Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1514/2016

Περίληψη

Τοκογλυφία - Ελαφρυντικές περιστάσεις - Κατ' εξακολούθηση έγκλημα -. Το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, οι οποίοι τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφ' ενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφ' ετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για τοκογλυφία. Ο κατηγορούμενος χορήγησε στον πολιτικώς ενάγοντα δάνειο, του οποίου η πληρωμή παρατάθηκε λόγω αδυναμίας του πολιτικώς ενάγοντος να το επιτρέψει, με αποτέλεσμα το τελικώς συμφωνηθέν ετήσιο επιτόκιο να ανέρχεται σε 50%, το οποίο υπερβαίνει το νόμιμο ποσοστό τόκου.

ΑΡΙΘΜΟΣ 1514/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νουζέλα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.1014/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1131/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση με αριθμό …/20-10-2015 του Σ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1014/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Η συζήτηση, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο ερημοδικών πολιτικώς ενάγων, ο οποίος αν και είχε κλητευθεί από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 5-4-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη σημερινή συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την 749/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εν τούτοις δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατ’ αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 1 και 2 ΠΚ (1) "όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία, ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή" (2) "με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, β) και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση.. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με αυτές προβλέπονται δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες πράξεις τοκογλυφίας και ειδικότερα στη μεν παράγραφο 1 η της εν στενή έννοια αισχροκέρδειας ή καταπλεονεκτήσεως που συνίσταται, πλην άλλων, στην κατά τη σύναψη της εν αυτή πιστωτικής δικαιοπραξίας εκμετάλλευση της ανάγκης κλπ του λαμβάνοντος την πίστωση στη δε παράγραφον 2 η της κυρίως τοκογλυφίας που συνίσταται στην από τον παρέχοντα το δάνειο συνομολόγηση ή τη λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά τη σύναψη, παράταση ή ανανέωση συμβάσεως δανείου (χρημάτων) και όχι άλλης πιστωτικής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσαπαιτείται η εκμετάλλευση του λαμβάνοντος το δάνειο, καθόσον αυτή απαιτείται μόνο για τη συνομολόγηση της αισχροκερδούς πιστωτικής δικαιοπραξίας της παραγράφου 1. Από τη διάταξη της παραγράφου 2 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο, περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, την οποία αποτελεί και η λήψη από τον δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Το έγκλημα αυτό, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφ’ ενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφ’ ετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. "Συνομολόγηση" είναι η αποτύπωση της συμφωνίας μεταξύ λήπτη και δανειστή για παροχή από τον πρώτο τοκογλυφικών ωφελημάτων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου. Ως "λήψη" τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιόγραφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νόμιμους, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη εισπράξεως. Η συγκεκριμένη μορφή του εγκλήματος της τοκογλυφίας θεωρείται τετελεσμένη και μόνο με τη "συνομολόγηση" της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα τόσο κατά την αρχική σύναψη, όσο και κατά τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενο κεφάλαιο συμπεριλαμβάνονται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο στο οριστικό κεφάλαιο. (ΑΠ 876/2014, ΑΠ 1581/2013, ΑΠ 877/2013, ΑΠ1034/2008).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 876/2014, ΑΠ 1581/2013, ΑΠ 877/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. E’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 1014/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό ένοχος τοκογλυφίας (άρθ.404 παρ. 2 α’ ΠΚ) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ. Στο αιτιολογικό της 1014/2015 αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη και μνημονεύει κατ’ είδος (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα και ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης και τα αναγνωσθέντα έγγραφα) αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, του ως άνω δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος γνώριζε τον πολιτικώς ενάγοντα από σειρά ετών, καθώς ο τελευταίος, που ήταν εργολάβος οικοδομών και οικοδόμος, είχε αναλάβει στον παρελθόν την ανέγερση της κατοικίας του κατηγορουμένου, αμφότεροι δε ανήκουν στην Εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Περί τα τέλη του έτους 2007 με αρχές του 2008, ο πολιτικώς ενάγων του εμπιστεύτηκε πως βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και είχε ανάγκη να βρει ποσό 30.000,00 ευρώ για την κάλυψη των άμεσων οικονομικών του αναγκών, οπότε ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει χορηγώντας του ισόποσο δάνειο. Κατά τον άνω χρόνο, ουδεμία συζήτηση έγινε σχετικά με το χρόνο λήξης του δανείου ούτε για το αν αυτό θα ήταν έντοκο και για το τυχόν ύψος του τόκου, παρά μόνο ο κατηγορούμενος του ζήτησε να φέρει μαζί του μπλοκ επιταγών. Αυτοί ξανασυναντήθηκαν στις αρχές Ιανουαρίου του 2008, οπότε συνομολόγησαν την παροχή δανείου προς τον πολιτικώς ενάγοντα ύψους 30.000,00 ευρώ, με τη συμφωνία να αποδώσει ο τελευταίος τμηματικά και δη, ποσό 22.000,00 ευρώ στις 28-2-2008 και ποσό 11.000,00 ευρώ στις 24-4-2008.

