Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 315-2014

Περίληψη

Οι συνέπειες της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας εκ μέρους του εργοδότη -. Η μονομερής, βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του με τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών (ΑΠ 13/12). Περίπτωση που κρίθηκε ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να μεταβάλει με μονομερή του απόφαση τον τόπο παροχής εργασίας καθαρίστριας.

Αριθμός 315/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

    ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

    ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στα ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Παπαντωνοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

    ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλίκης Μπόκια, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2009 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2767/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5948/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2013 αίτησή της.

    Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή και στην έκταση του πέμπτου από τους λόγους αυτής.

    Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ συνάγεται ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργοδότη προς καταβολή των μισθολογικών προσαυξήσεων, οι οποίες προβλέπονται από ειδικές διατάξεις και συνδέονται με προσωπικές συνθήκες του εργαζόμενου, όπως είναι η προϋπηρεσία του, η ιδιότητά του ως εγγάμου ή η έκταση των οικογενειακών βαρών αυτού, έχει ως προϋπόθεση το ότι ο υπόχρεος τελεί σε γνώση των εν λόγω συνθηκών. Εξ αυτού έπεται ότι ο εργοδότης δεν ενέχεται σε καταβολή των εν λόγω προσαυξήσεων ή επιδομάτων για όσο χρονικό διάστημα ο εργαζόμενος παραλείπει να γνωστοποιήσει σ' αυτόν τις προσωπικές του συνθήκες, εκτός εάν αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο εργοδότης, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, είχε λάβει ασφαλή γνώση των συνθηκών αυτών (ΑΠ 889/2012, ΑΠ 1133/2007). Το σχετικό βάρος επίκλησης και απόδειξης έχει ο εργαζόμενος, που ασκεί το σχετικό δικαίωμα.

    2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 29-5-2009 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για να θεμελιώσει το δικαίωμά της να λάβει τα ένδικα οικογενειακά επιδόματα, αναφέρει α) ότι ο άμεσος προϊστάμενός της, Χ. Σ., τελούσε σε γνώση του περιστατικού ότι αυτή ήταν διεζευγμένη και είχε στην επιμέλειά της ένα παιδί που ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες (σελ. 2 του δικογράφου) και β) ότι κατά την πρόσληψή της (1-3-1989) είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τα εν λόγω περιστατικά (σελ. 6 του δικογράφου). Επομένως, αφού στην αγωγή (και μάλιστα σε δύο σημεία αυτής) γίνεται μνεία του ότι η εργαζόμενη είχε γνωστοποιήσει στον εργοδότη τις προσωπικές της συνθήκες, που επέβαλλαν τη χορήγηση των επιδομάτων και ότι σε κάθε περίπτωση ο άμεσος προϊστάμενός της, που αντιπροσώπευε τον εργοδότη έναντι αυτής, τελούσε σε γνώση των εν λόγω συνθηκών, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη ως προς τα συναφή κονδύλια, διότι η ενάγουσα δεν επικαλούνταν γνώση της εναγομένης ως προς τα γενεσιουργά του δικαιώματός της περιστατικά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

    3. Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288, 349 - 351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 συνάγονται τα ακόλουθα: Μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας επέρχεται όταν ο εργοδότης επιχειρεί την τροποποίησή τους σε βάρος του εργαζόμενου, χωρίς τη συναίνεση αυτού και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησής του. Όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από τον εργοδότη σύμφωνα ΅εν ΅ε τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του διευθυντικού του δικαιώματος, τότε η άσκηση του δικαιώματος αυτού καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υπέρβαση των παραπάνω ορίων καθιστά τη μονομερή μεταβολή των όρων της συμβάσεως βλαπτική για τον εργαζόμενο, αφού αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής του εργαζόμενου δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών, αλλά άλλων, άσχετων επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο, γιατί η καλή πίστη επιβάλλει, γενικώς, σε κάθε φορέα δικαιώματος να λαμβάνει υπ' όψη, κατά την άσκησή του και στο μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις εύλογες προσδοκίες του υπόχρεου. Μια τέτοια συμπεριφορά επιβάλλεται, ιδιαιτέρως, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, η μονομερής, βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεως δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του με τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών (ΑΠ 13/2012).

    4. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, συνάγονται τα ακόλουθα: Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζόμενου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη. Αντίθετα, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς αυτού παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 1387/2003). Ως παράβαση, όμως, των συμβατικών υποχρεώσεων από τον εργαζόμενο δεν μπορεί να νοηθεί, το ότι αυτός αρνείται να αποδεχθεί τη μονομερή, εκ μέρους του εργοδότη, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η καταγγελία που, αληθώς, γίνεται για το λόγο αυτό διατηρεί την καταχρηστικότητά της.

