Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 315/2016

Περίληψη

Μίσθωση ακινήτου για τη στέγαση πρατηρίου υγρών καυσίμων - Παραχώρηση χρήσεως - Λόγοι λύσης της σύμβασης - Υπομίσθωση - Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου -. Η μίσθωση ακινήτου για την στέγαση πρατηρίου υγρών καυσίμων μπορεί να συναφθεί είτε ως ανεξάρτητη και αυτοτελής σύμβαση, είτε ως παρεπόμενη ή συμπληρωματική μίας άλλης (κύριας) ευρύτερης συμβάσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, η μίσθωση εντάσσεται στην ίδρυση και λειτουργία μιας ευρύτερης συμβάσεως και συνάπτεται μεταξύ της εταιρείας εμπορίας υγρών καυσίμων και του λεγόμενου πρατηριούχου. Στο (συμβατικά διαμορφούμενο) πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, ο πρατηριούχος αποκτά το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την επωνυμία, τα διακριτικά γνωρίσματα, τα σήματα και την τεχνογνωσία της εταιρείας υγρών καυσίμων, υποχρεούμενος από την πλευρά του να διαθέτει (να αγοράζει και μεταπωλεί) αποκλειστικά τα προϊόντα της από συγκεκριμένο χώρο (πρατήριο), η χρήση του οποίου παραχωρείται σ' αυτόν από την εταιρεία είτε με σύμβαση μισθώσεως, όταν το ακίνητο και οι εγκαταστάσεις ανήκουν σ' αυτήν, είτε με σύμβαση υπομισθώσεως, όταν η εταιρεία έχει αποκτήσει το μισθωτικό δικαίωμα με εξουσία υπομισθώσεως. Στο πλαίσιο της μικτής αυτής συμβάσεως, η παραχώρηση της χρήσεως δεν αποτελεί την οικονομικώς κύρια παροχή, ώστε να μην θεωρείται ως η προέχουσα και η μίσθωση να μην υπάγεται στην προστασία του π.δ. 34/1995, αλλά να ακολουθεί την τύχη της κύριας συμβάσεως. Η λύση της (παρεπόμενης) συμβάσεως μισθώσεως, λόγω της λύσεως της (κύριας) συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη καταγγελία της μισθωτικής συμβάσεως, η οποία ακολουθεί την τύχη της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας. Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αριθμός 315/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στο 18ο χλμ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκαν οι διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποί της Θ. Κ. του Α. και Ε. Ω. του Α. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αδαμίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ανδρεοπούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την διά των από 4-10-2012 προτάσεων ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5416/2013 εν μέρει οριστική και 25406/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2015 αίτησή της και τους από 9-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 10-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των εβδόμου, ογδόου, ενάτου και ενδεκάτου λόγων του κυρίου δικογράφου και των πρώτου, δευτέρου και τρίτου προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 20-4-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων σ’ αυτήν λόγων κατά της 423/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.4.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 126/2015 αίτηση αναιρέσεως και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντες και προς την αναιρεσίβλητη επιδοθέντες, από 9.10.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 115/2015 προσθέτους σ’ αυτήν λόγους, ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 423/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 10.10.2011 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη - υπομισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα να της αποδώσει την χρήση του περιγραφομένου στην αγωγή μισθίου ακινήτου, που χρησιμοποιείται από την τελευταία δυνάμει της από 7.6.2005 συμβάσεως υπομισθώσεως, ως πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων, επειδή έληξε η μίσθωση με καταγγελία που έγινε με την από 1.8.2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν στις 2.8.2011, για τον λόγο ότι είχε καταγγελθεί προηγουμένως η μεταξύ τους από 7.6.2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της και με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άσκησε παραδεκτά ανταγωγή, με την οποία ζήτησε, εκτός άλλων, να αναγνωριστεί ότι έχει λυθεί η από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως που έχει συνάψει με την ενάγουσα - αντεναγομένη εταιρία και να υποχρεωθεί αυτή να αποχωρήσει από το μίσθιο. Επ’ αυτών (αγωγής και ανταγωγής) εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 5416/2013 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία: α) έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδώσει στην ενάγουσα την χρήση του μισθίου ακινήτου και β) ανεβλήθη η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανταγωγής, μέχρι να προσκομιστεί βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. περί δηλώσεως των υπομισθωμάτων του μισθίου ακινήτου. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 5.4.2013 έφεσή της, με την οποία, παραπονούμενη για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή. Ακολούθως εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 25406/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η ανταγωγή, όπως και η προβληθείσα από την αντεναγομένη ένσταση επισχέσεως, λόγω ανταπαιτήσεώς της για τα εκ μέρους της καταβληθέντα και μη δεδουλευμένα μισθώματα, αναγνωρίστηκε ότι έχει λυθεί η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως και υποχρεώθηκε η αντεναγομένη και κάθε τρίτος που έλκει από αυτήν δικαιώματα να αποδώσει στην αντενάγουσα την χρήση του μισθίου ακινήτου, υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπληρώσεως της υποχρεώσεως που βαρύνει την τελευταία, ήτοι της καταβολής στην αντεναγομένη των, κατά τον χρόνο της αποδόσεως του μισθίου ακινήτου, προκαταβληθέντων και μη δεδουλευμένων μισθωμάτων. