Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
Απόφαση 1479/2013

Περίληψη 

Βίαιη διακοπή δίκης - Πώληση ακινήτου - Νομικά ελαττώματα -Αποζημίωση - Αναίρεση - Αιτιολογικό απόφασης - Έννομο συμφέρον - Δικαστική πραγματογνωμοσύνης - Ελεύθερη εκτίμηση - Δίκη έφεσης - Νέα αποδεικτικά μέσα-. Πώληση ακινήτου. Η κήρυξη ακινήτου ως ρυμοτομουμένου θεωρείται ως νομικό ελάττωμα. Δικαίωμα του αγοραστή να ζητήσει αποζημίωση. Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, για την ύπαρξη υποχρέωσης αποζημίωσης απαιτείται να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νομίμου λόγου της ευθύνης και της ζημίας που επήλθε. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ενόψει των περιστάσεων ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τη ζημία που έγινε. Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της για την αποτροπή δεδικασμένου. Ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. Η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ’ έφεση δίκη. Επιτρέπεται εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, διότι, κατά την κυριαρχική κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η από βαριά αμέλεια.



Αριθμός 1479/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

    Της αναιρεσείουσας: ʼ. συζύγου Α. (Ι.) Α., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σωτηρίου και κατέθεσε προτάσεις.

    Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Α. Κ., το γένος ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Φ. Φ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κοσμά Στραβόλαιμου και κατέθεσε προτάσεις.

    Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Απόστολος Αποστολίδης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Α. Κ., το γένος Α. Ρ. απεβίωσε στις 31/10/2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 3/35/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής 1) Α. Ρ. του Κ.-Κ. και 2) Β. Ρ. του Κ.-Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/1992 αγωγή των ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8/5/1992 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση του 2ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/1993, 2558/2005 μη οριστικές και η 2425/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1586/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/7/2011 αίτησή της.

    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

    Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. χήρα Α. Κ., απεβίωσε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3 /2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων) στις 31.10.2011, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (21.7.2011), κατέλιπε δε μοναδικούς ως εκ διαθήκης κληρονόμους της τους Α. Κ. - Κ. Ρ. και Β. σύζυγο Γ. Μ., το γένος Κ. - Κ. Ρ. ( βλ. το με αριθ. 322/27.1.2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσιεύσεως της υπ' αριθ. .../7/3/2010 δημοσίας διαθήκης της αποβιωσάσης Ε. Κ., που συντάχθηκε ενώπιον της σ/φου Αθηνών Ε.Π.Π., ως και το υπ' αριθ .../2012 πιστοποιητικό του Γραμματέως Πρωτοδικών Αθηνών περί μη αφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος των ως άνω κληρονόμων της Ε. Κ. ), οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το γεγονός του θανάτου της ως άνω δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη, όπως προκύπτει από το υπ` αριθ. .../19.12.2012 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.Ρ.-Κ., που κατέθεσε ο παρασταθείς δικηγόρος τους. Επομένως νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τους ως άνω κληρονόμους της πρώτης αναιρεσίβλητης.