Προκειμένου να του χορηγήσει το άνω δάνειο και προς εξασφάλιση της απαίτησής του ο κατηγορούμενος υποχρέωσε τον πολιτικώς ενάγοντα να εκδώσει σε διαταγή του ιδίου και να του παραδώσει τρεις επιταγές ποσού 11.000,00 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνίες η μεν πρώτη και η δεύτερη την 28/2/2008 και η τρίτη την 28/4/2008. Σε αυτές ενσωματώνονταν το ληφθέν από τον τελευταίο κεφάλαιο των 30.000,00 ευρώ (10.000,00 Χ 3 επιταγές) και τόκοι ύψους 1.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα δύο μηνών για καθεμία από τις δύο πρώτες επιταγές και τεσσάρων μηνών για την τρίτη επιταγή, οι οποίοι υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό δικαιοπρακτικού τόκου, καθώς, όπως προκύπτει από 29/2/2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, η συμφωνία απόδοσης του κάθε επιμέρους ποσού του δανείου, με αποτέλεσμα τούτος ν’ αποκομίζει κατά το αντίστοιχο διάστημα πολύ μεγαλύτερο ποσό τόκου. Μια ημέρα πριν τη λήξη των δύο πρώτων επιταγών και συγκεκριμένα την 27-2-2008, ο πολιτικώς ενάγων ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι αδυνατούσε να επιστρέψει εμπρόθεσμα το ποσό τους, συνολικού ύψους 22.000,00 ευρώ και συμφώνησαν να του χορηγήσει παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής τους, προς το σκοπό δε αυτό, σε ανανέωση της προΰφιστάμενης ως άνω οφειλής του και προς εξασφάλιση επιστροφής του ποσού στη νέα ημερομηνία, ο πολιτικώς ενάγων εξέδωσε σε διαταγή του ιδίου, και ο κατηγορούμενος, αφού επέστρεψε τις δύο πρώτες επιταγές που είχε στα χέρια του, έλαβε άλλες δύο επιταγές ποσού 11.000,00 ευρώ η καθεμία, που η πρώτη έληγε την 28/4/2008 (ημερομηνία που έφερε αρχικώς εκδοθείσα τρίτη επιταγή). Έκτοτε και μέχρι την 7/3/2010 συνομολογούνταν διαδοχικές παρατάσεις της προθεσμίας αποπληρωμής των κάθε φορά εκδιδόμενων από τον πολιτικώς ενάγοντα επιταγών και λήψη από τον κατηγορούμενο των νέων μεταχρονολογημένων επιταγών με νεώτερη μετά δίμηνο ημερομηνία έκδοσης (λήξης). Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του αποδέχθηκε το ύψος του αρχικού δανείου (30.000 ευρώ) που συνήψε με τον πολιτικώς ενάγοντα εντός του προαναφερόμενου διαστήματος, το χρόνο λήξης του και το αποδοτέο ποσό, όπως και τη λήψη από αυτόν των τριών επιταγών ποσού 11.000 ευρώ η κάθε μια και τη μετά δίμηνο και τετράμηνο αντίστοιχα λήξη τους, ομολογώντας έτσι έμμεσα τόσο τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων όσο και τη λήψη τέτοιων τοκογλυφικών ωφελημάτων, με αξιόγραφα (επιταγές), που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, κατά τα προαναφερόμενα, δηλαδή ομολόγησε την τέλεση της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη. Επίσης, ομολόγησε τις έκτοτε συμφωνηθείσες μεταξύ τους διαδοχικές παρατάσεις της προθεσμίας αποπληρωμής των επιταγών, που εξέδιδε ο πολιτικώς ενάγων, επί δίμηνο, όπως και τη λήψη τους από τον ίδιο (κατηγορούμενο), πλην όμως αρνείται ότι προκειμένου να χορηγήσει τις παρατάσεις αυτές ελάμβανε κάθε φορά ποσό 2.000,00 ή 1.000,00 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο αντίδικός του.

