Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 
Απόφαση 1478/2013 

Περίληψη

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα-. Αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, και οι δύο διάδικοι παρουσίασαν αύξηση της περιουσίας τους. Υπολογισμός της περιουσίας καθενός των διαδίκων και της συμβολής του άλλου στην αύξησή της. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.



Αριθμός 1478/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

    Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.

    Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καμηλάκη.

    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Απριλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου όπως αυτή διορθώθηκε με την 143/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και 30/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του.

    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως της 30/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας

    Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών, υπ' αριθ. 30/2011 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά δεκτές οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της 31/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχτηκε εκείνη της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή για τις αξιώσεις της ενάγουσας, από την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντα, με τη συμβολή της, κατά την διάρκεια του γάμου τους, που είχε λυθεί.

    2) το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των σε χρήμα αποτιμητών εννόμων σχέσεων, μετ` αφαίρεση των χρεών. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου, μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ. Υπό την προϋπόθεση ότι επήλθε περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχέρειας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400§1 εδ. β` ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως. Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενομένη προσαύξηση στην περιουσία του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθ. 1, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του αριθμού 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ` εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο στο ... στις 18-11-1995. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, την Ε., που γεννήθηκε την 3-6-1999. Η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε οριστικά τον Ιούνιο του έτους 2003 και ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 102/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 13-5-2004. Αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στο ... σε παλιά ισόγεια οικία, εμβαδού 60 τ.μ., με υπόγειο, η οποία ανακαινίστηκε με έξοδα του πατέρα της ενάγουσας και την παραχώρησε κατά χρήση στη θυγατέρα του, χωρίς αντάλλαγμα. Όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την μη πληττόμενη (κατά τούτο) κρίση του, η όποια προσωπική εργασία του εναγομένου, κατά την ανακαίνιση της οικίας, προσφέρθηκε πριν από την τέλεση του γάμου τους και όχι κατά τη διάρκεια του και συνεπώς αυτός δεν μπορεί να συνυπολογίσει την αμοιβή που αναλογεί στην εν λόγω εργασία του ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της ενάγουσας. Στην άνω κατοικία οι διάδικοι παρέμειναν μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2001. Καθόλο το διάστημα της παραμονής στην οικία του πατέρα της ενάγουσας, οι διάδικοι δεν κατέβαλαν μισθώματα, τα οποία θα ανέρχονταν στο ποσό των 180 ευρώ, κατά μέσο όρο, μηνιαίως, κατά το διάστημα που κατοίκησαν εκεί και συνολικώς δεν κατέβαλαν (72 μήνες Χ 180 =) 12.960 ευρώ. Κατά το χρόνο του γάμου τους, δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι διέθεταν κάποια περιουσιακά στοιχεία (αρχική περιουσία). Με το υπ' αριθμ. .../26-5-1997 συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Σερβίων ..., που μεταγράφηκε νομίμως, οι διάδικοι απέκτησαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.257,23 τ.μ., εντός του οικισμού ... Για την αγορά αυτή κατέβαλαν τίμημα μεγαλύτερο του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, συγκεκριμένα κατέβαλαν 5.800.000 δρχ. (17.021,27 ευρώ). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι το εν λόγω οικόπεδο αγοράστηκε αποκλειστικά με δικά της χρήματα, δεν αποδείχθηκε. Το γεγονός ότι, κατά την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου (26-5-1997), ανέλαβε από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της στην Εθνική Τράπεζα, το ποσό των 2.000.000 δρχ. (βλ. το βιβλιάριο καταθέσεων της), δεν αναιρεί την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, γιατί, ενδεχομένως να χρησιμοποίησε το ποσό τούτο για άλλο σκοπό στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας της, ως πολιτικός μηχανικός. Τούτο, ενισχύεται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού της, την ίδια ημέρα που ανέλαβε το ως άνω ποσό και σε προγενέστερο χρόνο, κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό το ποσό του 1.000.000 δρχ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι, στις 13-8-1997, με το υπ' αριθμ. .../1997 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά πλήρη κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.648,52 τ.μ., στη θέση ..., της κτηματικής περιοχής Καταφυγίου ... έναντι πραγματικού τιμήματος 3.600.000 δρχ. (10.564,93 ευρώ). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι και το ακίνητο τούτο αγοράστηκε αποκλειστικά με δικά της χρήματα, δεν αποδείχθηκε. Τα παραπάνω ακίνητα σώζονταν κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη μη πληττόμενη (κατά τούτο) κρίση του, η αξία του δευτέρου ακινήτου (στο Καταφύγι) ανερχόταν, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, στο ποσό των 30.000 ευρώ. Επί του πρώτου ακινήτου, οι διάδικοι ανήγειραν διώροφη οικοδομή, η κατασκευή της οποίας άρχισε το έτος 1999 και ολοκληρώθηκε το 2001. Αποτελείται δε αυτή, από ισόγειο, εμβαδού 119 τ.μ, πρώτο όροφο, 109 τ.μ., υπόγειο 140,62 τ.μ, εξωτερικό διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο 1.300 τ.μ., στον οποίο υπάρχει πισίνα περί τα 70 - 80 μ. Η κατασκευή της κατοικίας μετά των εξωτερικών χώρων (περίφραξη, πισίνα, κήπος κλπ.), στοίχισε περί τα 85.000.000 δρχ. (249.449,74 ευρώ). Η εμπορική της αξία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν σε 400.000 ευρώ, μαζί με την αξία του οικοπέδου. Για την εκτίμηση της αξίας της το Δικαστήριο συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, το γεγονός ότι πρόκειται για πολύ καλή κατασκευή, το έτος κατασκευής της, τη θέση, την έκταση και το ότι βρίσκεται σε μικρό επαρχιακό Δήμο (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες).

