Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 313/2016

Περίληψη

Προσβολή της προσωπικότητας - Συκοφαντική δυσφήμηση - Απλή δυσφήμηση - Άρση άδικου χαρακτήρα της πράξης - Ψευδής καταμήνυση - Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων. Λόγοι άρσης του αξιόποινου χαρακτήρα της πράξης. Η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη - προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης), με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης.

Αριθμός 313/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Οικονόμου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... 2) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Καρρά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 4) Δ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4313/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4238/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 18-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο ’ρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα .../3-6-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Λ.. Επομένως, αφού αυτός δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, απορριπτικού της, περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητας της, αγωγής της δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη 1) το υπ’ αριθμ. 3057/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, απαλλακτικό της σε βάρος της κατηγορίας για υπεξαίρεση, 2)την από 25-6-2009 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης των ορκωτών λογιστών που διορίσθηκαν από την ανάκριση, το τελικό πόρισμα της οποίας ήταν ότι δεν "τεκμηριώνεται λογιστικό έλλειμμα της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας το οποίο να προκλήθηκε ...από την αναιρεσείουσα" και 3)τις από 7-3-2008 και 20-1-2011 ένορκες καταθέσεις του Δ. Τ. ενώπιον της ανακρίτριας περί ανυπαρξίας τελέσεως του αδικήματος της υπεξαιρέσεως. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις αυτής της συζήτησης για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς" καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, των οποίων μάλιστα κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση στα με αριθμ. 13 και 14 φύλλα της προσβαλλόμενης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις όμως, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση (κατά την έννοια που καθορίζεται και στη διάταξη του άρθ. 920 του Α.Κ.) από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι, δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου ως στοιχεία της προσωπικότητας του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, υπό περιστάσεις δε, υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή άσκηση δικαιώματος σε δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις σε σχέση με δικόγραφα, ενώπιον των Δικαστηρίων, κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας και ενόψει αυτής, που τείνουν σε ενίσχυση των απόψεων του διαδίκου μέρους που συμμετέχει σε αυτές. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης.. Στο πλαίσιο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του αρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση. Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου . Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη - προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων της απλής δυσφήμισης και της εξύβρισης, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης), με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης (ΑΠ 1007/2010). Εξάλλου, το ίδιο συμβαίνει και με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 229 και 224 παρ. 1-2 ΠΚ αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα που προϋποθέτουν άμεσο δόλο, ήτοι στην πρώτη περίπτωση ο ψευδώς καταμηνύων να γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών της μήνυσης του και στην δεύτερη ο καταθέτων να γνώριζε ότι αυτά που καταθέτει είναι ψευδή. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "....Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την ....εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) στις 13-4-1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός λογιστής και με αντικείμενο εργασίας την καταχώρηση των λογιστικών εγγραφών, ενεργώντας υπό τις οδηγίες και τις υποδείξεις των προϊσταμένων της. Παράλληλα απασχολείτο και στο ταμείο της εταιρείας με αντικείμενο εργασιών τις εισπράξεις, τις εγγραφές του ταμείου, τις τράπεζες και τις πληρωμές των προμηθευτών.....Με τη μεταβολή της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου της 1ης εναγόμενης εταιρίας τον Μάρτιο του 2005, οπότε πρόεδρος αυτής ανέλαβε ο 2ος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), διευθύνων σύμβουλος ο 3ος εναγόμενος (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) και προϊστάμενος του λογιστηρίου ο 4ος εναγόμενος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), διατάχθηκε, με πρωτοβουλία της νέας διοίκησης, η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου. Ο πραγματοποιηθείς έλεγχος διαπίστωσε ατασθαλίες, ελλείμματα και καταχρήσεις αναφορικά με τις οικονομικές συναλλαγές της εταιρίας. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου και των εξηγήσεων που ζητήθηκαν από υπαλλήλους που κατείχαν κρίσιμα πόστα (λογιστήριο, ταμείο κ.λ.π) η ενάγουσα παραδέχθηκε και δήλωσε ότι πράγματι κατά το διάστημα που απασχολείτο στο ταμείο ως ταμίας, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, είχε λάβει χρηματικά ποσά, ύψους τουλάχιστον 15.000 €, εξαργυρώνοντας επιταγές πελατών της ενάγουσας εταιρίας, χωρίς τα ποσά αυτά να κατατίθενται στους λογαριασμούς όψεως, που τηρούσε η τελευταία στις τράπεζες και ότι τα ποσά που υπεξαιρούσε τα παρέδιδε στον πρώην οικονομικό διευθυντή της εταιρίας κ. Ν. Ο. και στον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας κ. Ι. Σ.. Αυτές οι παραδοχές και οι δηλώσεις της περί υπεξαίρεσης αποτυπώθηκαν σε τρεις επιστολές της, που φέρουν το γνήσιο της υπογραφής της, και οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι είναι προϊόν οποιοσδήποτε απειλής και δη καταμήνυσής της εκ μέρους των εναγομένων, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού το περιεχόμενο τους επιβεβαιώνεται και μετά την άσκηση σε βάρος της μήνυσης, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω. Συγκεκριμένα στις από 20/5/2005 επιστολές της η ενάγουσα αναφέρει τα ακόλουθα...." Ακολούθως το Εφετείο εκθέτει αναλυτικά το περιεχόμενο των επιστολών αυτών και συνεχίζει: "Μετά από αυτές τις παραδοχές και αποκαλύψεις εκ μέρους της ενάγουσας, η πρώτη εναγομένη εταιρία’ ανέθεσε στην ιδιωτική εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία είναι διεθνής ελεγκτική εταιρία, τη διενέργεια ειδικού διαχειριστικού ελέγχου με σκοπό να ερευνηθεί σε βάθος και να τεκμηριωθεί το συνολικό ποσό κατάχρησης από στελέχη της εταιρίας, και όχι ειδικά από την ενάγουσα, η οποία κατάχρηση είχε ήδη αποκαλυφθεί από τη νέα Διεύθυνση της εναγομένης εταιρίας. Στο πόρισμα της συνταχθείσας έκθεσης ελέγχου από την άνω ελεγκτική εταιρία, το οποίο τεκμηρίωσε γεγονότα με βάση έγγραφα και όχι με μαρτυρίες, αναφέρεται ότι στο ταμείο της εταιρίας υπήρχαν ελλείμματα 512.000 € (δεν βρέθηκαν ισόποσες επιταγές), 544.000 € λόγω διαφοράς από τη σύγκριση εξωλογιστικών καταστάσεων που τηρούσε η ενάγουσα με τα λογιστικά δεδομένα κίνησης επιταγών, ενώ αναφέρεται σ’ αυτήν ότι η ενάγουσα οφείλει στην 1η εναγομένη εταιρία 203.000 €, ότι προέκυψαν ζητήματα λογιστικών διαφορών για σημαντικά ποσά για τους τομείς που χειριζόταν η ενάγουσα, όπως τις εισπρακτέες επιταγές και τις εξοφλήσεις στους προμηθευτές (τακτοποιήσεις) και ότι το εσωτερικό σύστημα παρακολούθησης δεν ήταν σωστό, ενώ επεσήμανε ότι η δικαστική έρευνα που συνεπάγεται και τη