    5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και σε σχέση προς τη λύση ή μη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είχε προσληφθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ναυτιλιακή εταιρία την 1-3-1989, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε εγγράφως, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια. Ότι με ειδικό όρο της σύμβασης, που περιλαμβάνεται στο από 10-8-1994 έγγραφο, ως τόπος παροχής της εργασίας της ενάγουσας ορίσθηκε το κεντρικό πρακτορείο της εναγομένης, επί της λεωφόρου Αμαλίας, στην Αθήνα, χωρίς ουδεμία πρόβλεψη της δυνατότητας για μετακίνηση αυτής προκειμένου να εργασθεί σε κάποιο άλλο πρακτορείο, ακόμη και εντός της Αττικής. Ότι έκτοτε η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της χωρίς κανένα πρόβλημα. Ότι, κατά το έτος 2005, άμεσος προϊστάμενος της ενάγουσας, με την ιδιότητα του υποδιευθυντή εκμετάλλευσης της εναγομένης, κατέστη ο Χ. Σ.. Ότι αυτός, τον Αύγουστο 2005, απαίτησε από την ενάγουσα να εργάζεται επί δύο ημέρες εκάστης εβδομάδος, με τα ίδια καθήκοντα, στο πρακτορείο της εναγομένης, στον Πειραιά. Ότι η μεταβολή αυτή βρισκόταν έξω από τις συμβατικές δυνατότητες της εναγομένης και, επί πλέον, ήταν δυσμενής για την ενάγουσα, στην οποία, ως εκ του τόπου κατοικίας της και των υποχρεώσεων έναντι του με ειδικές ανάγκες τέκνου της, ήταν πολύ ευχερέστερο το να απασχολείται στο κέντρο της Αθήνας. Ότι για το λόγο αυτό η ενάγουσα ζήτησε την παρέμβαση του διευθυντή εκμετάλλευσης της εναγομένης, μετά την εκδήλωση της οποίας η περιοδική απασχόλησή της στο πρακτορείο του Πειραιά αποφεύχθηκε. Ότι κατά μήνα Νοέμβριο 2008, ο Χ. Σ. ζήτησε από την ενάγουσα να εργασθεί την 12η και 13η του μηνός στο πρακτορείο του Πειραιά, προς αναπλήρωση συναδέλφου της. Ότι η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι στο εν λόγω πρακτορείο υπηρετούσε και άλλη καθαρίστρια που θα μπορούσε να κάνει την αναπλήρωση, συμμορφώθηκε, επειδή θεώρησε προσωρινή την επιβάρυνση και δεν θέλησε να δημιουργήσει πρόβλημα στην επιχείρηση. Ότι αυτό επαναλήφθηκε την 26η και 27η Νοεμβρίου 2008, προς αναπλήρωση της άλλης καθαρίστριας. Ότι, έκτοτε, μέχρι το Μάρτιο 2009, οι εντολές προς παροχή εργασίας στο πρακτορείο του Πειραιά πλήθυναν, εντεινόμενες προοδευτικά, χωρίς εύλογη εξήγηση εκ μέρους της εναγομένης, οπότε η ενάγουσα συνειδητοποίησε ότι επιχειρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή της σύμβασής της ως προς τον τόπο παροχής της εργασίας της και διαμαρτυρήθηκε, στην αρχή προφορικά και την 2-4-2009 με εξώδικη δήλωση. Ότι με τη δήλωση αυτή η ενάγουσα αρνήθηκε να μεταβαίνει εφ' εξής στον Πειραιά και κάλεσε την εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της, αποκλειστικά, στο πρακτορείο της Αθήνας. Ότι η εναγομένη απάντησε εξωδίκως την 8-4-2009 και προέβαλε το ότι οι εντολές είχαν προσωρινό χαρακτήρα, διότι απέβλεπαν στην αναπλήρωση της καθαρίστριας Ε. Λ., η οποία απουσίαζε σε αναρρωτική άδεια από 16-2-2009. Ότι η απάντηση αυτή ήταν προσχηματική, αφ' ενός διότι στο πρακτορείο του Πειραιά εξακολουθούσε να υπηρετεί και άλλη καθαρίστρια και αφ' ετέρου διότι στο κεντρικό πρακτορείο της Αθήνας, όπου ήταν η θέση της ενάγουσας, οι ανάγκες ήσαν αυξημένες και δεν υπηρετούσε άλλη καθαρίστρια. Ότι σε κάθε περίπτωση, η διάθεση της εναγομένης για δημιουργία μιας μόνιμης κατάστασης φαινόταν από το ότι απέφυγε να προσδιορίσει μια καταληκτική ημερομηνία για τις αναπληρώσεις αυτές. Ότι η ενάγουσα ανταπάντησε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες της, η αναρρωτική άδεια της συναδέλφου της έληγε την 21-4-2009 και απαίτησε από την εναγομένη να αποδέχεται από την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα την παροχή της εργασίας της στο κεντρικό πρακτορείο της Αθήνας. Ότι, τελικώς, την 5-5-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και κατέβαλε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση, επιδιώκοντας τη λύση της συμβάσεως. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η απόλυση της ενάγουσας έγινε για το λόγο ότι αποφάσισε την ανάθεση της δουλειάς της σε συνεργείο καθαρισμού με πολύ ευνοϊκότερους οικονομικούς όρους, παρέμεινε αναπόδεικτος, διότι η σύμβαση με το συνεργείο καθαρισμού υπογράφηκε την 28-5-2009, δηλαδή πολύ αργότερα από το μήνα Νοέμβριο 2008, που άρχισε η δεύτερη φάση της προσπάθειας για μονομερή βλαπτική μεταβολή του τόπου απασχόλησης της ενάγουσας και, σε κάθε περίπτωση, μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη), ενεργώντας δια του υπαλλήλου της Χ. Σ., που εν προκειμένω ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, επιδίωξε να μεταβάλει μονομερώς τη σύμβαση εργασίας, με τρόπο βλαπτικό για την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) και ότι στη συνέχεια, όταν η τελευταία απαίτησε την εφαρμογή του όρου της σύμβασης ως προς τον τόπο παροχής της εργασίας, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση κινούμενη από διάθεση εκδικήσεως και ξεπερνώντας, προφανώς, τα όρια που διαγράφονται στο άρθρο 281 ΑΚ. Με βάση το συλλογισμό αυτό, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, ως καταχρηστικής, με τις εξ αυτής συνέπειες.