    II). Κατά το άρθρο 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται είτε για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, είτε για εφαρμογή κανόνα δικαίου που δεν ισχύει για οποιοδήποτε λόγο. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 513, 514, 516, 382, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι επί πωλήσεως πράγματος, αν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, το πράγμα φέρει νομικά ελαττώματα και ως τέτοια θεωρούνται και η κήρυξη ακινήτου ως ρυμοτομουμένου , ο αγοραστής, δικαιούται είτε να ζητήσει αποζημίωση είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της περιουσίας του αγοραστή (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε xρήμα, για την ύπαρξη υποχρέωσης αποζημίωσης απαιτείται να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νομίμου λόγου της ευθύνης και της ζημίας που επήλθε. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ενόψη των περιστάσεων ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τη ζημία που έγινε. Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων. Τέτοια διακοπή επέρχεται όταν το γεγονός ήταν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ικανό να επιφέρει και θα επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα, πλην όμως τούτο δεν επήλθε από το γεγονός αυτό, γιατί επήλθε άλλο γεγονός, εντελώς άσχετο προς το προηγούμενο, το οποίο επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα. Τέλος κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο ʼρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα, πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα - ενάγουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι συνεπεία της μεταβιβάσεως σ' αυτήν από την πρώτη ( και αρχικώς) αναιρεσίβλητη - εναγόμενη του επιδίκου ακινήτου υπέστη, για το λόγο ότι τμήμα αυτού επιφανείας 106,76 τ.μ. είχε ρυμοτομηθεί, ζημία 20.327.510 δρχ, που καταβλήθηκαν για την κατεδάφιση της υπάρχουσας επί του επιδίκου, κατά τη μεταβίβαση, οικίας, την αποκομιδή των υλικών (μπάζων), την ενίσχυση τριών υποστηλωμάτων, την ανέγερση του τμήματος της οικοδομής, που ανεγέρθηκε στο ρυμοτομούμενο τμήμα, τις αμοιβές μηχανικών για την έκδοση αναθεώρησης της άδειας, ότι πλέον των ανωτέρω υπέστη ζημία 1) λόγω ανατιμήσεως των υλικών, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1991 μέχρι τον Φεβρουάριο 1992, εντός του οποίου θα είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση της οικοδομής αν δεν υπήρχε το ως άνω ελάττωμα, συνολικού ποσού 10.164.240 δρχ, και 2) απώλεσε το ποσό των 10.340.000 δρχ, το οποίο θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την εκμίσθωση των διαμερισμάτων της οικοδομής, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, το οποίο και απώλεσε, λόγω της μη εγκαίρου αποπερατώσεως της οικοδομής, κατά τα στο δικόγραφο της αγωγής αναφερόμενα, ότι ο δεύτερος εναγόμενος- αναιρεσίβλητος, συμπεριφερόμενος κατά τρόπο υπαίτιο, παράνομο, αντισυμβατικό και ανήθικο, κατά την εκτέλεση του ανατεθειμένου σε αυτός έργου μελέτης και επίβλεψης της οικοδομής της αναιρεσείουσας, παραβίασε από βαρυτάτη αμέλεια τόσο τους κανόνες της τέχνη και της επιστήμης, όσο και τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, καθ' όσον κατά τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος, που υπέβαλε προς έκδοση της οικοδομικής αδείας, δεν εφάρμοσε το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου Βουλιαγμένης ως προς τον προσδιορισμό της ρυμοτομικής και οικοδομικής γραμμής και δεν τοποθέτησε σωστά το κτίσμα μέσα στο οικόπεδο και ειδικότερα ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του δευτέρου εναγομένου δεν αποτυπώνεται το κτίσμα που επρόκειτο να ανεγερθεί, δεν υπήρχαν υψόμετρα στις γωνίες, δεν συσχετίζεται με απόσπασμα από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν αναγράφονται καθόλου οι αποστάσεις και οι διαστάσεις από τα όρια και κυρίως παραποιείται το σχήμα του οικοδομικού τετραγώνου (42) με μετατόπιση της ρυμοτομικής γραμμής της οδού ... κατά 10 περίπου μέτρα, ότι ο δεύτερος εναγόμενος από βαρύτατη αμέλεια παραβίασε τους ισχύοντες για την περιοχή όρους δόμησης ως προς τη μεγίστη επιτρεπομένη επιφάνεια, όγκο και διαστάσεις του κτίσματος, όπως αυτές προσδιορίζονται με βάση την πραγματική επιφάνεια και διαστάσεις του γηπέδου, έτσι ώστε από δική του υπιατιότητα η οικοδομική άδεια εκδόθηκε για κτίσμα επιφανείας 527.21 τ.μ., ενώ, με βάση την πραγματική επιφάνεια του γηπέδου, η μεγίστη επιφάνεια κτίσματος ανέρχεται σε 471 τ.μ., και ότι αν ο δεύτερος εναγόμενος είχε εφαρμόσει το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, όπως όφειλε, θα είχε διασπιστώσει ότι ο μανδρότοιχος καταλάμβανε κοινόχρηστη οδό, επίσης αν είχε ενεργήσει όπως όφειλε σύμφωνα με τα πιο πάνω θα διαπίστωνε και θα επισήμανε στην ενάγουσα ότι η πραγματική έκταση του οικοπέδου ήταν 782 τ.μ και το υπερβάλλον εμβαδόν των 100 τ.μ. ήταν δημόσιος δρόμος, οπότε θα αποτρεπόταν η πιο πάνω τεράστια οικονομική της ζημία. Ζητεί δε η ενάγουσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν τα ως άνω ποσά, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, ως και το ποσό των 10.000.000 δρχ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή της αναιρεσείουσας, είναι μη νόμιμη, κατά το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της εκ δρχ 41.281.750 ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τις πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγομένης, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, με εν μέρει διαφορετική - ελλιπή (νομική) αιτιολογία, δοθέντος ότι κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αποδιδομένων στην πρώτη εναγομένη πράξεων και παραλείψεων και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα, διότι η επικαλουμένη από αυτήν ως άνω ζημία οφείλεται αποκλειστικά, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, στις μεταγενέστερες πράξεις του δευτέρου εναγομένου, οι οποίες ήταν ικανές να επιφέρουν αποκλειστικά και μόνο τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα. Κατ' ακολουθίαν πρέπει, ύστερα από αντικατάσταση του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης, να απορριφθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο όμως στηρίζει ορθό διατακτικό, χωρίς συγχρόνως να υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς την αιτιολογία της για την αποτροπή δεδικασμένου. Εξ άλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 44/1990, Α.Π. 101/2005).

    ΙΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 681 και 690 Α.Κ. ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για υπαναχώρηση ή μείωση να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " ......... Το Δεκέμβριο του 1989 η ενάγουσα συνήψε με τον δεύτερο εναγόμενο σύμβαση έργου, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε έναντι αμοιβής την εκπόνηση μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας και την επίβλεψη κατασκευής οικοδομής στο ως άνω οικόπεδο, σύμφωνα με τους ισχύοντες στη συγκεκριμένη περιοχή όρους δόμησης. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος προέβη στις κάτωθι ενέργειες προκειμένου να υποβάλει πλήρη φάκελο για την έκδοση οικοδομικής άδειας για το ακίνητο της ενάγουσας. Παρέλαβε από την ενάγουσα το συμβόλαιο ιδιοκτησίας, στο οποίο αναφέρεται ότι η έκταση του οικοπέδου με νεώτερη καταμέτρηση είναι 888,76 τ.μ., το σε αυτό προσαρτημένο από Ιουνίου 1988 τοπογραφικό της Α. Λ., στο οποίο επίσης αποτυπώνεται η έκταση του ακινήτου σε 888,76 τ.μ., το από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ., στον οποίο είχε ανατεθεί η σύνταξη λεπτομερούς τοπογραφικού με την προοπτική να ανατεθεί σε αρχιτέκτονες σχετική αρχιτεκτονική μελέτη και στο οποίο επίσης αποτυπώνεται η έκταση του ακινήτου σε 888,76 τ.μ., καθώς και την .../89 άδεια κατεδάφισης της αρμόδιας τότε πολεοδομίας Αργυρούπολης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση του πολιτικού μηχανικού Ε. Χ. και με τη χρήση του ανωτέρω τοπογραφικού του Κ. Χ. Επίσης στο ανωτέρω τοπογραφικό εμφαίνεται ότι οι ρυμοτομικές γραμμές ταυτίζονται με τον υφιστάμενο μανδρότοιχο. Ο δεύτερος εναγόμενος καταμέτρησης που ο βοηθός του πραγματοποίησε, μετέβη και ο ίδιος στο ακίνητο και επαλήθευσε ότι η έκταση του ακινήτου είναι 888,76 τ. μ., όση δηλαδή αναφέρουν τα ανωτέρω συμβόλαιο και τοπογραφικά διαγράμματα, παράλληλα δε διαπίστωσε ότι το ακίνητο ήταν περιτοιχισμένο με πετρόχτιστο τοίχο και τα σταθερά όρια του οικοπέδου συνέπιπταν απολύτως με τα όρια του τοπογραφικού. Επιπλέον, προς επαλήθευση των δεδομένων του συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου και των τοπογραφικών που του παρέδωσε η ενάγουσα και προκειμένου να καθορίσει τη ρυμοτομική και οικοδομική γραμμή, δεδομένου ότι ο κοινόχρηστος χώρος ήταν αδιάνοικτος και αδιαμόρφωτος έλαβε υπόψη του: α) την …/72 τεχνική έκθεση, που ήταν θεωρημένη νόμιμα από την πολεοδομία Πειραιά, αναφέρεται στο 42° οικοδομικό τετράγωνο, είχε συνταχθεί για να εκδοθεί άδεια οικοδομής και στην οποία αναφέρεται ρητά ότι η γραμμή περιτοίχισης θα τεθεί στη συμβολή των οδών ... και ... και στη γωνία μανδρότοιχου και ότι ο καθορισμός των ρυμοτομικών γραμμών έγινε σύμφωνα με τα ορόσημα τα οποία υπήρχαν στο έδαφος και β) το …/1985 διάγραμμα εφαρμογής της πολεοδομίας Αργυρούπολης, το οποίο αναφερόταν στο 67° οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο χωρίζεται με το 42° οικοδομικό τετράγωνο από την οδό ... που διασταυρώνεται με την οδό ... δυτικά και τον κοινόχρηστο χώρο ανατολικά, όπου στη διασταύρωση αυτή καθορίζονται οι ρυμοτομικές γραμμές και νια το 42° οικοδομικό τετράγωνο. Ο δεύτερος εναγόμενος έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα (τεχνική έκθεση και διάγραμμα εφαρμογής) διότι το τοπογραφικό διάγραμμα του ΟΔΔΕΠ του 1970 για την ανακατάτμηση του 42ου οικοδομικού τετραγώνου περιλάμβανε μόνο τα οικόπεδα του συγκεκριμένου οικοδομικού τετραγώνου, τους δρόμους που το περιβάλλουν από τρεις πλευρές, ενώ αγνοούσε την οδό ..., επιπλέον δε, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, δεν υπήρχε στο πολεοδομικό σχέδιο εγκεκριμένη οδός αλλά μόνο κοινόχρηστος χώρος και δεν παρείχε στοιχεία για τον καθορισμό των ρυμοτομικών γραμμών. Η χρησιμοποίηση δε των στοιχείων αυτών (τεχνικής έκθεσης και διαγράμματος εφαρμογής) δεν έδιναν την πλήρη και σωστή εικόνα των ρυμοτομικών γραμμών, λαμβανομένου υπόψη, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι το 5/85 διάγραμμα αναφερόταν σε όμορο οικοδομικό τετράγωνο, πλην όμως υπήρχε αναφορά στο τμήμα της οδού ..., η οποία τότε ήταν αδιαμόρφωτη, επιπλέον δε στο εν λόγω διάγραμμα εμφαίνονται ως καθορισμένες οι ρυμοτομικές γραμμές και για το 42° οικοδομικό τετράγωνο. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία προχώρησε στη σύνταξη των σχετικών σχεδίων και υπολογισμών και την κατάρτιση του φακέλου για την έκδοση της άδειας οικοδομής. Το φάκελο αυτό υπέβαλε στην αρμόδια πολεοδομία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της λήξης της αναστολής έκδοσης αδειών (15.8.1990) προκειμένου να υπογραφεί η Υπουργική Απόφαση για τη μείωση κατά ένα όροφο του ύψους των οικοδομών στην περιοχή Βουλιαγμένης και της δημοσίευσης της σχετικής Υπουργικής Απόφασης.