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν: α) η από 13.1.2014 έφεση της αντεναγομένης και η από 7.4.2014 έφεση της αντενάγουσας και ζήτησαν, για τους αναφερομένους σ’ αυτές (εφέσεις) λόγους, οι οποίοι ανάγονται στο σύνολό τους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, ώστε κατά μεν την αντεναγομένη να απορριφθεί η εναντίον της ανταγωγή, κατά δε την αντενάγουσα να γίνει αυτή δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη στο σύνολό της. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του Κ.Πολ.Δικ.) η 423/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απερρίφθησαν ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν οι από 5.4.2013 και 7.4.2014 εφέσεις της εναγομένης - αντενάγουσας, εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε την αγωγή και η δεύτερη την ανταγωγή, ενώ έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 13.1.2014 έφεση της ενάγουσας - αντεναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη 25406/2013 οριστική απόφαση (η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αφορούσε μόνο στην ανταγωγή) και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε κατ’ ουσίαν η υπόθεση, απερρίφθη αυτή (ανταγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Με το άρθρο 3 του π.δ/τος 34/1995 ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται και οι μισθώσεις ή υπομισθώσεις χώρων με εγκαταστάσεις για τη διάθεση στο κοινό υγρών καυσίμων, εφ’ όσον η μίσθωση ή υπομίσθωση αποτελεί παράλληλα προϋπόθεση για να λειτουργεί σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή ή υπομισθωτή και υπεκμισθωτή. 2. Οι παραπάνω μισθώσεις ή υπομισθώσεις λύνονται σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως: α) αν λυθεί η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας: αα) ύστερα από καταγγελία για υπαίτια παράβαση όρου της, ββ) για λόγο προβλεπόμενο από το νόμο, γγ) από ανώτερη βία, β) αν καταδικασθεί αμετάκλητα ο μισθωτής ή ο υπομισθωτής για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα σχετικό με την ελλειμματική παράδοση προϊόντων που διαπράχθηκε κατά υποτροπή με δόλο". Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η μίσθωση ακινήτου για την στέγαση πρατηρίου υγρών καυσίμων μπορεί να συναφθεί είτε ως ανεξάρτητη και αυτοτελής σύμβαση, είτε ως παρεπόμενη ή συμπληρωματική μίας άλλης (κύριας) ευρύτερης συμβάσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, η μίσθωση εντάσσεται στην ίδρυση και λειτουργία μιας ευρύτερης συμβάσεως και συνάπτεται μεταξύ της εταιρείας εμπορίας υγρών καυσίμων και του λεγόμενου πρατηριούχου. Στο (συμβατικά διαμορφούμενο) πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, ο πρατηριούχος αποκτά το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την επωνυμία, τα διακριτικά γνωρίσματα, τα σήματα και την τεχνογνωσία της εταιρείας υγρών καυσίμων, υποχρεούμενος από την πλευρά του να διαθέτει (να αγοράζει και μεταπωλεί) αποκλειστικά τα προϊόντα της από συγκεκριμένο χώρο (πρατήριο), η χρήση του οποίου παραχωρείται σ` αυτόν από την εταιρεία είτε με σύμβαση μισθώσεως, όταν το ακίνητο και οι εγκαταστάσεις ανήκουν σ` αυτήν, είτε με σύμβαση υπομισθώσεως, όταν η εταιρεία έχει αποκτήσει το μισθωτικό δικαίωμα με εξουσία υπομισθώσεως. Στο πλαίσιο της μικτής αυτής συμβάσεως, η παραχώρηση της χρήσεως δεν αποτελεί την οικονομικώς κύρια παροχή, ώστε να μην θεωρείται ως η προέχουσα και η μίσθωση να μην υπάγεται στην προστασία του π.δ. 34/1995, αλλά να ακολουθεί την τύχη της κύριας συμβάσεως. Τη μη αυτοτελή αυτή μίσθωση καλύπτει σήμερα (και ήδη μετά το ν. 1229/1982) η ειδική διάταξη του άρθρου 3 του π.δ. 34/1995, υπάγοντάς την, υπό προϋποθέσεις, στην πλήρη κατά κύρια βάση προστασία του εν λόγω διατάγματος, εισάγοντας όμως και αποκλείσεις που ανάγονται στην λύση της συμβάσεως και στοιχίζονται με τον παρεπόμενο χαρακτήρα της (ΑΠ 1722/2005). Περαιτέρω στους γενικούς λόγους λύσεως κάθε επαγγελματικής μισθώσεως προστίθενται ειδικοί λόγοι λύσεως, οι οποίοι απορρέουν άμεσα από τον παρεπόμενο και συμπληρωματικό χαρακτήρα της κατά το άρθρο 3 παρ. 1 μισθώσεως πρατηρίου υγρών καυσίμων. Οι λόγοι αυτοί είναι: α) η λύση της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, ύστερα από καταγγελία για υπαίτια παράβαση όρου της ή για λόγο που προβλέπεται στο νόμο ή από απώτερη βία (παρ. 2 εδ. α’ ), και β) η τέλεση ποινικού αδικήματος από τον μισθωτή (παρ. 2 εδ. β’ ). Η λύση της (παρεπόμενης) συμβάσεως μισθώσεως, λόγω της λύσεως της (κύριας) συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη καταγγελία της μισθωτικής συμβάσεως, η οποία ακολουθεί την τύχη της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας (ΑΠ 176/1994). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." και κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζητήσεως του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με την δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013). Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος και λαμβάνει επίσης υπόψη την φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις τοπικές συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πως οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθούν από το άλλο (ΑΠ 374/2013). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, την δήλωση βουλήσεως: α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αρυσθεί και στοιχεία εκτός της συμβάσεως που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 26-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μισθώσεως τα ομόρρυθμα μέλη της εναγομένης εταιρίας, Ε. Ω. του Α. και Θ. Κ. του Α., ενεργώντας ατομικά για τον εαυτό τους μίσθωσαν από τους ιδιοκτήτες - εκμισθωτές, Θ. συζ. Δ. Π. και Γ. Τ. του Ν., το υπ’ αριθ. 16 αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στο 18° χλμ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Νέας Μηχανιώνας, με πρόσοψη επ’ αυτής και ειδικότερα στη θέση "...", εκτάσεως 3.306 τ.μ. περίπου, προκειμένου οι μισθωτές να το χρησιμοποιήσουν ως επαγγελματική τους στέγη και συγκεκριμένα για τη λειτουργία επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, σταθμού αυτοκινήτων, πρατηρίου πώλησης αξεσουάρ αυτοκινήτου κ.λπ. (κύρια εμπορική μίσθωση). Η μίσθωση αυτή συμφωνήθηκε για (12) έτη, με έναρξη την 01-06-2003 και λήξη την 31-12-2015, ενώ περαιτέρω δόθηκε στους μισθωτές το δικαίωμα να παραχωρήσουν την χρήση του μισθίου σε εταιρία, στην οποία θα συμμετείχαν αμφότεροι, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Στη συνέχεια, οι αρχικοί μισθωτές, Ε. Ω. και Θ. Κ., συνέστησαν την εναγομένη - αντενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Θ. Κ. Ο.Ε.", στην οποία νόμιμα εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την ως άνω σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, των εκμισθωτών συναινούντων προς τούτο. Ακολούθως, με το από 31-05-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης όρων εμπορικής μίσθωσης, στο οποίο συμβλήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και η ενάγουσα εταιρία, συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη εταιρεία είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στην ενάγουσα με σύμβαση υπομίσθωσης, προκειμένου να κατασκευαστούν από αυτήν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων υπό το σήμα της (...), μετά δε την ολοκλήρωση των εργασιών, η ενάγουσα - αντεναγομένη, κατά τα οριζόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, θα παραχωρούσε στην εναγόμενη - αντενάγουσα εταιρεία εκ νέου τη χρήση του επιδίκου μισθίου ομοίως με σύμβαση υπομίσθωσης, προκειμένου να λειτουργήσει πλέον από αυτήν (εναγομένη) το πρατήριο υγρών καυσίμων. Επιπλέον συμφωνήθηκε, ότι, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο η εναγομένη - αντενάγουσα ή και οι τυχόν τρίτοι, στους οποίους θα έχει παραχωρήσει αυτή τη χρήση του μισθίου, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τους εκμισθωτές, τότε η εκ τρίτου συμβαλλόμενη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία πετρελαιοειδών θα είχε το δικαίωμα να προβεί στην έξωση της μισθώτριας εναγομένης και των τυχόν υπεκμισθωτών και θα μπορούσε, στη συνέχεια α) να παραχωρήσει εκ νέου τη χρήση του μισθίου με νέα σύμβαση υπεκμίσθωσης κατά προτεραιότητα στους εκμισθωτές - ιδιοκτήτες, εφόσον αυτοί εκδήλωναν την πρόθεσή τους για εκμετάλλευση του μισθίου, οπότε και θα συμβάλλονταν μαζί τους με σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας και β) αν οι ανωτέρω εκμισθωτές δεν επιθυμούσαν την εκμετάλλευση του επιδίκου, να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου με νέα σύμβαση υπεκμίσθωσης σε οποιονδήποτε τρίτο της δικής της επιλογής, είτε να υπεισέλθει η ίδια στη μίσθωση, ως μισθώτρια. Τέλος, συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρίας και των εκμισθωτών - ιδιοκτητών του μισθίου η παράταση της διάρκειας της σύμβασης μίσθωσης μέχρι την 31-12-2018. Κατόπιν αυτών, με το από 1-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμισθώσεως η εναγόμενη - αντενάγουσα εταιρία υπεκμίσθωσε στην ενάγουσα - αντεναγομένη εταιρία το επίδικο μίσθιο, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, με διάρκεια της μίσθωσης από 01-06-2005 έως 31-12-2017 και μηνιαίο μίσθωμα 1.866,67 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων, στις 07-06-2005, υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και της εναγομένης η από 7-6-2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά και μόνο από την ενάγουσα καύσιμα και να λειτουργήσει στο μίσθιο πρατήριο, υπό το σήμα της, για το χρονικό διάστημα από 01-06-2005 έως 31-12-2017, καθώς και το με ιδία ημερομηνία (7-6-2005) ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, βάσει του οποίου η ενάγουσα υπεκμίσθωσε στην εναγόμενη το επίδικο μίσθιο, για τον ίδιο ως άνω σκοπό, δηλαδή για να λειτουργήσει η εναγόμενη εταιρεία το πρατήριο υγρών καυσίμων υπό το σήμα της και με την πώληση αποκλειστικά και μόνο δικών της καυσίμων. Η ως άνω περιγραφόμενη από 7-6-2005 σύμβαση υπεκμίσθωσης συνήφθη και αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην εξυπηρέτηση της κύριας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που σύναψε η ενάγουσα εταιρεία με την εναγομένη και ως εκ τούτου