Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω







ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 198/2014

Περίληψη

Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο - Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - Ελαφρυντικές περιστάσεις -. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένο στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, το δε συνολικό ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Στην απόφαση προσδιορίζεται η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών αναλυτικά κατά περίπτωση, χρόνο και ποσό (εισόδημα), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά. Αναφέρεται επίσης αναλυτικά ο χρόνος βεβαίωσης των οφειλομένων και μη καταβληθέντων χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο. Περαιτέρω εξειδικεύεται το ύψος των χρεών, τα οποία συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του χρόνου καταβολής τους και μετά τη λήξη κάθε επί μέρους καταβλητέας δόσης, και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών.

Αριθμός 198/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2014,με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κατή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1502/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 3 Ιανουαρίου 2014 προσθέτους λόγους αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 450/2013.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως τα πρόστιμα, οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.

Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου στο παραπάνω αδίκημα μη καταβολής χρεών, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ʼρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αρ. 1502/2013 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά :

"ο κατηγορούμενος στην …, την 1/6/2005 καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένο στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε συνολικό ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "…. ΑΕ". Στις 1/6/2005 ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος της ως άνω εταιρείας στη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών υπέρ του Δημοσίου χρέη από φορολογία εισοδήματος, για το οικονομικό έτος 2003, ποσού 41.246,53 και 178.320,51 και συνολικού ποσού 219.567,04 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, όπως αυτά εμφανίζονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που περιλαμβάνει αριθμό και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος και είδος φόρου, ανάλυση του ποσού το απαιτητό μέρος για κάθε ένα και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων, τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και τελευταίας δόσης, καταβλητέο σε 25 μηνιαίες δόσεις, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τη λήξη του χρόνο καταβολής τους (31-5-2005) ηθελημένα δεν κατέβαλε υπό την ως άνω ιδιότητά του το ως άνω ποσό, το οποίο αναλύεται όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τα ως άνω προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα πρακτικά της παρούσας και δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης τη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό θα του επιβληθεί όμως μειωμένη ποινή διότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2β' του ΠΚ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής περί τούτου ισχυρισμός του. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2ε ΠΚ και συνεπώς ο αυτοτελής περί τούτου ισχυρισμός του πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και αναγνωρίζοντάς του την εναφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β του ΠΚ, τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών με τριετή αναστολή και δη για το ότι:

"Στην … την 01/06/2005, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στις δημόσιες Υπηρεσίες (ΔΟΥ) χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "…. Α.Ε." της οποίας τυγχάνει Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου 21/2005) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 03/03/2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 219.567,04 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, το οποίο αναλύεται ως κατωτέρω:

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 219.567,04 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τις 120.000 ευρώ, για το οποίο έγκλημα κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ορθά εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004 (με χρόνο τελέσεως την 1-6-2005) και όχι του προϊσχύσαντος της 1-1-2004 νομοθετικού καθεστώτος, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, και τα δύο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχουν και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενα σε προσαρτώμενο αναλυτικό και ευκρινή πίνακα χρεών (στο διατακτικό) της αρμόδιας φορολογικής αρχής, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της αποφάσεως. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο διατακτικό αναλυτικό Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών), το είδος των χρεών αναλυτικά κατά περίπτωση, χρόνο και ποσό (εισόδημα), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, σε 25 μηνιαίες δόσεις που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω Πίνακα χρεών και ο χρόνος βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθέντων δύο χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους δύο χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους και μετά τη λήξη κάθε επί μέρους καταβλητέας δόσης, και τέλος μετά πάροδο τεσσάρων μηνών από τη λήξη της τελευταίας δόσης την 31-1-2005. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, γιατί, όπως προεκτέθηκε, ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία. Αναφέρεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα ότι ο κατηγορούμενος είναι υπόχρεος σε καταβολή των παραπάνω βεβαιωμένων χρεών της ανώνυμης εταιρείας " …. ΑΕ", ως Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και ότι ηθελημένα, με γνώση των χρεών, δεν κατέβαλε καμία δόση από τα χρέη αυτά, που αφορούσαν μη καταβολή βεβαιωθέντων χρεών από μη καταβολή φόρου εισοδήματος, χρέους καταβλητέου σε 25 μηνιαίας δόσεις, με ημερομηνία λήξης πρώτης δόσης την 29-3-2003 και με τελευταία δόση καταβλητέα στις 31-1-2005, με χρόνο τελέσεως ορθά κατά τον εφαρμοστέο νόμο 3220/2004, μετά παρέλευση τεσσάρων μηνών από την τελευταία δόση, ήτοι την 1-6-2005, χωρίς να απαιτείται άλλη αιτιολόγηση του δόλου αυτού, αφού κατά το νόμο δεν απαιτείται συνδρομή κακοβουλίας. Επομένως, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε "την απαλλαγή του κατηγορουμένου, άλλως την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 β' και ε' του ΠΚ". Το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β' ΠΚ και απέρριψε τη δεύτερη αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ, με αιτιολογία ότι "δεν συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ ". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, η οποία απορρίφθηκε, όπως προβλήθηκε, ήταν απαράδεκτος ως παντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως που την προβλέπει, χωρίς να αναφερθούν πραγματικά περιστατικά που να τη θεμελιώνουν. Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του αόριστου αυτού ισχυρισμού και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' ΚΠΔ, κύριος και πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας απόρριψης του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαʽβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ʼρειο Πάγο ακόʽη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύʽφωνα ʽε τις ειδικές διατάξεις του Οργανισʽού των δικαστηρίων εξ' αιτίας κακής σύνθεσής του. Κατά δε το άρθρο 17 στοιχ. β' του ΚΟΔΚΔΛ (ν.1756/1988), ορίζεται ότι "σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθʽός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται ʽε κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριʽελούς συʽβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαʽβάνει κατ' αρχαιότητα και ʽε αριθμητική σειρά τα ονόʽατα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριʽελών εφετείων (παρ. 3). Η ʽη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10)". Όʽως, παρεκτός του ότι στο Εφετείο Αθηνών, δεδοʽένου ότι προβλέπεται σε αυτό οργανικός αριθʽός ʽεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) δικαστών, σύʽφωνα ʽε το νόʽο, η σύνθεση των δικαστών των ποινικών Δικαστηρίων γίνεται ʽε κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση, ούτε να αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών του Εφετείου και οι αρχαιότεροι του άνω δικαστή εφέτες, και δεν εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο ʽε την οποία ο προεδρεύων εφέτης ορίστηκε ως αναπληρωτής των κωλυοʽένων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων του εφετών, και εποʽένως δεν υπάρχει κακή σύνθεση από τη μη αναφορά στα πρακτικά του λόγου αναπλήρωσης του Προέδρου Εφετών από Εφέτη και δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, αν η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του ΚΟΔΚΔΛ συνεπάγεται ακυρότητα, αυτή καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Τέτοια, όʽως, πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα επισκοπούʽενα πρακτικά της προσβαλλόʽενης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι προβλήθηκε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος σχετικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, εκ του ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτήθηκε με προεδρεύουσα την εφέτη Ελένη Βουγιούκα, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση το κώλυμα του προέδρου εφετών και των αρχαιοτέρων αυτής εφετών, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιʽος (ΑΠ 422/2012). Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με το από 3-1-2014 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2013 αίτηση του Α. Μ. του Χ., μετά των από 3-1-2014 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αρ. 1502/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