    Εκδόθηκε δε η …/5.10.90 άδεια νέας τριώροφης οικοδομής με δύο υπόγεια, μάλιστα πριν τη μείωση του ύψους κατά ένα όροφο των οικοδομών της περιοχής. Στη συνέχεια κατατέθηκε η από 12.6.91 αίτηση κατοίκων της περιοχής του οικοπέδου και με το 30753/30.8.1991 της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας διατάχθηκε ο έλεγχος της ανωτέρω 5/90 άδεια οικοδομής. Περαιτέρω με το 5452/13.9.1991 έγγραφο το Γραφείο Πολεοδομίας του Δήμου Βουλιαγμένης αναφέρεται ότι διακόπηκαν οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής και γνωστοποιείται στην ενάγουσα ότι αφενός μεν κατατέθηκε ελλιπής φάκελος αναθεώρησης από το μηχανικό, αφετέρου δε ότι μετά από λεπτομερέστερο έλεγχο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού και του τοπογραφικού που η ίδια (ενάγουσα) του παρέδωσε διαπιστώθηκε ότι υπάρχει λανθασμένη αποτύπωση της ρυμοτομικής γραμμής της οδού ... και κατά συνέπεια, πέραν των ελλείψεων του φακέλου, υπάρχει και αυθαίρετο τμήμα στην οικοδομή. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος αρχικά διαπίστωσε ότι η έκταση του ακινήτου είναι πράγματι 888,76 τ. μ., όπως αυτό βεβαιώνεται από τον τίτλο ιδιοκτησίας που του προσκόμισε η ενάγουσα, από το τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στο εν λόγω συμβόλαιο και από το Φεβρουαρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα που εκδόθηκε με εντολή της ενάγουσας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση άδειας κατεδάφισης αλλά και την έκδοση άδειας νέας οικοδομής. Προς επιβεβαίωση της έκτασης του ακινήτου και ο βοηθός του αλλά και ο ίδιος προχωρεί σε εξακρίβωση και διαπιστώνει ότι πράγματι η έκταση του οικοπέδου είναι 888,76 τ.μ. Στην έρευνά του δε να καθοριστούν ακριβώς οι ρυμοτομικές και οικοδομικές γραμμές έλαβε υπόψη την …/72 τεχνική έκθεση και το …/85 διάγραμμα εφαρμογής από τα οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνήγαγε έμμεσα ότι πράγματι τα όρια του οικοπέδου είναι σωστά αφού συνέπιπταν απόλυτα οι ρυμοτομικές και οικοδομικές γραμμές. Πλην όμως δεν έπρεπε να επαναπαυτεί μόνο στα έγγραφα αυτά, που οδήγησαν στην παραπάνω κρίση του έμμεσα και κατόπιν ερμηνείας, αλλά έπρεπε να ελέγξει με λεπτομέρεια το ρυμοτομικό σχέδιο Βουλιαγμένης του 1953 και να προχωρήσει σε εφαρμογή αυτού, έτσι ώστε να διαπιστώσει ότι πράγματι το επίδικο ακίνητο και ειδικά ο μανδρότοιχος είχε κατά οκτώ μέτρα τοποθετηθεί πιο έξω επί της οδού .... Περαιτέρω όμως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι η έκταση του ακινήτου της ήταν στην πραγματικότητα 782 τ.μ., και όχι 888,76 τ.μ., όπως αυτό συνάγεται από την από 26.7.1998 έγγραφη συμφωνία της ενάγουσας με την πωλήτρια πρώτη εναγομένη, στην οποία ρητά και με σαφήνεια αναφέρεται ότι το οικόπεδο που αγόρασε είναι μεγαλύτερο κατά 106,76 τ.