    6. Με την κρίση αυτή και σε συμφωνία προς τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.3 και 4) και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, χωρίς αντιφάσεις και χωρίς να παραλείψει να αξιολογήσει τους συναφείς, αμυντικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, από τις παραδοχές που αναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο δέχθηκε πως, αν και η αναιρεσείουσα προσπαθούσε να προσδώσει χαρακτήρα προσωρινότητας στις προς την αναιρεσίβλητη εντολές για απασχόληση σε τόπο διαφορετικό από τον αναφερόμενο στη σύμβαση εργασίας, στην πραγματικότητα επιδίωκε, εξ αρχής, να μεταβάλει μονομερώς και βλαπτικώς το σχετικό όρο της σύμβασης, πράγμα που προέκυπτε από το σύνολο της συμπεριφοράς του ως άνω διευθυντικού στελέχους αυτής. Ακόμη, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον αμυντικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας πως η καταγγελία έγινε για λόγους οικονομοτεχνικούς, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Και τέλος, προκύπτει ότι το Εφετείο αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την από 28-5-2009 σύμβαση με το συνεργείο καθαρισμού, την οποία ρητώς μνημονεύει και της οποίας ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αλλά κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι από το συμφωνητικό αυτό δεν μπορούσε να πεισθεί περί του ότι υπήρξε "αιτιώδης συνάφεια" (όπως επί λέξει αναφέρει) μεταξύ της απόλυσης της αναιρεσίβλητης και της ανάθεσης του έργου της καθαριότητας σε συνεργείο. Επομένως, οι τρίτος και έκτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

    7. Ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 450, 451 και 452 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, αντίθετα προς τις επιταγές τους, α) έκρινε ορισμένο και νόμιμο το αίτημα της αναιρεσίβλητης για να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε επίδειξη των επισήμων καταστάσεων του προσωπικού της στο πρακτορείο του Πειραιά και β) συνήγαγε συμπεράσματα από την άρνηση της τελευταίας να συμμορφωθεί και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση δεν αναφέρεται σε κανόνες ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου.