δυνατότητα λήψης και αξιολόγησης μαρτυριών μπορεί να φωτίσει καλύτερα τα γεγονότα και να αποδώσει ευθύνες εκεί που αναλογούν. Με βάση την έκθεση της άνω ελεγκτικής εταιρίας, που ολοκληρώθηκε την 14/12/2005, αλλά και των ομολογιών της ενάγουσας περί υπεξαίρεσης η νέα διοίκηση της 1ης εναγομένης εταιρίας κατέθεσε κατ’ ενάσκηση νομίμου καθήκοντος, την από 12-9-2006 μήνυση μετά από ομόφωνη απόφαση του ΔΣ κατά της ενάγουσας, που ρητά αναφερόταν στην έκθεση της ελεγκτικής εταιρείας για μη σύννομες ενέργειες κατά την άσκηση των καθηκόντων της τόσο στο λογιστήριο όσο και στο ταμείο, και κατά παντός άλλου υπαιτίου για κακουργηματική υπεξαίρεση και για πλαστογραφία, αφού η άνω ελεγκτική έκθεση έκανε μνεία και για ευθύνες του απερχόμενου διοικητικού συμβουλίου. Στην μήνυση αναφερόταν σύντομη περίληψη της υπόθεσης με τις επιστολές της ενάγουσας, το κυρίως ιστορικό της υπόθεσης με τη νομιμοποίηση της 1ης εναγομένης από τη σύσταση της. την έκθεση της άνω ελεγκτικής εταιρίας, το νομικό μέρος της υπόθεσης και το αίτημα να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά της ενάγουσας και κατ’ άλλων υπαιτίων που θα διαπιστωθούν από την προκαταρτική εξέταση και κυρία ανάκριση. Με βάση τη μήνυση και τα άνω στοιχεία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας του Διευθύνοντος Συμβούλου Ι. Σ. και του Οικονομικού Διευθυντή Ο. Ν. για υπεξαίρεση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου μεγάλης αξίας, που τους το είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων διαχειριστών ξένης περιουσίας, η συνολική αξία του οποίου υπερβαίνει τις [73.000 €)] Με βάση τα παραπάνω δεν στοιχειοθετείται σε βάρος της πρώτης εναγομένης το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα του νομίμου εκπροσώπου της που επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της άνω μήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Η μήνυση υποβλήθηκε από τη νέα διοίκηση της 1ης εναγομένης για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος και προς προστασία των συμφερόντων της εταιρίας....και χωρίς κανένα σκοπό δυσφήμησης ή εξύβρισης της ενάγουσας, βασιζόμενη στην έκθεση της ελεγκτικής εταιρίας και στις τρεις δηλώσεις της ενάγουσας στις οποίες ομολογούσε ότι συμμετείχε σε υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών σε διάφορα χρονικά διαστήματα, ενώ δεν περιείχε στοιχεία καταχρηστικότητας. Δηλαδή κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης, αυτή περιείχε αληθή γεγονότα. Η άνω έκθεση της ελεγκτικής εταιρείας έκανε λόγο για κακοδιαχείριση και υπεξαίρεση της ενάγουσας και είναι αναληθή τα ισχυριζόμενα ότι η σχετική έκθεση δεν αποδίδει σ’ αυτήν οποιαδήποτε ευθύνη για τις ατασθαλίες της εναγομένης εταιρείας αλλά μόνο στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, καθόσον με την εκδοχή της ενάγουσας, δεν θα της απαγγελλόταν από την 22η τακτική ανακρίτρια κατηγορητήριο σε βάρος της για κακουργηματική υπεξαίρεση.....Στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και μετά την απολογία της κατηγορουμένης ενώπιον της τακτικής ανακρίτριας εγχειρίστηκε η από 25/6/2009 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Π. Α. και Γ. Κ. που είχε διαταχθεί από τον εισαγγελέα.. ..η οποία αφού χαρακτηρίζει ως ανεπαρκή και ατεκμηρίωτη την έκθεση ελέγχου της ελεγκτικής εταιρείας ..., στο συμπέρασμα της αναφέρει ότι "....δεν τεκμηριώνεται λογιστικό έλλειμμα για την εταιρεία το οποίο να προκλήθηκε είτε από κακή διαχείριση είτε από κλοπή χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων από την κατηγορουμένη Χ. Τ....". Το στοιχείο όμως αυτό είναι μεταγενέστερο και συνεπώς δεν μπορεί η ενάγουσα να επικαλεσθεί γνώση της πρώτης εναγομένης εταιρείας περί της αναλήθειας των αναφερομένων στην έκθεση της ελεγκτικής εταιρείας ... και συνακόλουθα και της υποβληθείσας μήνυσης σε βάρος της για υπεξαίρεση...