    Για την άμεση αποπεράτωση της κατοικίας, αλλά και για φορολογικούς λόγους, οι διάδικοι, την 7-3-2001, συνήψαν δάνειο, ύψους 15.000.000 δρχ. (44.020,50 ευρώ), από την Αγροτική Τράπεζα. Για την εξόφληση τούτου συνεισέφεραν και οι δύο, πλην όμως δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το ύψος της συνεισφοράς του καθενός, έστω και αν η ενάγουσα προχώρησε στην εξόφλησή του, καταβάλλοντας στις 11-10-2007 το ποσό των 30.420,50 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο στο οποίο κτίστηκε η κατοικία εστερείτο δρόμου και ενώ ήταν άρτιο δεν ήταν οικοδομήσιμο. Την εργασία αυτή ανέλαβε η ίδια η ενάγουσα, ως πολιτικός μηχανικός, η οποία με δικές της ενέργειες κατέστησε τούτο οικοδομήσιμο. Ειδικότερα, υπέβαλε αιτήσεις προς το Δήμο ... για λογαριασμό των όμορων ιδιοκτητών, για τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ως και σχετική τεχνική έκθεση, συνέταξε το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ με σχετική αίτησή της, προς το Δήμο, και για λογαριασμό των όμορων ιδιοκτητών, ζήτησε τη μετατόπιση κολώνας της ΔΕΗ, για διάνοιξη του δρόμου. Εάν αυτή δεν είχε την εν λόγω ιδιότητα, οι διάδικοι θα ανέθεταν οπωσδήποτε την εργασία αυτή σε τρίτο, πολιτικό μηχανικό, και θα του κατέβαλαν ως αμοιβή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσό των 3.000 ευρώ. Επίσης, τη μελέτη και την κατασκευή της κατοικίας ανέλαβε η ίδια η ενάγουσα, λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας. Ειδικότερα, αφού συνέταξε τη μελέτη και εξέδωσε την οικοδομική άδεια, κατόπιν, ανέλαβε την προμήθεια των υλικών, την ανεύρεση των κατάλληλων συνεργείων, τις συναλλαγές με τους προμηθευτές, την οργάνωση ίου εργοταξίου, το χρονικό προγραμματισμό, τις πληρωμές και γενικά τα πάντα από την αρχή μέχρι το τέλος, προκειμένου να περαιωθεί το έργο. Τις εργασίες αυτές θα ανέθεταν οπωσδήποτε οι διάδικοι σε τρίτο, πολιτικό μηχανικό και αρχιτέκτονα, στους οποίους συνολικά θα κατέβαλαν, ως αμοιβή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό των 25.000 ευρώ. Εκτός τούτων, οι διάδικοι θα επιβαρύνονταν και με το ποσό το οποίο τελικώς εξοικονόμησαν λόγω των εκπτώσεων που γίνονταν στην ενάγουσα, ως εργολάβο, από τους τεχνίτες και προμηθευτές, το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται σε 20.000 ευρώ, ποσό που οποιοσδήποτε τρίτος εργολάβος θα καρπωνόταν. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι, κατά το χρόνο κατασκευής της οικίας τους, προσέφερε καθημερινώς προσωπική εργασία επί τέσσερις ώρες ημερησίως, μετά τις 3:00 το μεσημέρι μέχρι το βράδυ, από τον Απρίλιο του 1999 μέχρι τον Οκτώβριο του 2001. Ενισχυτικό της άποψης αυτής του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι, κατά το χρόνο εκείνο ο ίδιος διατηρούσε στο ... δική του επιχείρηση εμπορίας φαρμάκων και γεωργικών προϊόντων, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ήταν ανθούσα, και συνεπώς ήταν αναγκαία η συνεχής παρουσία του στο χώρο της. Ως συνιδιοκτήτης της υπό ανέγερση κατοικίας, περνούσε, όπως είναι φυσικό, από το χώρο του εργοταξίου και κάποιες φορές ενδεχομένως να βοηθούσε τους εργάτες. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι προσέφερε καθημερινώς την εργασία του, επί δυόμιση χρόνια, σε βαθμό μάλιστα που να ζητεί την αποτίμηση της και τον υπολογισμό της ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της ενάγουσας Αντιθέτως, όπως δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη μη πληττόμενη (κατά τούτο) κρίση του, ο εναγόμενος τοποθέτησε στον κήπο της οικίας τους σύστημα αυτόματου ποτισμού, που είχε στο κατάστημά του, συνολικού κόστους (αγορά και εγκατάσταση) 1.800 ευρώ, που αν δεν το διέθετε και δεν το τοποθετούσε ο εναγόμενος, οι διάδικοι θα το προμηθεύονταν από τρίτο, καταβάλλοντος το ποσό τούτο για την αγορά και τοποθέτησή του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η ενάγουσα, με το υπ' αριθμ. .../2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Σερβίων Αναστασίου Λαζαρίδη, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα, εμβαδού 40,88 τ.μ., με αποθήκη, το οποίο βρίσκεται στην ... επί των οδών ... και ... Το τίμημα, όπως συνομολογείται, αποπληρώθηκε ολοσχερώς με χρήματα που της διέθεσε ο πατέρας της. ’λλη περιουσία δεν απέκτησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