    8. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653 και 656 σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης, εκτός από αντίθετη συμφωνία, δεν έχει την υποχρέωση να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό. Η υποχρέωσή του περιορίζεται στην καταβολή του μισθού, είτε αποδέχεται την παροχή της εργασίας είτε όχι. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 57, 281, 919 ΑΚ συνάγεται ότι η ως άνω, κατ' αρχήν νόμιμη, άρνηση του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος ή όταν συνιστά αθέμιτη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού ή όταν, εκ προθέσεως, επιφέρει σ' αυτόν ζημία κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή, τέλος, όταν, υπαιτίως, προσβάλλει το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και στη συμμετοχή στην οικονομική ζωή. Στις περιπτώσεις αυτές, προκειμένου ο μισθωτός να επιδιώξει δικαστικώς την πραγματική απασχόληση του στο μέλλον, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν την κατά τα ανωτέρω παρανομία της αρνήσεως του εργοδότη να τον απασχολεί πραγματικά (ΟλΑΠ 9/2011).

    9. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, στο δικόγραφο γίνεται, προεχόντως, αναφορά των περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, όπως αυτά αναφέρθηκαν ήδη ως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. παραπάνω, αρ.5). Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη (ως ενάγουσα) αναφέρει, επί πλέον, ότι επί σειρά πολλών ετών είχε απασχοληθεί με προθυμία και ευσυνειδησία στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, ότι συντηρεί τον εαυτό και την οικογένειά της αποκλειστικά από το προϊόν της εργασίας της, ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας ήταν 53 ετών και επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί κατά το έτος 2011, ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν μπορεί να βρει νέα εργασία, διότι οι υποψήφιοι εργοδότες την αντιμετωπίζουν με καχυποψία, ως υπαίτια της απόλυσής της και ότι έχει σοβαρά προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, τα οποία επιτείνονται με τον εκ μέρους της αναιρεσείουσας, κατ' αποτέλεσμα, αποκλεισμό της από την οικονομική ζωή. Το Εφετείο, προκειμένου να αιτιολογήσει την παραδοχή του αιτήματος της αναιρεσίβλητης για πραγματική απασχόληση, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, πάντα τα ανωτέρω και επικύρωσε την πρωτοβάθμια, όμοια κρίση, με το να απορρίψει τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.8) και αφ' ετέρου συννόμως έλαβε υπ' όψη πράγματα που, αληθώς, είχαν προταθεί και ορθώς απέφυγε να κηρύξει ακυρότητα, που δεν υφίστατο. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

    10. Σύμφωνα με τους κανονιστικούς όρους των εθνικών κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΕΚΣΣΕ), που ίσχυσαν κατά το εν προκειμένω κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 2009 ως προς την αμοιβή του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων ή επιχειρήσεων και γραφείων ταξιδιών όλης της χώρας (κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 13490/2004 ΦΕΚ β' 1868/29-9-2004, ΥΑ 13033/2005 ΦΕΚ β' 1496/7-6-2005, ΥΑ 13034/2007 ΦΕΚ β' 2076/26-7-2007 και ΥΑ 58032.2713/2008 ΦΕΚ β' 1657/20-6-2008), μεταξύ των άλλων χορηγείται στους εργαζόμενους του πεδίου εφαρμογής αυτών επίδομα τέκνων, περί του οποίου στο άρθρο 3 παρ.2, κατά πανομοιότυπο τρόπο, ορίζεται ότι "Στους άνδρες και γυναίκες μισθωτούς χορηγείται επίδομα παιδιών σε ποσοστό 6% για κάθε παιδί. Το εν λόγω επίδομα χορηγείται και στους χήρους /ες, διαζευγμένους /ες, καθώς και στις άγαμες μητέρες, εφόσον, όμως, όλοι αυτοί έχουν την επιμέλεια των παιδιών. Το επίδομα αυτό δίνεται μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας των τέκνων, εφόσον, βέβαια, αυτά δεν εργάζονται και είναι άγαμα. [...] Για τα παιδιά που σπουδάζουν σε ανώτατες και ανώτερες αναγνωρισμένες σχολές του εσωτερικού ή εξωτερικού, η επιδότηση παρατείνεται τόσα χρόνια, όσα είναι και τα κατά τον νόμο απαιτούμενα κατά σχολή για την ολοκλήρωση των σπουδών, πράγμα που αποδεικνύεται με βεβαίωση κάθε σχολής. Για τα ανάπηρα σωματικά ή πνευματικά παιδιά, των οποίων η αναπηρία κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, η επιδότηση παρατείνεται για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του επιδόματος τέκνων αποβλέπει στην ανακούφιση του εργαζόμενου που ασκεί την επιμέλεια των παιδιών του και, ως εκ τούτου, υπέχει υποχρέωση διατροφής αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΚ 1389, 1390, 1486). Γι' αυτό και, κατ' αρχήν, ως όριο για τη διατήρηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να λαμβάνει το επίδομα τίθεται η ενηλικίωση εκάστου τέκνου. Παρά ταύτα, το δικαίωμα παύει να υφίσταται και πριν από την ενηλικίωση, εάν το τέκνο τελέσει γάμο (οπότε, στη σειρά των υπόχρεων προς διατροφή προηγείται ο/η σύζυγός του, ΑΚ 1491) ή εάν αρχίσει να εργάζεται (οπότε, χάνει το δικαίωμα διατροφής έναντι των γονέων του, στο μέτρο που από το προϊόν της εργασίας του μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του, ΑΚ 1486). Και αντίστροφα, το δικαίωμα διατηρείται και μετά την ενηλικίωση, εάν και για όσο χρόνο το τέκνο παρακολουθεί σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση, οι οποίες, κατά τεκμήριο, είναι αναγκαίες για την απόκτηση βιοποριστικού επαγγέλματος ή εάν πάσχει από σωματική ή πνευματική αναπηρία, βεβαιωμένη αρμοδίως και για όσο χρόνο αυτή υφίσταται. Για την περίπτωση της αναπηρίας, ειδικότερα, η αληθινή έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν είναι ότι αυτή αποτελεί λόγο διατήρησης του δικαιώματος λήψεως του επιδόματος, εφ' όσον καθιστά το τέκνο πλήρως ανίκανο προς βιοποριστική εργασία. ’λλως, σε περίπτωση δηλαδή που η διαγνωσμένη αναπηρία επιτρέπει στο τέκνο, είτε πριν είτε μετά την ενηλικίωσή του, να μετέρχεται εργασία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος παύει (εκτός αν το προϊόν της εργασίας έχει συμβολικό χαρακτήρα και είναι έλασσον του ποσού του επιδόματος), διότι τότε και το διατροφικό δικαίωμα του τέκνου έναντι του εργαζόμενου γονέα εκλείπει.