Ειδικότερα, ο τελευταίος ισχυρίζεται (βλ. το περιεχόμενο της υπ’ αριθ. καταθ. 230/14-11-2013 ανακοπής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης) ότι την 27-2-2008, με σκοπό την ανανέωση του χρέους από τις δύο πρώτες επιταγές λήξεως 28-2-2008, ποσού 11.000 ευρώ η καθεμία, και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του αντίστοιχου επιμέρους ποσού του δανείου, αφενός μεν εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο προς αντικατάστασή τους τις υπ’ αριθ. ... (προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία) επιταγές ποσού 11.000 ευρώ η καθεμία με ημερομηνία λήξης την 28-4-2008 και την 30-6-2008 αντίστοιχα, αφετέρου δε κατέβαλε στον κατηγορούμενο ποσό 2.000,00 ευρώ σε μετρητά. Την 27-4-2008, δηλαδή μία ημέρα πριν τη λήξη της αρχικώς εκδοθείσας ως τρίτη κατά σειρά επιταγής, αλλά και της υπ’ αριθ. ... επιταγής, με σκοπό την ανανέωση του χρέους του από αυτές και την ημέρα πριν τη λήξη της αρχικώς εκδοθείσας ως τρίτη κατά σειρά επιταγής, αλλά και της υπ’ αριθ. ... επιταγής, με σκοπό την ανανέωση του χρέους του από αυτές και την παράταση της προθεσμίας καταβολής του ποσού τους, αφενός μεν εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο προς αντικατάστασή τους τις υπ’ αριθ. ... επιταγές ποσού 11.000 ευρώ η καθεμία με ημερομηνία λήξης την 28-6-2008 και την 30-8-2008 και αντίστοιχα, αφετέρου δε κατέβαλε στον κατηγορούμενο ποσό 2.000.00 ευρώ σε μετρητά. Την 27-6-2008, δηλαδή πριν τη λήξη των υπ’ αριθ. ... επιταγών, με σκοπό την ανανέωση του χρέους του από αυτές και την παράταση της προθεσμίας καταβολής τους, αφενός μεν εξέδωσε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο προς αντικατάστασή τους τις υπ’ αριθ. ... ισόποσες επιταγές με ημερομηνία λήξης την 30-8-2008 και την 30-9-2008 αντίστοιχα, αφετέρου δε κατέβαλε στον κατηγορούμενο ποσό 2.000,00 ευρώ σε μετρητά. Δηλαδή, ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και την 27-6-2008, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του άνω δανείου, συνομολόγησε και έλαβε τοκογλυφικά ωφελήματα, τόσο με τη λήψη των προαναφερόμενων επιταγών, που ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους (ποσού 1.000,00 ευρώ η κάθε επιταγή για κεφάλαιο 10.000,00 ευρώ), δοθέντος ότι το κατά νόμο θεμιτό επιτόκιο ανερχόταν σε 10% για όλο το χρονικό διάστημα από 1/1/2008 έως 8/7/2008, και όχι για το μικρότερο χρονικό διάστημα των δύο μηνών, που αφορούσε η συμφωνία απόδοσης του κάθε επιμέρους ποσού του δανείου, όσο και με τη λήψη συνολικού ποσού 6.000,00 ευρώ (2.000 Χ 3 φορές) σε μετρητά.