    VI. Ο εναγόμενος, εκτός από τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, απέκτησε, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με το υπ' αριθμ. .../25-9-1998 συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Σερβίων ..., λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.465,33 τ.μ., στη θέση ..., της κτηματικής περιφέρειας ... αντικειμενικής αξίας 420.000 δρχ. (1.232,57 ευρώ) και πραγματικής, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, 2.935 ευρώ. Επί του ακινήτου αυτού, κατά το έτος 1999, κτίστηκε ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 120 τ.μ., με σιδηροκατασκευή και πάνελ, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί από τον εναγόμενο ως επαγγελματική στέγη, για την πώληση γεωργικών φαρμάκων. Λόγω του ότι η μητέρα του εναγομένου ήταν αγρότισσα και μπορούσε να επιδοτηθεί για την ανέγερση αποθήκης, η άδεια εκδόθηκε στο όνομα της και το κτίσμα ονομάστηκε "αποθήκη". Η εν λόγω αποθήκη στοίχισε περί τις 15.000 ευρώ (βλ. και τα σχετικά τιμολόγια που επικαλείται και προσκομίζει, για πρώτη φορά, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η μη προσκομιδή τους στην πρωτόδικη δίκη έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια - άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκ των οποίων ποσό 9.977,98 ευρώ καταβλήθηκε από τη μητέρα του εναγομένου, από σχετική επιδότηση που έλαβε. Την έκδοση της οικοδομικής άδειας, την τοπογράφηση, τη μελέτη και την κατασκευή ανέλαβε η ενάγουσα, ως πολιτικός μηχανικός. Οι υπηρεσίες της γι' αυτό αποτιμώνται στο ποσό των 1.200 ευρώ (βλ. και την από 25-8-1999 απόδειξη της ιδίας), το οποίο ουδέποτε εισέπραξε και έπρεπε να καταβληθεί σε τρίτο πρόσωπο, πολιτικό μηχανικό, αν δεν αναλάμβανε η ενάγουσα. Το εν λόγω αγροτεμάχιο, μετά της αποθήκης, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είχε αξία 25.000 ευρώ. Επομένως, η ύπαρξη του κτίσματος προσέδωσε αξία στο αγροτεμάχιο (25.000 μείον 2.935) 22.065 ευρώ. Προσέτι, ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, απέκτησε τα παρακάτω ακίνητα: α) Με το υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Σερβίων ..., που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 2,5 στρεμμάτων, στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... β) Με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο, του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 2,5 στρεμμάτων, στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... γ) Με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 1.000 τ.μ., στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... δ) Με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 1.200 τ.μ., στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... ε) Με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 1.000 τ.μ., στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... στ) Με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 1.000 τ.μ., στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... Και ζ) με το υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο, του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα αγρό, εμβαδού 1.200 τ.μ., στη θέση ... της κτηματικής περιοχής ... Για τις αγορές αυτές καταβλήθηκε τίμημα μεγαλύτερο του αναγραφομένου στα συμβόλαια, συγκεκριμένα καταβλήθηκε κατά μέσο όρο το ποσό των 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ) ανά στρέμμα. ’λλη ακίνητη περιουσία δεν προέκυψε ότι απέκτησε με αγορά ο εναγόμενος. Τα προσκομιζόμενα δε με επίκληση, από την ενάγουσα, από 19-10-1999, 3-3-2002 και 30-6-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία φέρεται ο εναγόμενος ότι απέκτησε με αγορά αντίστοιχα ακίνητα, δεν αρκούν για να καταστήσουν αυτόν κύριο τούτων, εφόσον οι σχετικές πράξεις δεν έγιναν με συμβολαιογραφικά έγγραφα και να ακολουθήσει η νόμιμη μεταγραφή τους (άρθρ. 1033 και 369 ΑΚ). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι όλα τα παραπάνω ακίνητα αγοράσθηκαν με χρήματα του πατέρα του, Χ. Ζ., δεν αποδείχθηκε. Ενισχυτικό τούτων είναι και το γεγονός ότι ο αδελφός του, Γ. Ζ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και παρά τα όσα υποστηρίζει ο εναγόμενος, κατέθεσε ότι ενώ τις διαπραγματεύσεις για τις αγορές τις έκανε ο πατέρας τους, το τίμημα to πλήρωναν και ο πατέρας και ο αδελφός του, χωρίς όμως να γνωρίζει πόσα πλήρωσε ο καθένας. Στη συνέχεια, απαντώντας σε άλλη ερώτηση, τόνισε ότι αφού ο αδελφός του είχε χρήματα, πλήρωνε αυτός. Εκτός τούτου, από το μπλοκ επιταγών του εναγομένου, έτους 2002, προκύπτει ότι στις 10-6-2002, εκδόθηκε από αυτόν η υπ' αριθμ. ... επιταγή, της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 600 ευρώ, σε διαταγή Ροδόπης Αγοράτσου, από την οποία, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../12-8-2002 συμβόλαιο, του παραπάνω συμβολαιογράφου, αγόρασε την περίοδο εκείνη ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.000 τ.