είναι παρεπόμενη αυτής, ως τούτο προκύπτει και εκ του υπό 1.6 όρου του συμφωνητικού αυτού (του από 07-06-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης), σύμφωνα με τον οποίο ορίστηκε, ότι η μίσθωση αυτή είναι παρεπόμενη σύμβαση, κατά το νόμο και τη βούληση των μερών, της μεταξύ των συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, και ότι η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση αυτή σε περίπτωση παραβιάσεως από την πρατηριούχο - υπομισθώτρια των υποχρεώσεών της είτε από την υπομίσθωση είτε από την εμπορική συνεργασία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, με την από 27-07-2011 Εξώδικο Δήλωσή της μετά Καταγγελίας και Προσκλήσεως, η οποία νομίμως επιδόθηκε στην εναγομένη και στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη - εγγυήτρια Ε. Ω. του Α. δια των υπ’ αριθμ. .../28-07-2011 και .../28-07-2011 εκθέσεων επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών, Θ. Κ., κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους από 07-06-2005 Σύμβαση Εμπορικής Συνεργασίας, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, ήτοι λόγω παραβίασης των όρων των άρθρων 5 και 18 αυτής, ισχυριζόμενη ότι, αφενός η εναγομένη έπαυσε αδικαιολόγητα και αντισυμβατικά τη λειτουργία του υπομισθωμένου πρατηρίου με την διακοπή παραγγελιών καυσίμων προς την ενάγουσα και αφετέρου, ήδη από τον μήνα Μάιο του έτους 2009 ξεκίνησε, κατά παράβαση των ως άνω δεσμεύσεων, τη λειτουργία του ανεγερθέντος στο όμορο οικόπεδο, πρατηρίου υγρών καυσίμων και ήδη από τα τέλη Ιουνίου του έτους 2011 υπό το σήμα ανταγωνίστριας της ενάγουσας εταιρείας, με αποτέλεσμα την πρόκληση οικονομικής ζημίας και τη δυσφήμιση του ονόματος της ενάγουσας και έκτοτε διακόπηκε η συνεργασία των διαδίκων. Ακολούθως, με την από 1-08-2011 Εξώδικο Δήλωση της ενάγουσας μετά Καταγγελίας και Προσκλήσεως, η οποία νομίμως επιδόθηκε στην εναγομένη με την υπ’ αριθμ. .../2-08-2011 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Θ. Α. Κ., κατήγγειλε και το παρεπόμενο από 07-06-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως για τους ειδικότερους σ’ αυτό διαλαμβανόμενους λόγους και κάλεσε την εναγομένη να εκκενώσει και να της παραδώσει ελεύθερη τη χρήση του μισθίου εντός προθεσμίας 15 ημερών από της κοινοποιήσεως. Μετά δε την παραπάνω καταγγελία, σταμάτησε οποιαδήποτε συνεργασία της ενάγουσας με την εναγομένη. Πλην, όμως, η ανωτέρω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, έχουσα διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, κατέστη άκυρη και λύθηκε εκ του νόμου μετά την πάροδο της πενταετίας, ήτοι στις 7-6-2010 και, ως εκ τούτου, ουδεμία έννομη επιρροή άσκησε επί του κύρους της η μεταγενέστερη της λύσεώς της καταγγελία αυτής από την ενάγουσα, καθότι έγινε επί ανυπάρκτου συμβάσεως. Συνεπεία δε της ανωτέρω λύσεως της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, λύθηκε αυτοδικαίως, κατ’ άρθρον 3 § 2 περ. α’ υποπερ. ββ’ του Π.Δ. 34/1995 και η σχέση υπομισθώσεως που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη με βάση το από 07-06-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως, οπότε η ενάγουσα είχε το νόμιμο δικαίωμα, ως μισθώτρια του χώρου, να ζητήσει εκ της αιτίας αυτής την απόδοση σε αυτήν του μισθίου (πρατηρίου). Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε, ότι η επίδικη σύμβαση υπομίσθωσης λύθηκε κατόπιν της από 27-7-2011 καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και, ακολούθως, της από 1-8-2011 καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης υπομίσθωσης, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της, οι δε σχετικοί λόγοι των εφέσεων της εναγομένης - αντενάγουσας, που βάλλουν κατά των ανωτέρω αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η αντενάγουσα εταιρεία "Θ. Κ. Ο.Ε." ισχυρίζεται, ότι και η από 1-6-2005 σύμβαση υπεκμίσθωσης είναι παρεπόμενη της ανωτέρω συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, οπότε, μετά τη λύση της τελευταίας, λύθηκε και η ίδια. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί, με την επίδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας συνδέεται, ως παρεπόμενη αυτής, μόνο η από 7-6-2005 σύμβαση υπεκμίσθωσης και όχι η από 1-6-2005 τέτοια σύμβαση. Αυτό αποδείχτηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνεκτίμηση όλων των στην αρχή αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από τα εξής: 1) Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις υπεκμίσθωσης και εμπορικής συνεργασίας, η από 1-6-2005 σύμβαση καταρτίστηκε 6 ημέρες πριν από την κατάρτιση της από 7-6-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, η οποία δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, ούτε ως μελλοντικό ενδεχόμενο, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει στην εν λόγω σύμβαση υπομίσθωσης όρος αντίστοιχος του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. 6.1 όρου της από 7-6-2005 σύμβασης υπομίσθωσης, ο οποίος ρητά προσδίδει στην τελευταία τον χαρακτήρα της παρεπόμενης μισθωτικής σύμβασης σε σχέση με την ανωτέρω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. 