Ότι περαιτέρω, την 13-8-2008, προς μερική εξόφληση του άνω χρέους, ο κατηγορούμενος έλαβε από τον πολιτικώς ενάγοντα ποσό 4.000,00 ευρώ σε μετρητά, επιπλέον δε τις υπ’ αριθ. ... επιταγές ποσού 11.000 ευρώ η καθεμία με ημερομηνία λήξης την 30-1-2009, την 28-2-2009 και την 28-2-2009 αντίστοιχα (προσκομιζόμενες σε φωτοτυπία), προς αντικατάσταση των τριών προηγούμενων λήξεως την 30-8-2008 (υπ’ αριθ. ...) και την 30-9-2008 (υπ’ αριθ. ...). Ότι την 30-1-2009 κατέβαλε στον κατηγορούμενο επιπλέον ποσό 2.000,00 ευρώ, καθώς επίσης εξέδωσε και του παρέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή με ημερομηνία 30-3-2009 ποσού 11.000,00 ευρώ (προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία), δηλαδή, μέχρι τον άνω χρόνο κατέβαλε στον κατηγορούμενο συνολικό ποσό 12.000,00 ευρώ (6.000 + 4.000 + 2.000). Ότι στις 27-2-2009 ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε την επιστροφή μίας εκ των επιταγών των 11.000 ευρώ, πλην όμως ο κατηγορούμενος, αν και αναγνώρισε την καταβολή από αυτόν συνολικού ποσού 12.000 ευρώ, αρνήθηκε να του παραδώσει την επιταγή, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει όλες μαζί τις επιταγές με την πλήρη εξόφληση του ποσού τους, καθόσον μέχρι τότε τήρησε τη συμφωνία τους και δεν τις εμφάνισε, οπότε ο πολιτικώς ενάγων του κατέβαλε επιπλέον ποσό 2.000,00 ευρώ, καθώς επίσης εξέδωσε σε διαταγή του ιδίου και παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 22.000,00 ευρώ με ημερομηνία 30-4-2009 (προσκομιζόμενη σε στον κατηγορούμενο το ποσό των 1.000,00 ευρώ, ότι την 30-4-2009, προς αντικατάσταση της υπ’ αριθ. ... επιταγής ποσού 22.000,00 ευρώ εξέδωσε και του παρέδωσε τις υπ’ αριθ. ... επιταγές, ποσού 11.000,00 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνία λήξης την 30-7-2009 και την 30-10-2009, και επιπλέον κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 2.000,00 ευρώ, την δε 28-5-2009 προς αντικατάσταση της υπ’ αριθ. ... επιταγής εξέδωσε και του παρέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 11.000,00 ευρώ με ημερομηνία 30-11-2009 και επιπλέον κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 2.000,00 ευρώ. Ότι την 25-7-2009 ζήτησε και πάλι να βρουν λογαριασμό και συμφώνησαν να ανανεώσουν τις δύο επόμενες επιταγές που έληγαν και να του παραδώσει μία ακόμη ποσού 4.000,00 ευρώ πλέον 180,00 ευρώ για "έξοδα", οπότε πλέον ο πολιτικώς ενάγων εξέδωσε σε διαταγή του ιδίου την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 22.000,00 ευρώ με ημερομηνία 28-2-2010 (προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία), καθώς και την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 4.180,00 ευρώ με ημερομηνία 30-11-2009, σε διαταγή του κατηγορουμένου (προσκομιζόμενη σε φωτοτυπία), όπως επίσης κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 2.000,00 ευρώ. Ότι την 25-11-2009, την 20-2-2010 και την 7-3-2010, κατέβαλε στον κατηγορούμενο 4.000,00 ευρώ, 4.000,00 ευρώ και 3.000,00 ευρώ αντίστοιχα, διότι δεν είχε πλέον άλλα φύλλα στο μπλοκ των επιταγών του και προκειμένου να μην σφραγίσει τις επιταγές που είχε στα χέρια του, εντούτοις ο τελευταίος την 8-3-2010 εμφάνισε την υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 22.000,00 ευρώ με ημερομηνία 28-2-2010, η οποία σφραγίστηκε ως ακάλυπτη (βλ. τη σχετική βεβαίωση της πληρώτριας Εθνικής Τράπεζας στην οπίσθια όψη του σώματος της επιταγής). Ότι, μετά ταύτα, στις 8-4-2010, οπότε και έληγε η προθεσμία εξάλειψης της αναγγελίας της σφραγισμένης επιταγής του στον "Τειρεσία" αναγκάστηκε να υπογράψει το από 8-4-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος του προσέφερε χρηματικό δάνειο ύψους 35.000,00 ευρώ και προς πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του ο πολιτικώς ενάγων αποδέχθηκε επτά συναλλαγματικές ποσού 5.000,00 ευρώ εκάστη, εκδόσεως του κατηγορουμένου, λήξεως την 30-5-2010, την 30-6-2010, την 30-7-2010, την 30-8-2010, την 30-9-2010, την 30-10-2010 και την 30-11-2010. Κατόπιν τούτου, ο τελευταίος του επέστρεψε την υπ’ αριθ. ... επιταγή με ημερομηνία 30-1-2010 ποσού 11.000,00 ευρώ, επί της οποίας ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων - όπως παραδέχθηκε - αναγκάστηκε να αλλάξει το ποσό της σε 16.500 και την ημερομηνία της σε 30-3-2010, καθώς και το ποσό της ολογράφως (βλ. το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της επιταγής, που φέρει την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος στις εν λόγω παρεγγραφές), την επιταγή ποσού 4.180,00 ευρώ, καθώς και τη σφραγισμένη επιταγή, την οποία διέγραψε από τον "Τειρεσία".

Λόγω μη πληρωμής των δύο τελευταίων συναλλαγματικών λήξης 30-10-2010 και 30-11-2010, που αναφέρονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο κατηγορούμενος ζήτησε με την από 18-10-2013 αίτησή του και πέτυχε σε βάρος του πολικώς ενάγοντος την και 30-11-2010, που αναφέρονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο κατηγορούμενος ζήτησε με την από 18-10-2013 αίτησή του και πέτυχε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την έκδοση της υπ’ αριθ. 884/2013 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κατερίνης, με την οποία ο τελευταίος διατάχθηκε να του καταβάλει το ποσό των 10.000,00 ευρώ νομιμότοκα από τη λήξη της κάθε συναλλαγματικής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του πολιτικώς ενάγοντος περί καταβολής σε μετρητά συνολικού ποσού 32.000,00 ευρώ (12.000,00 + 2.000,00 + 1.000,00 + 2.000,00 + 2.000,00 + 2.000,00 + 4.000,00 + 4.000,00 + 3.000,00) ως επιπλέον αθέμιτου τόκου για την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του δανείου του και τη συνεχή αντικατάσταση των προαναφερόμενων επιταγών των 11.000,00 ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα, δεν προκύπτει από κάποια έγγραφη ή μαρτυρική απόδειξη, καθώς, όπως εξέθεσε ο τελευταίος στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να υπογράψει κάποιο έγγραφο ή να βρίσκεται τρίτο πρόσωπο σε όλες τις παραπάνω συναλλαγές τους. Ωστόσο, το Δικαστήριο δέχεται, ενόψει και της αρχικής συνομολόγησης του δανείου με τοκογλυφικούς τόκους, ότι και η ανά δίμηνο παράταση της προθεσμίας λήξης του με την αντικατάσταση των προς τούτο εκδοθέντων από τον πολιτικώς ενάγοντα επιταγών και μάλιστα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (από Φεβρουάριο του 2008 έως την 8-4-2010, που υπογράφηκε το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό), δεν θα ήταν δυνατό να γίνει χωρίς τη λήψη τέτοιων όμοιων ωφελημάτων από τον κατηγορούμενο, έστω κι αν τα ποσά που αυτός έλαβε δεν ενσωματώνονταν στο ποσό των αξιογράφων.