μ., στη θέση ... χωρίς ωστόσο να δώσει κάποια άλλη εξήγηση για τη συναλλαγή του αυτή, με τη συγκεκριμένη κυρία, η οποία μάλιστα είναι κάτοικος ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω αγροτεμάχια, που βρίσκονταν όλα στην ίδια θέση, αγοράστηκαν από τον εναγόμενο, ο οποίος στη συνέχεια τα συνένωσε και με όμορα ακίνητα που του μεταβίβασε ο πατέρας του, τότε ατύπως και στη συνέχεια με γονική παροχή (βλ. τα υπ' αριθμ. .../2003 και .../2005 συμβόλαια γονικής παροχής, ίου συμβολαιογράφου Σερβίων Αναστασίου Λαζαρίδη, που μεταγράφηκαν νομίμως), με σκοπό να δημιουργήσει αμπελώνα και οινοποιείο, εντασσόμενος σε σχετικά προγράμματα. Σύμφωνα δε με τους παραπάνω τίτλους, το συνολικό εμβαδόν των ακινήτων που αγόρασε ανέρχεται σε 10.400 τ.μ., η πραγματική έκταση όμως που σχηματίστηκε με την ενοποίηση όλων των τεμαχίων σε 12 στρέμματα, ενώ η συνολική - περιλαμβάνουσα και τα ακίνητα που του παραχώρησε ο πατέρας του - περίπου σε 20 στρέμματα. Από το έτος 2000 ο εναγόμενος, χρησιμοποιώντας τα καρποφόρα αμπέλια που βρίσκονταν στα ως άνω όμορα αγροτεμάχια του πατέρα του, πειραματιζόταν με την παραγωγή και εμφιάλωση κρασιού. Για το σκοπό αυτό είχε μετατρέψει σε οινοποιείο παλαιές αποθήκες σε αγροτεμάχιο του πατέρα του και το έτος 2000 αγόρασε τον απαραίτητα εξοπλισμό (πατητήρι, δεξαμενές, εμφιαλωτήριο), για τη λειτουργία μικρού οινοποιείου, έναντι 5.000 ευρώ. Ο εξοπλισμός αυτός σώζεται και σήμερα και η αξία του, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, εκτιμάται στο ποσό των 4.000 ευρώ. Τονίζεται, ότι πρόκειται περί κινητών πραγμάτων, χα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος στο νέο του οινοποιείο που κατασκεύασε, μετά τη λύση του γάμους τους, σε ένα εκ των ως άνω αγροτεμαχίων, και δεν έχουν σχέση με τον εξοπλισμό που αγόρασε για το τελευταίο. Εξάλλου, αποδείχθηκε ακόμη, ότι από το έτος 1997, οπότε ο εναγόμενος άρχισε να λαμβάνει στην κατοχή του τα πρώτα από τα παραπάνω αγροτεμάχια, χρόνος που προηγείται της τυπικής μεταβιβάσεως, τα ισοπέδωνε και τα φύτευε με αμπέλια. Έτσι, η πραγματική φύτευση των ως άνω 12 στρεμμάτων - που αγόρασε κατά τη διάρκεια του γάμου τους- ολοκληρώθηκε μέχρι το 2001, οπότε και τα νομιμοποίησε (μαζί με τα υπόλοιπα) με τη διαδικασία των παράτυπα φυτεμένων αμπελουργικών εκτάσεων (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 14159/9-102007 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης). Η αξία των εν λόγω αγροτεμαχίων, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται σε 1.000 ευρώ ανά στρέμμα. Στη συνέχεια, όμως, με τη δημιουργία του αμπελώνα, τη φροντίδα και την εκμετάλλευσή τους, η αξία τους μεγάλωσε και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανήλθε σε 4.000 ευρώ ανά στρέμμα και συνολικά σε 48.000 (4.000 Χ 12) ευρώ. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι στην αύξηση εκ των αμπελώνων της περιουσίας του συνέβαλε και ο ίδιος (εναγόμενος) με προσωπική ενασχόληση (όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση), καθόσον ούτε αυτός προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, τεχνολόγος γεωπόνος (απόφοιτος ΤΕΙ), από το 1988 άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος συνεταιρισμού, ενώ από το 1989 άνοιξε στο ... κατάστημα εμπορίας αδρευτικών συστημάτων και αργότερα στα ... κατάστημα εμπορίας γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων. Το έτος 1995, όταν παντρεύτηκε την ενάγουσα, διατηρούσε και τα δύο καταστήματα. Στις 27-2-1995 συνέστησε από κοινού με το …ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "...", με ποσοστό συμμετοχής 50% ο καθένας στις κερδοζημίες, με διαχειριστές και νομίμους εκπροσώπους και τους δύο εταίρους (βλ. καταστατικό), με αντικείμενο την εμπορία φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων, ζωοτροφών, συστημάτων άρδευσης και γεωργικών μηχανημάτων, και έδρα το 1° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... Η συνεργασία αυτή διατηρήθηκε μέχρι και το Μάιο του 1997. Το κατάστημα στα ... διατήρησε ο εναγόμενος περίπου μέχρι το έτος 1998, ενώ το κατάστημα στο ... συνεχίζει να το λειτουργεί. Μετά δε την κατασκευή της αποθήκης στον ..., το μετέφερε εκεί. Από τη δραστηριότητα του αυτή, ως ελεύθερου επαγγελματία - εμπόρου, κατά τη διάρκεια του γάμους τους (ουσιαστικά από έτος 1996, καθώς παντρεύτηκαν μετά τα μέσα Νοεμβρίου 1995), ο