου οικοδομής ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ. και δεν παρεβίασε εκείνες των άρθρων 948, 953 και 954 Α.Κ., αφού, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του, η περί ης ο λόγος οικοδομή ανηγέρθη κατόπιν κοινής αποφάσεώς των διαδίκων προκειμένου να αποτελέσει την οικογενειακή των στέγη, όπως και έγινε, συνέβαλαν δε αμφότεροι οι διάδικοι στις δαπάνες ανεγέρσεώς της με χρήματα, προερχόμενα εκ της εργασίας των και εκ δωρεών των γονέων των. Κατά συνέπειαν, εφόσον η ενάγουσα είχε άμεση και ουσιαστική συμβολή στην αύξηση της αξίας του συγκεκριμένου ακινήτου, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως ανήκε εξολοκλήρου στον εναγόμενο, ορθώς το Εφετείο συνυπολόγισε την συνολική αξία της οικοδομής στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανεξαρτήτως του ότι κατά το χρόνο ανεγέρσεώς της η επίμαχη οικοδομή ανήκε κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην μητέρα του εναγομένου ως συνιδιοκτήτρια κατά το αυτό ποσοστό του εφ' ου ανηγέρθη οικοπέδου, η οποία εν συνεχεία και την μεταβίβασε στον εναγόμενο. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ., έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αιρομένων αναδρομικώς των συνεπειών της ασκήσεώς της. Το ίδιο δε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 παρ.1 β' και 295 παρ.1β' του Κ.Πολ.Δ., και στην περίπτωση του περιορισμού με τις προτάσεις του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1348/2006, 1352/2009, σχετ. Ολ.Α.Π.9/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του αναιρεσείοντος και δικάζοντας, μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, την ένδικη αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως καταψηφιστική και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το αντιστοιχούν στην τεκμαιρομένη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του, χρηματικό ποσό των 51.897 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής έως εξοφλήσεως, μολονότι αυτή (ενάγουσα) όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής της, είχε περιορίσει παραδεκτώς το αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο επεδίκασε με την προσβαλλομένη απόφασή του πλέον του αιτηθέντος και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια , όπως βασίμως διατείνεται με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς του ο αναιρεσείων. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι καθό μέρος προέβη στην καταψήφιση του προαναφερθέντος ποσού των 51.897 ευρώ, να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ενόψει δε της δεσμευτικής για το Εφετείο ενεργείας της παρούσης αποφάσεως , δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως (Α.Π.1162/2013, σχετ. Ολ. Α.Π. 42/2005). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή κατά τον μοναδικό της λόγο η υπό κρίση αίτηση και να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων-εναγόμενος, ως εν μέρει ηττώμενος (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 24-5-2012 αίτηση του Σ. Τ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.594/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και απορρίπτει τους από 2-8-2103 προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως.

    Αναιρεί την υπ' αριθμ.594/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

    Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 20/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

    Δικάζει επί της αγωγής.

Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των πενήντα μιάς χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα επτά (51.897) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως την εξόφληση.

    Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την15η Οκτωβρίου 2013.

    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 11η Φεβρουαρίου 2014.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