Εξαίρεση αποτελούν όμως η υπ’ αριθ. ... επιταγή, που το ποσό της "διορθώθηκε" από 11.000,00 ευρώ σε 16.500,00 ευρώ, καθώς και η υπ’ αριθ. ... επιταγή ποσού 4.180,00 ευρώ με ημερομηνία 30-11-2009, που ο πολιτικώς ενάγων εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου και δεν φαίνεται να αποτελούν ανανέωση ποσού κάποιας επιταγής, αλλά ούτε να ενσωματώνουν απαίτηση του τελευταίου από άλλο δάνειο, όπως όψιμα, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, και όλως αόριστα ο τελευταίος ισχυρίζεται. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος ομολόγησε πώς ο πολιτικώς ενάγων του κατέβαλε γύρω στα 8.500 ευρώ, ο δε μάρτυρας υιός κατέθεσε ότι ο τελευταίος κατέβαλε 8.000-10.000 ευρώ. Πέραν δε τούτου, εφόσον ο πολιτικώς ενάγων επί τριετία αποδείχθηκε αφερέγγυος ζητώντας συνεχώς αντικαταστάσεις των επιταγών και δοθέντος ότι είχε στα χέρια του τις άνω συναλλαγματικές θα είχε επιδιώξει την είσπραξη όλου του ποσού τους και όχι μόνο των δύο τελευταίων εξ αυτών πριν την παραγραφή τους. Τέλος, πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη κι αν ο κατηγορούμενος δεν είχε εισπράξει το ποσό των 30.000 ευρώ ως τόκο του αρχικού ισόποσου δανείου, το έγκλημα της τοκογλυφίας κατ’ εξακολούθηση και πάλι θα είχε τελεστεί με την εξακολουθητική λήψη των επιταγών που εξέδιδε ο πολιτικώς ενάγων κατ’ αντικατάσταση των τριών πρώτων, οι οποίες ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη των αναφερόμενων σ’ αυτών ποσών, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, αφού καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που τελέστηκε η 8/7/2008, σε 10,25 % από 9/7/2008 έως 7/10/2008, από 9/10/2008 έως 11/11/2008 σε 9,25 %, σε 8,75% από 12/11/2008 έως 9/12/2008, σε 8% 10/12/2008 έως 10/3/2009, σε 7,5% από 11/3/2009 έως 7/4/2009, σε 7,25 % 8/4/2009 έως 12/5/2009, σε 6,75 % από 13/5/2009 έως 12/4/2011, ενώ οι δίμηνης προθεσμίας από την έκδοσή τους επιταγές, ποσού 11.000,00 ευρώ, ενσωμάτωναν δικαιοπρακτικό επιτόκιο 10% ποσού 1.000,00 ευρώ. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο".

Ακολούθως η προσβαλλομένη απόφαση κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην Κατερίνη κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιανουαρίου του 2008 έως την 07/3/2010 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά την παροχή και την παράταση προθεσμίας πληρωμής δανείου συνομολόγησε και στη συνέχεια έλαβε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Συγκεκριμένα, στις αρχές Ιανουαρίου του 2008 δάνεισε στον εγκαλούντα Α. Μ. του Κ. το ποσό των 30.000 ευρώ με τον όρο μέρος του δανεισθέντος ποσού ύψους 20.000 ευρώ να του επιστραφεί την 28/2/2008 με τόκο 2.000 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό ύψους 10.000 ευρώ να του επιστραφεί την 28/4/2008 με τόκο 1.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απαίτησης του αυτής έλαβε από τον εγκαλούντα ισόποσες επιταγές εκδόσεως του. Επειδή ο ανωτέρω εγκαλών αδυνατούσε να επιστρέψει εμπρόθεσμα το κεφάλαιο του ληφθέντος δανείου, ο κατηγορούμενος συμφώνησε να του χορηγήσει διαδοχικές παρατάσεις της προθεσμίας αποπληρωμής μέχρι την 7/3/2010, λαμβάνοντας κάθε φορά προς εξασφάλιση της απαίτησης του ισόποσες επιταγές εκδόσεως του εγκαλούντα και εισπράττοντας ως τόκο: α) την 27/2/2008 το ποσό των 2.000 ευρώ, β) την 27/4/2008 το ποσό των 2.000 ευρώ, γ) την 27-6-2008 το ποσό των 2.000 ευρώ, δ) την 13/8/2008 το ποσό των 4. 