2) Με την κατάρτιση της από 1-6-2005 σύμβασης υπεκμίσθωσης, προκαταβλήθηκαν από την αντεναγομένη εταιρεία τα μισθώματα 150 μηνών, ήτοι για όλη τη διάρκεια της μισθωτικής αυτής σύμβασης, συνολικού ποσού 280.000 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεση των αντισυμβαλλομένων για αυτοτελή λειτουργία της υπομίσθωσης, εφόσον, με την ανωτέρω προκαταβολή διασφαλίστηκε η παραμονή της υπομισθώτριας στο μίσθιο καθ’ όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης. 3) Στο άρθρο 12 του από 1-6-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμισθώσεως, αναφέρεται ρητά, ότι "Στην εταιρεία (αντεναγομένη) παραχωρείται ρητά και απεριόριστα το δικαίωμα υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, με ή χωρίς αντάλλαγμα σε οποιονδήποτε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά την απόλυτη κρίση της εταιρείας της χρήσεως του μισθίου ως και της μεταβίβασης εν όλω ή εν μέρει της μισθωτικής σχέσεως". Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ο όρος αυτός, ερμηνευόμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τους προαναφερθέντες, επίσης, όρους του από 31-5-2005 συμφωνητικού, που προέβλεπαν αφενός την υπεκμίσθωση του ακινήτου από την ενάγουσα στην εναγομένη και αφετέρου την προέχουσα θέση που απέκτησε, με το από 31-5-2005 συμφωνητικό, η ενάγουσα στην αρχική σύμβαση μισθώσεως μεταξύ των ιδιοκτητών και της εναγομένης, αναφορικά με το δικαίωμα εξώσεως της εναγομένης και περαιτέρω εκμετάλλευσης του μισθίου, έχει την έννοια της διατήρησης της αυτοτελούς λειτουργίας της από 1-6-2005 σύμβασης υπεκμίσθωσης στις περιπτώσεις α) που δεν τελεσφορούσαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων και δεν καταρτίζονταν η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ή β) που λύνονταν, για οποιονδήποτε λόγο, η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που θα καταρτίζονταν μεταξύ τους. Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό, ότι δεν υφίσταται σύνδεση της από 1-6-2005 σύμβασης υπεκμίσθωσης με την σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που ακολούθησε, σε βαθμό που να της προσδίδει το χαρακτήρα της παρεπόμενης έναντι της τελευταίας.

Συνεπώς, η λύση της από 7.6.2005 εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν επέφερε, κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 περ. α’ υποπερ. ββ’ του Π.Δ. 34/1995, και τη λύση της σχέσης υπομισθώσεως που συνέδεε την αντενάγουσα με την αντεναγομένη με βάση το από 1.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως, η δε υπό κρίση ανταγωγή, τα αιτήματα της οποίας θεμελιώνονται στην λύση της ανωτέρω συμβάσεως υπομισθώσεως, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε, ότι η από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως λύθηκε, ως παρεπόμενη της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας και, ακολούθως, έκανε εν μέρει δεκτή την ανταγωγή και στην ουσία της, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος της από 13.1.2014 εφέσεως της εκκαλούσας - ενάγουσας - αντεναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος... Περαιτέρω η αντενάγουσα ισχυρίζεται, ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 280.000 ευρώ που προκαταβλήθηκε από την αντεναγομένη, εικονικά και για λόγους φορολογικούς εμφανίστηκε, ως μισθώματα, καθόσον, στην πραγματικότητα, αποτελούσε το κίνητρο - "αέρας", προκειμένου να συμβληθεί η αντεναγομένη μαζί της, και χρηματοδότηση της υπομισθώτριας προς την υπεκμισθώτρια για την αποπεράτωση των εργασιών του μισθίου πρατηρίου υγρών καυσίμων, πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, δεν αποδείχτηκε από τη συνεκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων και πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, μόνη η κατάθεση του μάρτυρα της αντενάγουσας στο ακροατήριο που επιβεβαιώνει τον ανωτέρω ισχυρισμό δεν αρκεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για την απόδειξή του, δεδομένου ότι αποδείχθηκε, ότι η υπομισθώτρια κατέβαλε προς την υπεκμισθώτρια το αναλογούν κατ’ έτος τέλος χαρτοσήμου για τα προκαταβληθέντα μισθώματα και, μάλιστα, προεισέπραξε, στις 30-3-2012, το τέλος χαρτοσήμου, ποσού 806,40 ευρώ, για το μισθωτικό έτος 2012, δηλ. για έτος, που, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε λυθεί ήδη η από 1-6-2005 σύμβαση υπεκμίσθωσης (βλ. το από 30-03-2012 ένταλμα πληρωμής της αντεναγομένης εταιρίας). Πλέον αυτού, αποδείχτηκε, ότι σε παρόμοιες άλλες μισθώσεις, στις οποίες συμβάλλονταν η αντεναγομένη, και καταβάλλονταν, ως "αέρας", κάποιο ποσό, αυτό αναφέρονταν στο σχετικό έγγραφο της μίσθωσης, ως επί πλέον των μισθωμάτων καταβληθέν (βλ. προσκομιζόμενο από την αντεναγομένη από 7-11-2003 συμφωνητικό άλλης παρόμοιας μίσθωσης), κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, η χρηματοδοτική διευκόλυνση της αντενάγουσας, η οποία αναφέρεται και στην επακολουθήσασα από 7-6-2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με την καταβολή των μισθωμάτων, εξαντλήθηκε στην προκαταβολή του συνολικού ποσού των τελευταίων, που παρείχε τη δυνατότητα της συνολικής αξιοποίησής τους και, σε καμία περίπτωση, η προκαταβολή αυτή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του ποσού αυτού, ως μισθώματα, όπως ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση, ο δε σχετικός λόγος της από 7-4-2014 (αριθ. καταθ. 