Μετά τη διενέργεια περαιτέρω κύριας συμπληρωματικής ανάκρισης, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 3059/2011 βούλευμα του άνω Συμβουλίου, το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά της ενάγουσας...για την πράξη της υπεξαίρεσης....γιατί δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις....ενώ απάλλασσε την πρώτη εναγομένη εταιρεία μηνύτρια από την καταβολή δικαστικών εξόδων, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι οριζόμενες στο άρθρο 585 παρ. 1 του ΚΠΔ (προϋποθέσεις).....Επίσης οι ένορκες καταθέσεις του ορκωτού λογιστή Δ. Ν. από 17/3/2008 και 20/1/2011 δεν αποδεικνύουν γνώση της αναλήθειας της υποβληθείσας μήνυσης σε βάρος της ενάγουσας, αφού....αυτές είναι μεταγενέστερες της έκθεσης ελέγχου της ... και η υποβληθείσα μήνυση βασίσθηκε στην εν λόγω έκθεση ελέγχου και στις τρείς έγγραφες δηλώσεις της ενάγουσας περί υπεξαίρεσης". Ακολούθως το Εφετείο, αφού αναφέρει λεπτομερώς το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων των ανωτέρω λογιστών και το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων των λοιπών αναιρεσιβλήτων που έδωσαν στα πλαίσια της προκαταρκτικής και της κύριας ανάκρισης που διεξήχθη επί της μηνύσεως που υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη, συνεχίζει: "Οι άνω καταθέσεις των εναγομένων περιγράφουν την πραγματική κατάσταση, αναφέρουν αληθή γεγονότα, υποβάλλονται με ρη(τ)ή αναφορά στην έκθεση της ελεγκτικής εταιρίας και στις σχετικές ομολογίες της ενάγουσας περί υπεξαίρεσης και εντάσσονται στο νόμιμο καθήκον μαρτυρίας τους, ενώ σχετίζονται άμεσα με το ουσιαστικό αντικείμενο της μήνυσης της 1ης εναγόμενης εταιρίας και στο συνακόλουθο αντικειμενικά αναγκαίο μέσο προάσπισης του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτής (της εταιρίας), της οποίας αποτελούσαν νόμιμοι εκπρόσωποι και όργανα της. Η χρήση των άνω με έντονα γράμματα φράσεων, τα οποία η ενάγουσα θεωρεί δυσφημιστικά και μειωτικά της προσωπικότητας της, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο, όπως αυτό οριοθετήθηκε με την έκθεση ελέγχου, τις ομολογίες της ενάγουσας για υπεξαίρεση, την υποβληθείσα μήνυση και το συναφές αντικείμενο δικαστικής έρευνας, ούτε αποδείχθηκε ότι χρησιμοποίησαν τον τρόπο αυτό για να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, ήτοι χρησιμοποίησαν τις άνω φράσεις με σαφή πρόθεση προσβολής της τιμής της τελευταίας, αφού από την ανάγνωση ολόκληρων των καταθέσεων και όχι αποσπασματικά δεν προκύπτει σκοπός δυσφήμησης ή εξύβρισης της ενάγουσας, δεδομένου ότι οι καταθέσεις τους δεν κατευθύνονται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας, αλλά σκοπός τους ήταν στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας να αποτυπώσουν και να αναδείξουν τι πράγματι συνέβαινε στην εταιρία με το έλλειμμα, αναφέροντας τις διαδικασίες που ακολουθούσε η ενάγουσα. Ήταν δε οι καταθέσεις, όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσμα της έκθεσης των ορκωτών λογιστών της ... και των δηλώσεων - ομολογίας της ενάγουσας περί υπεξαίρεσης, μη δυναμένων περαιτέρω να εξακριβώσουν την αλήθεια ή όχι των διαλαμβανομένων στις καταθέσεις τους ισχυρισμών τους περί του ύψους της υπεξαίρεσης, ενόψει του ότι η εξακρίβωση και η έκταση του ελλείμματος ήταν αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης. Γι αυτό και τα αναφερόμενα ανωτέρω ποσά από τους 3ο ο και 4ο των εκκαλούντων είναι υποκειμενικές και προσωπικές εκτιμήσεις τους. που σχημάτισαν με βάση πάντοτε τις συζητήσεις που γίνονταν στην εταιρία από τα στελέχη της, την έκθεση ελέγχου και τις δηλώσεις της ενάγουσας ότι κατά καιρούς έδινε μαύρα λεφτά και ότι είχε υπεξαιρέσει η ίδια τουλάχιστον 15.000 ε. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών δεν στοιχειοθετείται ούτε απλή δυσφήμηση ή εξύβριση σε βάρος της ενάγουσας με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μήνυση της 1ης εναγομένης και στις καταθέσεις των λοιπών εναγομένων, ώστε να δικαιούται η ενάγουσα αποζημίωση λόγω προσβολής της προσωπικότητας της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα έσφαλε...." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αποδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή των αναφερομένων χρηματικών ποσών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητας της από τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις των αναιρεσιβλήτων της συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μαρτύρων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, α) δεν παρεβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362, 363, 367 του ΠΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 932, 57, 59 ΑΚ εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Η παραδοχή της απόφασης ότι οι καταθέσεις των τριών αναιρεσιβλήτων και ειδικά αυτές των τρίτου και τετάρτου, περί του ύψους του υπεξαιρεθέντος από την αναιρεσείουσα ποσού, αποτελουν υποκειμενικές και προσωπικές τους εκτιμήσεις, δεν στηρίζει το διατακτικό της, αλλά έγινε ως επιχείρημα, για να στηρίξει τη κρίση της περί πεποίθησης των εν λόγω αναιρεσιβλήτων για το αληθές αυτών που κατέθεσαν, και β) δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων επιδίκασης υπέρ της αναιρεσείουσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, υπό τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές και όχι μόνο εκείνες που αποσπασματικά και επιλεκτικά επικαλείται η αναιρεσείουσα, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι αναιρεσίβλητοι, τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της μήνυσης από την πρώτη, όσο και κατά το χρόνο δόσης των ενόρκων καταθέσεων των λοιπών, εύλογα πίστευαν ότι τα όσα ανέφεραν ήσαν αληθή, έτσι ώστε να μην πληρούται το πραγματικό των νομικών εννοιών της συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και να δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατ’ αποδοχή της εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ένστασης των αναιρεσιβλήτων, με την παραδοχή, ότι οι ενέργειες τους, με την έννοια της απλής δυσφήμησης, έγιναν για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους και προς προστασία των συμφερόντων τους, χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισης της αναιρεσείουσας. Η επιλεκτική επισήμανση από την τελευταία της παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι "η μήνυση κατά το χρόνο υποβολής της περιείχε αληθή γεγονότα" σε συνδυασμό με την στη συνέχεια εφαρμογή του άρθρου 367ΠΚ, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές, όπως σαφής είναι και η έννοια της άνω εντός εισαγωγικών παραδοχής του, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κατά το χρόνο υποβολής της μήνυσης πίστευε ότι περιείχε αληθή γεγονότα. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι επικαλούμενες με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης ελλείψεις στην αιτιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης της ελεγκτικής εταιρίας ..., όπως και του περιεχομένου και της αξιολόγησης των ενόρκων καταθέσεων των τριών αναιρεσιβλήτων, αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 (και όχι και 1) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με τις από 20-5-2005 δηλώσεις της ομολόγησε υπεξαίρεση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, διότι κατά τους ισχυρισμούς της, από το περιεχόμενο των δηλώσεων της δεν "προκύπτει ότι αφαίρεσε χρήματα από την εταιρεία και τα ιδιοποιήθηκε, εφόσον τα παρέδιδε στους αναφερόμενους στις δηλώσεις προϊσταμένους της κατ’ εντολή τους". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε ορθά κατέληξε, εκτιμώντας το περιεχόμενό τους, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί σωστό. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της Χ. Τ. για αναίρεση της 4238/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