000 ευρώ, ε) την 30-1-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ, στ) την 27/2/2009 το ποσό των 2.000 ευρώ, ζ) την 30-3-2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, η) την 30-4-2009 το ποσό των 2.000 ευρώ, θ) την 28/5/2009 το ποσό των 2.000 ευρώ, ι) την 25/7/2009 το ποσό των 2.000 ευρώ, ια) την 25/11/2009 το ποσό των 4.000 ευρώ, ιβ) την 20/2/2010 το ποσό των 4.000 ευρώ, ιγ) την 7/3/2010 το ποσό των 3.000 ευρώ, δηλαδή από την χορήγηση του αρχικού δανείου των 30.000 ευρώ και για περίπου 26 μήνες εισέπραξε ως τόκο το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ (μέσο ετήσιο επιτόκιο περίπου 50%, ενώ το επιτρεπόμενο ετήσιο δικαιοπρακτικό επιτόκιο για το χρονικό διάστημα από 1/1/2008 έως 8/7/2008 σε 10%, από 9/7/2008 έως 7/10/2008 σε 10,25 %, την 8/10/2008 σε 9,75 %, από 9/10/2008 έως 11/11/2008 σε 9,25 %, από 12/11/2008 έως 9/12/2008 σε 8,75%, από 10/12/2008 έως 9/7/2008 έως 7/10/2008 σε 10,25 %, την 8/10/2008 σε 9,75 %, από 9/10/2008 έως 11/11/2008 σε 9,25 %, από 12/11/2008 έως 9/12/2008 σε 8,75%, από 10/12/2008 έως 10/3/2009 σε

8%, από 11/3/2009 έως 7/4/2009 σε 7,5%, από 8/4/2009 έως 12/5/2009 σε 7,25%, από 13/5/2009 έως 12/4/2011 σε 6,75 %".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα άνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε (επιδιώξεως-εκπληρώσεως-τοκογλυφικών ωφελημάτων) ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,18,26 παρ.1 α, 27 παρ. 1,98,404 παρ.2α-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι, ο κατηγορούμενος στις αρχές Ιανουαρίου χορήγησε στον πολιτικώς ενάγοντα δάνειο ποσού 30.000 ευρώ με τη συμφωνία ο τελευταίος να αποδώσει 22.000 στις 28-2-2008 και 11.000 στις 24-2-2008, ότι συνομολόγησε για αυτό το χρονικό διάστημα τόκους 3.000 ευρώ, οι οποίοι υπερέβαιναν το νόμιμο ποσοστό, ότι ο πολιτικώς ενάγων εξέδωσε και του παρέδωσε τρεις επιταγές ποσού 11.000 η κάθε μια, με ημερομηνίες εκδόσεως την 28-2-2008 η πρώτη και η δεύτερη και την 28-4-2008 η τρίτη, ήτοι επιταγές συνολικού ποσού 33.000 ευρώ που ενσωμάτωναν το κεφάλαιο και τους τόκους των 3.000 ευρώ, ότι από την 27-2-2008 λόγω αδυναμίας του πολιτικώς ενάγοντα να επιστρέψει το ληφθέν δάνειο, ο κατηγορούμενος συμφώνησε και χορήγησε στον πρώτο διαδοχικές παρατάσεις της προθεσμίας αποπληρωμής λαμβάνοντας όμως κάθε φορά προς εξασφάλισή της απαίτησης του ισόποσες επιταγές εκδόσεως του πολιτικώς ενάγοντος και εισπράττοντας από την 27-2-2008 μέχρι την 7-3-2010, δηλαδή για χρονικό διάστημα 26 μηνών περίπου για το ως άνω αρχικό δάνειο των 30.000 ευρώ ως τόκους συνολικά 30.000 ευρώ, ήτοι με ετήσιο επιτόκιο 50%, το οποίο υπερβαίνει το νόμιμο ποσοστό τόκου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει τα παράνομα περιουσιακά ωφελήματα που απεκόμισε από την, κατ’ αυτόν, υποτιθέμενη τοκογλυφική και αισχροκερδή συναλλαγή, ότι δεν ερεύνησε την ύπαρξη του αναγκαίου έστω ενδεχόμενου δόλου, αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο, δηλαδή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συνομολόγησης και της εκμετάλλευσης της ανάγκης του υποτιθέμενου "άπειρου" και θύματος της τοκογλυφίας από ένα συνταξιούχο, και ότι δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε τους νομικούς συλλογισμούς περί υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, είναι αβάσιμες και απορριπτέες και τούτο διότι: Κατά τα προαναφερθέντα, αφενός μεν η κρινόμενη υπόθεση αφορά κυρίως τοκογλυφία και δεν πρόκειται για αισχροκερδή δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η εκμετάλλευση του λαμβάνοντος το δάνειο, αφετέρου δε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς του με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α’ , 27 παρ.1 α, 98, 404 παρ.2, 98, 404 παρ.2 α-1 ΠΚ. ’λλωστε, αναφορικά με την ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, καθόσον ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι πράγματι υπάρχει σε κάθε περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Επίσης και οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτουν οι φερόμενες καταβολές του πολιτικώς ενάγοντος, ότι ο ίδιος δάνειζε λαμβάνοντας υποσχέσεις και αξιόγραφα χωρίς καμία αξία, ότι ο πολιτικώς ενάγων περιέπεσε σε αντιφάσεις και δικαιολόγησε τη μορφή εκβιασμού ή απειλής εξαιτίας των οποίων αυτός εξαναγκάστηκε να υπογράψει το από 8-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, και ότι είναι ψευδής και ανυπόστατη η σε βάρος του κατηγορία, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτες.