1433/8-4-2014) έφεσης της εναγομένης - αντενάγουσας, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Επειδή από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτό διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού στις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις και αμφιβολία στην διατυπωθείσα βούληση αυτών, εν σχέσει με το παρεπόμενο ή μη της από 1.6.2005 συμβάσεως υπομισθώσεως, αν δηλαδή αυτή συνήφθη και αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνον στην υλοποίηση και εξυπηρέτηση της κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας ή όχι, και αναζήτησε την αληθινή βούληση αυτών, προσφεύγοντας στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει την ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση αυτού περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων σχετικώς με το παρεπόμενο ή μη της από 1.6.2005 συμβάσεως υπομισθώσεως, προέβη σε συσχετισμό όρων από όλες τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, έλαβε στοιχεία έξω από την από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως (δηλαδή το από 31.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως όρων εμπορικής μισθώσεως, την από 7.6.2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και την από 7.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως) και άντλησε επιχειρήματα από τον σκοπό της συμβάσεως, το αποδεικτικό όμως πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, δεν εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, αφού με την δοθείσα ερμηνεία δεν εξασφαλίζεται η επιδοκιμαζόμενη από τα εν λόγω κριτήρια προστασία των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, για την προάσπιση των οποίων είχε προβλεφθεί ο σχετικός όρος. Ειδικότερα, το Εφετείο στηρίχθηκε στον όρο 1.6 του από 7.6.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομισθώσεως σύμφωνα με τον οποίο ορίστηκε, ότι "η μίσθωση αυτή είναι παρεπόμενη σύμβαση, κατά το νόμο και τη βούληση των μερών, της μεταξύ των συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας και η υπεκμισθώτρια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία πετρελαιοειδών, με την επωνυμία "....") θα δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση κατά πάντα χρόνο σε περίπτωση παραβιάσεως από την πρατηριούχο - υπομισθώτρια (Θ. Κ. Ο.Ε.) των υποχρεώσεών της είτε από την υπομίσθωση είτε από την εμπορική συνεργασία" και δέχθηκε ότι ο όρος αυτός προσδίδει στην τελευταία (από 7.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως) τον χαρακτήρα της παρεπόμενης μισθωτικής συμβάσεως σε σχέση με την ανωτέρω κύρια σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, αντίστοιχος του οποίου (όρου) δεν υπάρχει στην από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως. Όμως μόνο το στοιχείο αυτό δεν οδηγεί στην ερμηνεία που δόθηκε, ότι δηλαδή, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 7.6.2005 κύρια σύμβαση εμπορικής συνεργασίας συνδέεται, ως παρεπόμενη αυτής, μόνον η από 7.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως και όχι και η από 1.6.2005 τοιαύτη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το από 31.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως όρων εμπορικής μισθώσεως, στο οποίο συμβλήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη και η ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία πετρελαιοειδών, συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία - πρατηριούχος είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει την χρήση του μισθίου σ’ αυτήν (ενάγουσα) με σύμβαση υπομισθώσεως, προκειμένου να κατασκευαστούν από αυτήν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις για την λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων, υπό το σήμα της (...), μετά δε την ολοκλήρωση των εργασιών, η ενάγουσα, κατά τα οριζόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, θα παραχωρούσε στην εναγόμενη εταιρεία εκ νέου τη χρήση του επιδίκου μισθίου, ομοίως με σύμβαση υπομισθώσεως, προκειμένου να λειτουργήσει πλέον από αυτήν (εναγομένη) το πρατήριο υγρών καυσίμων. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι συμφωνήθηκε ρητώς μεταξύ όλων των συμβληθέντων κατά την κατάρτιση του από 31.5.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως όρων εμπορικής μισθώσεως (οικοπεδούχων - ιδιοκτητών, πρατηριούχου - μισθώτριας - ήδη αναιρεσείουσας και εκ τρίτου συμβαλλομένης - ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας πετρελαιοειδών) ότι η μισθώτρια εταιρία είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει την χρήση του μισθίου ακινήτου στην εκ τρίτου συμβαλλομένη - ενάγουσα, με σύμβαση υπομισθώσεως, προκειμένου να κατασκευαστούν από αυτήν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις για την λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων, υπό το σήμα της (...), μετά δε την ολοκλήρωση των εργασιών, η εκ τρίτου συμβαλλομένη - ενάγουσα, κατά τα οριζόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, θα παραχωρούσε στην εναγόμενη εταιρεία εκ νέου τη χρήση του επιδίκου μισθίου, ομοίως με σύμβαση υπομισθώσεως, προκειμένου να λειτουργήσει πλέον από αυτήν (εναγομένη) το πρατήριο υγρών καυσίμων. Από την προαναφερόμενη όμως συμφωνία των διαδίκων προκύπτει με ενάργεια ότι: α) δεν υπήρξε πρόθεση από την εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να εγκαταστήσει την ενάγουσα - αντεναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αυτόνομα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σύμβαση