εναγόμενος κέρδισε: α) Το έτος 1996, 2.314.828 δρχ., το έτος 1997, 2.648.488 δρχ., το έτος 1998, 6.563.467 δρχ., το έτος 1999, 3.939.704 δρχ. και το έτος 2000, 4.003.985 δρχ., και συνολικά, για όλα τα παραπάνω έτη 19.470.472 δρχ. ή 57.140 ευρώ (βλ. τα εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 1997 έως 2001). Για τον υπόλοιπο χρόνο και μέχρι τη λύση του γάμου, δεν προκύπτει το ακριβές ύψος των εισοδημάτων καθόσον δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει τα φορολογικά του στοιχεία. Ενώ, οι καταθέσεις των μαρτύρων του, αναφορικά με τα εισοδήματά του, δεν κρίνονται πειστικές, διότι προσδιορίζουν το ύψος τους σε ποσά τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τα δηλωθέντα εισοδήματά του όλων των προηγούμενων ετών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ασχολείτο και με την καλλιέργεια φρούτων (ροδάκινων, μήλων), σε αγροτεμάχια ιδιοκτησίας των γονέων του και του πεθερού του, που εκμεταλλευόταν ο ίδιος και εισέπραττε το τίμημα. Από την εκμετάλλευση των αγροτεμαχίων αυτών κέρδισε καθαρά ετησίως: α) Το έτος 1996, το ποσό των 685.694 δρχ. (βλ. την υπ' αριθμ. 82/16-12-1996 εκκαθάριση λογαριασμού του ΣΕΠΟΠ Βελβεντού "Η ΕΝΩΣΙΣ"), β) το έτος 1997, το ποσό των 2.615.083 δρχ. (βλ. την υπ' αριθμ. 1018/30-12-1997 εκκαθάριση λογαριασμού του ιδίου συνεταιρισμού), γ) το έτος 1998, το ποσό των 1.180.219 δρχ. (βλ. την υπ' αριθμ. 230/14-12-1998 εκκαθάριση λογαριασμού του ιδίου συνεταιρισμού), δ) το έτος 1999, το ποσό των 1.801.224 δρχ. (βλ. την υπ' αριθμ. 1372/22-12-1999 εκκαθάριση λογαριασμού του ιδίου συνεταιρισμού), ε) το έτος 2000, το ποσό των 2.349.171 δρχ. (βλ. τις υπ' αριθμ. 989/20-12-2000 και 1218/20-12-2000 εκκαθαρίσεις λογαριασμού του ιδίου συνεταιρισμού) και στ) το έτος 2001, το ποσό των 170.559 δρχ. (βλ. την υπ' αριθμ. 1705/30-7-2001 εκκαθάριση του ιδίου συνεταιρισμού) και συνολικά, για όλα τα παραπάνω έτη, το ποσό των 8.801.950 δρχ. και μετά την αφαίρεση των εξόδων που απαιτούντο για την καλλιέργειά τους (ράντισμα, πότισμα, λίπανση, έξοδα μηχανημάτων κλπ.), που κατά μέσο όρο ανέρχονταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 700.000 δρχ. ετησίως και συνολικά σε 4.200.000 δρχ. (700.000 Χ 6), απομένει καθαρό κέρδος 4.601.950 δρχ. ή 13.505,35 ευρώ. Οι υπόλοιπες εκκαθαρίσεις λογαριασμών, που προσκομίζει με επίκληση ο εναγόμενος, αφορούν τις συναλλαγές των γονέων του, Χ. Ζ. και Ε. Ζ., με τον ως άνω συνεταιρισμό. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι από την εκμετάλλευση λέβητα (άμβυκα) ιδιοκτησίας αρχικά του πατέρα του και από το έτος 2000 του ιδίου (βλ. την από 18-10-2000 άδεια του Δ/ντη του τελωνείου Πτολεμαΐδας), τον οποίο εκμίσθωναν σε τρίτους για την παραγωγή τσίπουρου, ελάμβαναν ποσό 1.000.000 δρχ. ετησίως, από το οποίο ο εναγόμενος το 50%, ήτοι 500.000 δρχ., και συνολικά για τα έτη 2000 - 2001 (κατά το προηγούμενα χρόνια γινόταν αποκλειστική εκμετάλλευση από τον πατέρα του), το ποσό των 1.000.000 δρχ. ή 2.934,7 ευρώ. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι κάθε χρόνο από τα στέμφυλα των σταφυλιών παρήγαγε τσίπουρο και ότι κατά τα έτη 2000 και 2001 κέρδισε καθαρά 6.000 ευρώ ετησίως, δεν αποδείχθηκε, καθόσον οι περί τούτου αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων του δεν κρίνονται πειστικές. Επίσης, κρίνονται ως αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του (εναγομένου), ότι κατά το χρόνο του γάμου τους είχε αποταμιεύσεις 10.000.000 δρχ. (29.347 ευρώ), που αναλώθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους και ότι, κατά την έναρξη κατασκευής της κοινής τους οικίας ανάλωσε ποσό 9.000.000 δρχ. (26.412 ευρώ), που του δώρησε σε μετρητά ο πατέρας του Χ. Ζ. Τούτο γιατί, το μοναδικό αποδεικτικό του στοιχείο είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων του, οι οποίες όμως δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον αυτοί μεταφέρουν όσα ο ίδιος τους ανέφερε. Ενισχυτικό της άποψης αυτής του Δικαστηρίου, είναι και το γεγονός ότι, τα παραπάνω χρηματικά ποσά, τα οποία είναι σημαντικά, έπρεπε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να ήσαν κατατεθειμένα σε κάποιο λογαριασμό τράπεζας ή ταμιευτηρίου, γεγονός το οποίο θα προέκυπτε με την προσκομιδή των σχετικών παραστατικών έγγραφων, κάτι το οποίο δεν έγινε και παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος αναφέρει ότι αποταμίευσε το πρώτο από τα εν λόγω ποσά από την επαγγελματική του δραστηριότητα. Όπως προαναφέρθηκε, στις 27-2-1995, ο εναγόμενος συνέστησε από κοινού με το Θ. Π. την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία λύθηκε στις 23-5-1997. Κατά τη λύση, οι ομόρρυθμη