Συνεπώς, οι σχετικοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της οικείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, όπως αναφέρθηκε, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (ΑΠ 259/2014).

Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό α’ ) "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σ’ όλες τις πιο πάνω μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ώστε, στην περίπτωση που αποδειχθούν, να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως (ΑΠ 259/2014, ΑΠ 168/2014, ΑΠ 1171/2013 και ΑΠ 1158/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του, ότι "ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν έχει απασχολήσει άλλοτε το Δικαστήριο". Όμως ο εν λόγω ισχυρισμός όπως διατυπώθηκε ήταν αόριστος και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να αιτιολογήσει την απόρριψη αυτού, αφού δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της των πράξεων, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται επιπλέον θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Όμως παρόλα αυτά το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό ως αόριστο με την αιτιολογία ότι "δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου συγκεκριμένα, θετικά περιστατικά έντιμης εν γένει ζωής, δηλαδή θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς που ορίζονται στο στοιχείο α’ της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ, δηλαδή δεν αναφέρονται συγκεκριμένες θετικές πράξεις δηλωτικές του προτέρου εντίμου ατομικού, οικογενειακού, επαγγελματικού και γενικά κοινωνικού βίου του, αφού εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η επίκληση και η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου συνεκτιμάται, αλλά δεν αρκεί για να αναγνωριστεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση". Η αιτιολογία αυτή, προς απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.

Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111,112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β’ , 370 στοιχ β’ και511 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόμη και στον ’ρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ’ αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος όμως κρίθηκε βάσιμος. (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας φερόμενη ότι τελέστηκε στο χρονικό διάστημα από αρχές Ιανουαρίου 2008 μέχρι την 7-3-2010, εκδικασθείσα δε σε δεύτερο βαθμό στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης την 29-Σεπτεμβρίου 2015, ήτοι πριν συμπληρωθεί οκταετία από την έναρξη του χρόνου τελέσεως της πράξεως, δεν υπέκυψε σε παραγραφή, ως μη παρελθόντος μέχρι την 25-9-2015 χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της τελέσεώς της και επομένως, αφού δεν υπάρχει, κατά τα παραπάνω, ουδείς βάσιμος λόγος αναιρέσεως, δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο ενώπιον του Αρείου Πάγου σε επιδικία. Επομένως, ο, κατ’ εκτίμηση σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για τον λόγο ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε αυτεπάγγελτα την παραγραφή, ως θεσμό δημόσιας τάξεως, μολονότι έχει παρέλθει οκταετία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. . Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2015 αίτηση του Σ. Π., κατοίκου Δ.Δ. … Δήμου Κατερίνης Νομού Πιερίας, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1014/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