μ. Το παραπάνω αποδεικτικό έγγραφο προσκομίστηκε από την πρώτη εναγομένη σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτηση.....Τη γνώση της αυτή η ενάγουσα την απέκρυψε από το δεύτερο εναγόμενο, μάλιστα δε παρέδωσε σ' αυτόν έγγραφα από τα οποία να προκύπτει το αντίθετο, δηλαδή ότι η έκταση του οικοπέδου της είναι μεγαλύτερη κατά 106,76 τ.μ. Ειδικότερα, πέραν του συμβολαίου και του τοπογραφικού που μνημονεύεται και επισυνάπτεται σ' αυτό, του παρέδωσε και το από Φεβρουαρίου 1989 πρόσφατο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ. στο οποίο εμφαίνεται το ακίνητο με έκταση 888,76 τ.μ. και ότι οι ρυμοτομικές γραμμές ταυτίζονται με τον υφιστάμενο μανδρότοιχο. Το στοιχείο δε αυτό, η ενημέρωση, δηλαδή, του δεύτερου εναγομένου- εργολάβου από την ενάγουσα- εργοδότρια περί της έκτασης του ακινήτου και ως λογικό επακόλουθο της ύπαρξης αυθαίρετου τμήματος στο ακίνητο, αποτελεί σημαντικό και ουσιώδες στοιχείο, το οποίο, πέραν των άλλων, θα οδηγούσε αφενός μεν στη μη παράδοση από την ενάγουσα τοπογραφικών διαγραμμάτων με διάφορη από την έκταση που πράγματι δικαιούταν, αφετέρου δε το δεύτερο εναγόμενο- εργολάβο να μην επαναπαυτεί στα όσα αναφέρονται στο συμβόλαιο και στα τοπογραφικά αλλά και στην …/72 τεχνική έκθεση και …/85 διάγραμμα εφαρμογής, τα οποία εκ προοιμίου θα θεωρούσε ή έπρεπε να θεωρήσει ως ατελή και ακατάλληλα για το συγκεκριμένο ακίνητο. Επομένως, με βάση τα παραπάνω δεν συντρέχει στο πρόσωπο του δεύτερου εναγόμενου το στοιχείο υπαιτιότητας, αφού αυτός επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός άνθρωπος του κύκλου των συναλλαγών του, αντίθετα η ενάγουσα αποκρύπτοντας ηθελημένα ουσιώδη στοιχείο για τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση έργου συνέβαλε στην πρόκληση της ζημίας της. Η αγωγή λοιπόν της ενάγουσας ως προς το δεύτερο εναγόμενο με την οποία αιτείται αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης κατά τις διατάξεις περί σύμβασης έργου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης και ειδικότερα οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του. Απορριπτέα για τον ίδιο λόγο (έλλειψη υπαιτιότητας) είναι και η βάση της αγωγής με την οποία αιτείται αποζημίωση με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΚ 914 επ., 932) ". Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 690 του Α.Κ., ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ` αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, και τα πραγματικά γεγονότα, που εκείνο δέχθηκε, τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αναίρεσης. Κατά τα λοιπά δε και υπό το πρόσχημα της επικλήσεως των ως άνω πλημμελειών που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων.