εταίροι συνέταξαν το από 23-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν ο εναγόμενος, αποχωρώντας ουσιαστικά από την εταιρία, να λάβει το ποσό των 20.000.000 δρχ. ή 58.694 ευρώ, ως εξής: Στις 31-12-2007, 5.000.000 δρχ., στις 31-5-1998, 3.000.000 δρχ., στις 31-121998, 2.000.000 δρχ., στις 31-5-1999, 2.000.000 δρχ., στις 30-1-2000, 2.000.000 δρχ. και στις 30-8-2000, 1.000.000 δρχ., όπως και έγινε. Τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο Θ. Π., στην από 25-4-2007 ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον του συμβολαιογράφου. V I I. Η ενάγουσα, πολιτικός μηχανικός, άρχισε να ασκεί το επάγγελμα το έτος 1993 και συνέχισε να εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας μέχρι την 64-2004, οπότε διορίστηκε στην ..., ως υπάλληλος στο Ελληνικό Δημόσιο. Από την εργασία της αυτή, η οποία συνίστατο σε εκδόσεις αδειών, εκτελέσεις δημοσίων έργων, τεχνικές συμβουλές κέρδισε τα παρακάτω ποσά: Α) Το έτος 1996, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 12.743.346 δρχ. ή 37.398 ευρώ. Επίσης, α) στις 10-10-1996, έλαβε από τον ΑΣΕΠΟΠ (συνεταιρισμό) ... ως καθαρή αμοιβή για την επίβλεψη και τις επιμετρήσεις του έργου "επέκταση ψυκτικών θαλάμων και γραφείο -WC, το ποσό των 820.000 δρχ. ή 2.406,45 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 43/10-10-1996 ΔΠΥ), β) στις 24-9-1996, έλαβε από τον ίδιο συνεταιρισμό, ως καθαρή αμοιβή, για τη σύνταξη τεχνικοοικονομικής μελέτης για το ίδιο έργο, το ποσό του 1.200.000 δρχ. ή 3.521,65 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 41/24-9-1996 ΔΠΥ) και γ) στις 14-8-1996, έλαβε από το Δήμο ... ως καθαρή αμοιβή, "για επίβλεψη εργασιών στα έργα αυτεπιστασίας του Δήμου και για αυτοψία-έλεγχος επικινδυνότητας σε κτίσματα που προκλήθηκαν ζημιές από το σεισμό", το ποσό των 423.729 δρχ. ή 1.243,52 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 5/14-8-1996 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά έτος αυτό. Και ναι μεν προσκομίζει κάποια συμφωνητικά αναθέσεως έργων, πλην όμως δεν αποδείχθηκε το ύψος της αμοιβής που αυτή εισέπραξε, για την εκτέλεσή τους. Έτσι, για το 1996 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 44.569,62 ευρώ. Β) Το έτος 1997, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 6.626.540 δρχ. ή 19.446,92 ευρώ. Επίσης, α) την 3-1-1997, έλαβε από την "Κ.Θ. ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ως καθαρή αμοιβή για τη σύνταξη τοπογραφικής εργασίας, το ποσό των 300.000 δρχ. ή 880.41 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 11/3-11997 ΔΠΥ) και β) την 1-12-1997, έλαβε από τον ΤΟΕΒ ... ως καθαρή αμοιβή για το έργο "συμπληρωματικές εργασίες στα αντιπληγματικά αεροφυλάκια του αρδευτικού Βελβεντού", το ποσό των 2.057.627 δρχ. ή 6.038,52 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 14/1-12-1997 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το εν λόγω έτος. Έτσι, για το 1997 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 26.365,85 ευρώ. Γ) Το έτος 1998, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 10.495.343,24 δρχ. ή 30.800 ευρώ. Επίσης, στις 15-5-1998, έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα, κατάστημα ... ως καθαρή αμοιβή για την εκτίμηση αξίας ακινήτου, το ποσό των 40.000 δρχ. ή 117,38 ευρώ (βλ. χο υπ' αριθμ. 33/15-5-1998 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Έτσι, για το 1998 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 30.917,38 ευρώ. Δ) Το έτος 1999, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 8.854.924 δρχ. ή 25.986,57 ευρώ. Επίσης, στις 17-12-1999, έλαβε από το Δήμο ... ως καθαρή αμοιβή για τοπογραφικές εργασίες στο Δήμο, το ποσό των 313.560 δρχ. ή 920,21 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ 11/17-12-1999 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Έτσι, για το 1999 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 26.906,78 ευρώ.. Ε) Το έτος 2000, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 8.377.708 δρχ. ή 24.586,08 ευρώ. ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Στ) Το έτος 2001, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 13.454.312 δρχ. ή 39.484,4Ιευρώ. Επίσης, α) στις 12-6-2001, έλαβε από τον ΑΣΕΠΟΠ (συνεταιρισμό) ... ως καθαρή αμοιβή για τοπογραφική εργασία, το ποσό των 150.000 δρχ. ή 440,20 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 41/12-6-2001 ΔΠΥ), β) στις 7-9-2001, 13-9-2001, 13-9-2001 και 1312-2001, έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα, κατάστημα ... ως αμοιβή για έλεγχο προϋπολογισμού και εκτίμηση ακινήτου, συνολικά το ποσό των 243.390 δρχ. ή 714,27 ευρώ (βλ. τα υπ' αριθμ. 