    11. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων χορήγησης του επιδόματος τέκνων, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι κατά την πρόσληψη της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ως καθαρίστριας στην υπηρεσία της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ναυτιλιακής εταιρίας είχε καταστεί γνωστή στην τελευταία η ιδιότητα της πρώτης ως διαζευγμένης, μητέρας δύο (τότε ανηλίκων) τέκνων, εκ των οποίων το ένα έπασχε από διαρκή, νοητική υστέρηση. Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2004 - 2009, το εν λόγω τέκνο είχε ενηλικιωθεί μεν, αλλά παρά ταύτα συνέχιζε να πάσχει από την εν λόγω υστέρηση και, ως εκ τούτου, είχε χαρακτηρισθεί αρμοδίως ως πρόσωπο με αναπηρία σε ποσοστό 50%. Ότι το τέκνο αυτό, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, εργαζόταν. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι για τη διαπίστωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να λάβει το επίδομα τέκνων, που ζητεί με την αγωγή (συνολικώς 5.166,38 ευρώ), ήταν αρκετή η βεβαίωση της αναπηρίας αυτού από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή, χωρίς επ' αυτού να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι το τέκνο αυτό εργαζόταν. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους προαναφερθέντες κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ για την αμοιβή του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων ή επιχειρήσεων και γραφείων ταξιδιών όλης της χώρας (βλ. παραπάνω, αρ.10), αφ' ενός ευθέως, διότι κατά την αληθινή έννοια αυτών η προς εργασία ικανότητα του ανάπηρου τέκνου έχει επιρροή στη διατήρηση του δικαιώματος του εργαζόμενου γονέα να λαμβάνει το σχετικό επίδομα και αφ' ετέρου εκ πλαγίου, διότι παρέλειψε να διαλάβει παραδοχές ως προς το αν το προϊόν της εργασίας του ανάπηρου τέκνου υπερέβαινε ή όχι το ποσό του αιτουμένου επιδόματος σε μηνιαία βάση. Επομένως, ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά δε αυτεπάγγελτη συμπλήρωση από τον εισηγητή και η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

    12. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στην έκταση του πέμπτου από τους λόγους της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε ανάλογο προς την ήττα αυτής μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5948/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

    ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

    ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα πεντακόσια (500) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα.

    ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιανουαρίου 2013. -Και

    ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Φεβρουαρίου 2014.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