    ΙV). Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π.382/2006, ΑΠ 1971/1990, Α.Π 867/1989). Κατά συνέπεια ο τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση, στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, διότι απέρριψε παντελώς αναιτιολόγητα ή με άσχετη αιτιολογία την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της αποδιδόμενης κατά τα ανωτέρω πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ` εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και συγκεκριμένα το αίτημα για την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, καθ' όσον, όπως προκύπτει από το διατακτικό σε συνδυασμό προς το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, πλην του αιτήματος για την καταβολή, κατά τα άρθρα 513 επ, 513, 514 και 516 Α.Κ., της αξίας των 106,76 τ.μ. του ρυμοτομηθέντος τμήματος του επιδίκου ακινήτου, και συνεπώς και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για τον προσδιορισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως επί τη βάση του εκτός του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου συμφωνηθέντος τιμήματος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε το ως άνω αίτημα, ως ουσιαστικά αβάσιμο. V). Από τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, διότι, κατά την κυριαρχική κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία.

    Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως και κατ` ορθή εκτίμησή του από τους αριθ. 11 περ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως έλαβε υπόψη το αναφερόμενο στο λόγο αυτό αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), ήτοι το από 26.7.1988 έγγραφο, σχετικά με την ακριβή έκταση του πωληθέντος οικοπέδου. το οποίο για πρώτη φορά οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε (η προσβαλλόμενη), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατ` αμφότερα τα ως άνω μέρη του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι επιτρεπτή στην κατ` έφεση δίκη η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενόψει της μη μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση της συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της κατά το νόμο προβλεπόμενης εξαιρετικής περίπτωσης απαραδέκτου. VI). Από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή δημιουργείται όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο αυτού που πραγματικά υπάρχει σε αυτό και όταν στηρίζει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό και όχι όταν συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που υποστηρίζει ο διάδικος από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων γιατί τότε πρόκειται περί κυριαρχικής εκτιμήσεως αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 26.7.1988 εγγράφου, σχετικά με την ακριβή έκταση του πωληθέντος οικοπέδου. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.7.2011 αίτηση αναίρεσης της ʼ. , Α. ( Ι.) Α., για αναίρεση της 1586/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

    Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησής τους, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον τρίτο αναιρεσιβλήτων.

    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013. Και

    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