συνεργασίας τους στο μίσθιο ακίνητο και β) η ενάγουσα - αντεναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία είχε την δυνατότητα να υπομισθώσει εκ νέου το μίσθιο ακίνητο μόνο στην εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και σε κανένα άλλο, συνακολούθως δε ότι αμφότερες οι ως άνω συμβάσεις υπομισθώσεως, δηλαδή τόσον η από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως, όσον και η επακολουθήσασα αυτής από 7.6.2005 τοιαύτη, συνήφθησαν και αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση και λειτουργία της κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, για την κατάρτιση της οποίας υπήρχε ήδη από τις 31.5.2005 ολοκληρωμένη συμφωνία τους και όχι ότι μόνον η δεύτερη (από 7.6.2005) σύμβαση υπομισθώσεως συνήφθη αποκλειστικά και μόνον για τον προεκτεθέντα σκοπό, ενόψει και του ότι η πρώτη τούτων (από 1.6.2005 σύμβαση υπομισθώσεως) αποτέλεσε μάλιστα και το θεμέλιο, επί του οποίου στηρίχθηκε η μεταξύ τους κατάρτιση των συμβάσεων που επακολούθησαν (από 7.6.2005 κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας και 7.6.2006 συμβάσεως υπομισθώσεως), εφόσον χωρίς την σύναψη αυτής δεν θα ήταν δυνατή η σύναψη των μεταγενεστέρων συμβάσεων. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι η από 1-6-2005 σύμβαση καταρτίστηκε έξι (6) ημέρες πριν από την κατάρτιση της από 7-6-2005 κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, η οποία δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, ούτε ως μελλοντικό ενδεχόμενο. Και αυτό όμως δεν δικαιολογεί το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάρτιση της κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας αναφέρθηκε ρητώς στο από 31.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, για την εξυπηρέτηση και λειτουργία της οποίας (συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας) συμφωνήθηκε ρητώς μεταξύ των συμβαλλομένων η κατάρτιση τόσον της πρώτης (από 1.6.2005) συμβάσεως υπομισθώσεως, όσον και της δεύτερης (από 7.6. 2005) τοιαύτης, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν ήδη προσυμφωνηθεί και οι οποίες επακολούθησαν. Τέλος το Εφετείο στηρίχθηκε στον προαναφερθέντα όρο 12 του από 1.6.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομισθώσεως, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι "Στην εταιρεία (...) παραχωρείται ρητά και απεριόριστα το δικαίωμα υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, με ή χωρίς αντάλλαγμα σε οποιονδήποτε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά την απόλυτη κρίση της εταιρείας της χρήσεως του μισθίου ως και της μεταβίβασης εν όλω ή εν μέρει της μισθωτικής σχέσεως" και δέχθηκε ότι ο όρος αυτός έχει, ενόψει και της προέχουσας θέσεως, την οποία απέκτησε η ήδη αναιρεσίβλητη στην αρχική από 31.5.2005 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ των ιδιοκτητών του ακινήτου και της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας καθ’ όσον αφορά στο δικαίωμα εξώσεως της τελευταίας και περαιτέρω εκμεταλλεύσεως του μισθίου, την έννοια της διατηρήσεως της αυτοτελούς λειτουργίας της από 1-6-2005 συμβάσεως υπεκμισθώσεως στις περιπτώσεις: α) που δεν τελεσφορούσαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων και δεν καταρτίζονταν η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ή β) που λύνονταν, για οποιονδήποτε λόγο, η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που θα καταρτίζονταν μεταξύ τους. Τούτο όμως δεν δικαιολογεί το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το από 31.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό οι δι’ αυτού συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι η μοναδική περίπτωση, κατά την οποία θα μπορούσε η αναιρεσίβλητη εταιρία να εξώσει την μισθώτρια του ακινήτου και ήδη αναιρεσείουσα και να καταστεί η ίδια μισθώτρια του επιδίκου μισθίου ήταν η περίπτωση που η αναιρεσείουσα δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τους ιδιοκτήτες του ακινήτου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 περ. α’ υποπερ. ββ’ του Π.Δ. 34/1995 και τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., κατά το μέρος αυτής που αφορά το παρεπόμενο ή μη της από 1.6.2005 συμβάσεως υπομισθώσεως, και, συνεπώς, υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ’ αυτήν με τους συναφείς όγδοο και ένατο λόγους του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτο πρόσθετο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια. Επομένως, οι λόγοι αυτοί (κύριοι και πρόσθετος) είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Δεχόμενη όμως περαιτέρω ότι το ποσό των 280.000 ευρώ, που κατεβλήθη στην αντενάγουσα - αναιρεσείουσα από την αντεναγομένη - αναιρεσίβλητη, αποτελούσε προκαταβολή μισθωμάτων και απορρίπτοντας, συνακολούθως, τον σχετικό λόγο της από 7.4.2014 εφέσεως της αντενάγουσας, με τον οποίο παρεπονείτο γιατί η προβληθείσα από την αντεναγομένη ένσταση επισχέσεως έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής έβδομος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 953/2014, ΑΠ 2234/2013). Ιδρύεται, επομένως, ο ως άνω λόγος, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 45/ 2006, ΑΠ 108/2014). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1 και 8 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων. Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 488/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο, κατά την πρώτη αιτίαση, λόγους του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, χωρίς να αιτιάται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται στην κατ’ αυτής αγωγή, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου των λόγων αυτών, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση υπομισθώσεως, η οποία συνέδεε την ενάγουσα - αντεναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με αυτήν (εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) με βάση το από 7.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως, λύθηκε αυτοδικαίως, κατά την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. α’ υποπερ. ββ’ του π.δ/τος 34/1995, δηλαδή λόγω λύσεως της μεταξύ τους κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας για λόγο που προβλέπεται από το νόμο, ήτοι εξαιτίας συμπληρώσεως πενταετίας, παρά το γεγονός ότι τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό (ότι δηλαδή η κύρια σύμβαση εμπορικής συνεργασίας έληξε, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας) είχε προτείνει μόνον αυτή (εναγομένη - αντενάγουσα - αναιρεσείουσα), έχοντας μάλιστα προσκομίσει και τα αφορώντα αυτόν (ισχυρισμό) αποδεικτικά μέσα, και όχι η ενάγουσα - αντεναγομένη - αναιρεσίβλητη, η οποία είχε επικαλεσθεί μόνον την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 περ. α’ υποπερ. αα’ του π.δ/τος 34/1995, στην οποία είχε θεμελιώσει την βάση της αγωγής της και είχε ζητήσει να της αποδοθεί το επίδικο μίσθιο, λόγω λύσεως της μεταξύ τους κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, ύστερα από καταγγελία αυτής για υπαίτια παράβαση των όρων της. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς και υπήγαγε τα παρά των διαδίκων προταθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύονται, όπως προαναφέρθηκε, οι προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ. για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 273/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την δεύτερη αιτίαση του έκτου λόγου αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, χωρίς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως εκτίθεται και στην πρώτη αιτίαση του λόγου αυτού, στήριξε την αγωγή της μόνο στην καταγγελία για υπαίτια παράβαση των όρων της κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, να προσκομίσει καμιά απόδειξη για την λύση της από 7.6.2005 συμβάσεως υπομισθώσεως για τον λόγο που έγινε δεκτός από το δικαστήριο, ήτοι λόγω λύσεως της κύριας συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας για λόγο που προβλέπεται από το νόμο και συγκεκριμένα λόγω συμπληρώσεως πενταετίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", χωρίς να είναι ανάγκη το δικαστήριο να αξιολογεί ειδικά το κάθε ένα από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, τα οποία, σημειωτέον, μετά την νομότυπη και παραδεκτή προσκόμισή τους, καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα, κατά την διάταξη του άρθρου 346 του Κ.Πολ.Δικ. και τα προσκομιζόμενα από τον ένα διάδικο λαμβάνονται υπόψη και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα αυτό πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μετά την απόρριψη: α) των δευτέρου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττουν το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και β) του εβδόμου λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορά την προβληθείσα από την αντεναγομένη - αναιρεσίβλητη ένσταση επισχέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως προς το κεφάλαιο που αφορά την αγωγή και την προβληθείσα από την αντεναγομένη - αναιρεσίβλητη ένσταση επισχέσεως, κατά παραδοχή δε των ως άνω λόγων (ογδόου και ενάτου λόγων του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτου προσθέτου λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων), η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά την ασκηθείσα από την εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανταγωγή, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής (κυρίων και προσθέτων) που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο (ανταγωγή), πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο αυτής, που αφορά την ανταγωγή. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, που χρειάζεται περαιτέρω διευκρινίσεις, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας βαρύνουν κατά ένα μέρος την αναιρεσίβλητη, λόγω της μερικής ήττας και νίκης των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), θα καθοριστούν δε όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.4.2015 αίτηση και τους ασκηθέντες με ιδιαίτερο, από 9.10.2015, δικόγραφο προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 423/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην από 10.10.2011 αγωγή.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση (423/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την παραδεκτώς ασκηθείσα από την εναγομένη -αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με τις, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατατεθείσες προτάσεις της, ανταγωγή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