46/7-9-2001, 47/13-9-2001, . 48/13-9-2001 και 1/13-12-2001 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε τ\λ ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Έτσι, για το 2001 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 40.638,88 ευρώ. Ζ) Το έτος 2002, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 18.024,36 ευρώ. Επίσης, α) στις 20-6-2002, 10-9-2002, 1-10-2002 και 6-11-2002 έλαβε από την "ΑΝΚΟ ΑΕ", ως καθαρή αμοιβή για τεχνική στήριξη φορέων Ν. ... συνολικά το ποσό των 13.939,84 ευρώ (βλ. τα υπ'αριθμ. 10/20-6-2002, 13/10-9-2002, 15/1-10-2002 και 16/6-11- 2002 ΔΠΥ), και β) στις 22-4-2002, 26-8-2002, 25-9-2002 και 7-11-2002, έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα, κατάστημα ... ως αμοιβή εκτίμηση ακινήτων, συνολικά το ποσό των 840 ευρώ (βλ. τα υπ' αριθμ. 8/22-4-2002, 12/26-8-2002, 14/25-9-2002 και 17/7-11-2002 ΔΠΥ). ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Έτσι, για το 2002 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 32.804,2 ευρώ. Και Η) Το έτος 2003, από την από 3-4-2007 κατάσταση αμοιβών μελέτης - επίβλεψης από καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εκδόθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν αντίστοιχα γραμμάτια καταθέσεως στην εν λόγω τράπεζα, προκύπτει ότι εισέπραξε καθαρά, αφαιρουμένων των εξόδων και του ΦΠΑ, από τις εκδόσεις αδειών το συνολικό ποσό των 22.321,43 ευρώ. Επίσης, στις 7-5-2003, έλαβε από τον ΑΣΕΠΟΠ (συνεταιρισμό) ... ως καθαρή αμοιβή για μελέτες και έκδοση οικοδομικών αδειών και επίβλεψη έργων, το ποσό των 4.142,49 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ 27/7-5-2003 ΔΠΥ). ’λλη αμοιβή δεν εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό. Έτσι, για το 2003 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 26.463,92 ευρώ. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ενάγουσα, κατά το τη διάρκεια του γάμου της, κέρδισε συνολικά 253.252,71 (44.569,62 + 26.365,85 + 30.917,38 + 26.906,78 + 24.586,08 + 40.638,88 + 32.804,2 + 26.463,92). Τέλος, όπως δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη μη πληττόμενη (κατά τούτο) κρίση του, η ενάγουσα, κατά τα έτη 1999 - 2001 έλαβε ως αμοιβή, εκτελώντας το έργο "Ανάπλαση ιστορικού κέντρου Βελβεντού", που είχε αναλάβει η κοινοπραξία "Χ. - Α. - Σ.", αντί της Β. Χ., το ποσό των 17.000.000 δρχ. ή 49.890 ευρώ. Έτσι, αυτή κέρδισε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 303.232,71 (253.252,71 + 49.980) ευρώ και μετά την αφαίρεση των εξόδων που απαιτούνταν για τη συντήρηση του γραφείου της, που κατά μέσο όρο ανέρχονταν, κατα την κρίση του Δικαστηρίου, σε 5.000 ευρώ ετησίως και συνολικά σε 40.000 ευρώ (5.000 Χ 8), απομένει καθαρό ποσό 263.232,71 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι μεταξύ των ετών 1999 - 2001 έλαβε ως δωρεά από τους γονείς της το ποσό των 23.000.000 δρχ., πλέον 8.000 δολαρίων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της κατοικίας στο ..., δεν αποδείχθηκε. Το γεγονός ότι, από τα βιβλιάρια καταθέσεων των γονέων της (Αγροτικής Τράπεζας το πρώτο και Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος τα άλλα τρία), προκύπτει ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, έγιναν από αυτούς αναλήψεις χρηματικών ποσών και συγκεκριμένα στις 17-7-2000 ποσού 8.000.000 δρχ., στις 28-5-2000 ποσού 5.000.000 δρχ., στις 8-5-2001 ποσού 7.000.000 δρχ. και στις 21-12-2001 ποσού 1.500.000 δρχ., δεν αναιρεί την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν, ως δωρεά, στην ενάγουσα για την αποπεράτωση της κατοικίας της. ’λλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η οικονομική κατάσταση της (ενάγουσας) ήταν πολύ καλή, ενώ κατά την περίοδο εκείνη (έτος 2000) αυτή αγόρασε ένα διαμέρισμα, στην ... το τίμημα του οποίου αποπληρώθηκε ολοσχερώς με χρήματα που της διέθεσε ο πατέρας της. Η ενάγουσα, καθόλη τη διάρκεια του γάμου της, αφιέρωνε σχεδόν αποκλειστικά το χρόνο της στην εργασία της. Την καθαριότητα της κοινής τους κατοικίας εκτελούσε οικιακή βοηθός. Ομοίως και μετά τη γέννηση του τέκνου τους, αυτό το μεγάλωναν οι γιαγιάδες του. Επίσης, το φαγητό ετοίμαζαν οι γιαγιάδες - μητέρες των διαδίκων, τόσο προ όσο και μετά τη γέννηση του παιδιού και όσο αυτό μεγάλωνε. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αλλά και το ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ενάγουσα είχε την επίβλεψη του κοινού οίκου και της ανατροφής της θυγατέρας τους (οδηγίες για τη σίτιση του τέκνου, προμήθεια απαραίτητων ειδών διατροφής, επιμέλεια ενδυμάτων οικογενείας), συνάγεται ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες, όσον αφορά τη λειτουργία του οίκου και τη φροντίδα του τέκνου τους. Η συνεισφορά της αυτή αποτιμάται κατά μέσο όρο, καθόλη τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως τους, στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό όμως αυτό δεν υπερβαίνει το μέτρο που της αναλογεί, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι οι οικογενειακές τους ανάγκες αποτιμώνται στο συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι μετά τη μετάβαση της στην ... ανέλαβε εκείνη αποκλειστικώς την επιμέλεια και διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους και ότι η προσφορά της αυτή επαύξησε την περιουσία του εναγομένου. VIII. Με βάση όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, αμφότεροι οι διάδικοι παρουσίασαν αύξηση της περιουσίας τους. Συγκεκριμένα, η περιουσία της ενάγουσας αυξήθηκε κατά το ποσό των 215.000 ευρώ [(400.000 : 2 =) 200.000 οικόπεδο με κατοικία + (30.000 : 2 =) 15.000 οικόπεδο στο Καταφύγι = 215.000] και του εναγομένου κατά το ποσό των 289.065 ευρώ [(400.000 : 2 =) 200.000 οικόπεδο με κατοικία + (30.000 : 2 =) 15.000 οικόπεδο στο Καταφύγι + 22.065 για αποθήκη στη θέση "..." + 4.000 παλαιός εξοπλισμός οινοποιείου + 48.000 αξία ακινήτων - αμπελώνων = 289.065]. Περαιτέρω, η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας αμφοτέρων με τις ως άνω οικονομικές της δυνάμεις, οι οποίες ανέρχονται σε 325.392,71 ευρώ [12.960 από μισθώματα + 3.000 αμοιβή τακτοποίησης οικοπέδου + 25.000 αμοιβή μηχανικού - εργολάβου για κτίσιμο κατοικίας + 20.000 ευρώ από εξοικονόμηση αξίας υλικών + 1.200 αμοιβή μηχανικού - εργολάβου για κτίσιμο αποθήκης + 263.232,71 από εισόδημα εκ της εργασίας της = 325.392,71], ενώ ο εναγόμενος συνέβαλε με τις ως άνω οικονομικές του δυνάμεις, οι οποίες ανέρχονται σε 144.052,03 ευρώ (1.800 αγορά - τοποθέτηση συστήματος αυτόματου ποτισμού + 9.977,98 επιδότηση αποθήκης + 57.140 έσοδα από εμπορικές. επιχειρήσεις + 13.505,35 από παραγωγή και εμπορία φρούτων + 2.934,7 από εκμετάλλευση λέβητα παραγωγής τσίπουρου + 58.694 υπόλοιπο από εκκαθάριση εμπορικής επιχειρήσεως - 144.052,03). Έτσι, με δεδομένο ότι η συνολική συμβολή και των δύο ανέρχεται σε 469.444,74 ευρώ (325.392,71 + 144.052,03), η αναλογία της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας αμφοτέρων είναι 0,693 [(325.392,71 Χ 100) : 469.444,74 - 69,315%] και του εναγομένου 0,307 [(144.052,03 Χ 100) : 469.444,74 = 30,685%]. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου με ποσό 200.322,04 ευρώ (289.065 αύξηση περιουσίας εναγομένου Χ 0,693), και ο εναγόμενος συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας της ενάγουσας με ποσό 66.005 ευρώ (215.000 αύξηση περιουσίας ενάγουσας Χ 0,307). Μεταξύ των δύο αξιώσεων προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας ποσού 134.317,04 ευρώ (200.322,04 μείον 66.005). Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και δεν τις παραβίασε, με ψευδή ερμηνεία και κακή υπαγωγή. Ειδικότερα ορθώς, α) δέχτηκε ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος της επαύξησης της περιουσίας από τη συμβολή της αναιρεσίβλητης, β) συμπεριέλαβε το ποσό των 9.977,98 ευρώ στην επαύξηση της περιουσίας του, που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα από τη μητέρα του και στη συνέχεια αναλώθηκε από αυτόν για την ανακαίνιση αποθήκης σε αγροτικό ακίνητό του το έτος 1999. Τούτο διότι δεν ήταν προϊόν δωρεάς της πρώτης προς το δεύτερο, αλλά τούτο αποτελούσε εισόδημα (προερχόμενο από επιδότηση), από την γεωργική εκμετάλλευση αγροτικού ακινήτου ιδιοκτησίας του, την οποία (εκμετάλλευση) είχε παραχωρήσει στη μητέρα του, δικαιούμενος μέρος των καρπών αυτού, και γ) δεν προέβη στην αφαίρεση του ποσού των 44.020,50 ευρώ, από την επαύξηση της περιουσίας του, αφού το ποσό αυτό που ήταν προϊόν δανείου, από την Αγροτική Τράπεζα, έπαυσε να αποτελεί μέρος του παθητικού της περιουσίας του, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά την εξόφλησή του, από την αναιρεσίβλητη. ’λλωστε το δάνειο αυτό είχε χορηγηθεί όχι μόνο στον αναιρεσείοντα, αλλά από κοινού και στην αναιρεσίβλητη, όπως δέχεται το Εφετείο και δεν αμφισβητείται από τον αιτούντα. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, ό πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 186 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 30/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

    Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

    Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Και

    Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2013.

    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