Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1334/2016

Περίληψη

Καταδολίευση δανειστών - Άμεση συνέργεια - Δόλος -. Για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, ως απαλλοτρίωση νοείται κάθε νομική διάθεση, με την οποία ο οφειλέτης αποχωρίζεται το περιουσιακό του στοιχείο, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφόσον με την διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να υπάρξει άμεση συνεργεία εφόσον ο άμεσος συνεργός κατά τον χρόνο που παρέχει την βοήθειά του στον αυτουργό γνωρίζει, ότι ο τελευταίος ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης τούτου. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για καταδολίευση δανειστών.

Αριθμός 1334/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Ντάλλα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1342/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενη την Ε. Ζ. του Δ. και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 446/2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 397 παρ. 1 του Π.Κ. "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη". "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση" (παρ. 3). Από την άνω διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, καθοριζόμενους υπαλλακτικώς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της υπάρξεως της απαιτήσεως, η οποία δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη και δικαστικώς αναγνωρισμένη ως και την θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως του δανειστή, με την γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα που συμβαίνει όταν το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα, μετά την γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή.

Απαλλοτρίωση, συνεπώς, είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφόσον με την διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρο 46 παρ.1 περ. β’ του Π.Κ. άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Στο έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να υπάρξει άμεση συνεργεία. Προϋπόθεση όμως για την θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι να τελεί αυτός εν γνώσει κατά τον χρόνο που παρέχει την βοήθειά του στον αυτουργό, ότι ο τελευταίος ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τούτου. Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξεως, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Χρόνος τελέσεως του κατ’ έγκληση διωκομένου ως άνω εγκλήματος καταδολιεύσεως δανειστών, είναι ο χρόνος που μεταγράφηκε το συμβόλαιο απαλλοτριώσεως ακινήτου του οφειλέτη. Αν από της τελέσεως μέχρι την υποβολή της εγκλήσεως έχει παρέλθει το ανωτέρω τρίμηνο, πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση της εγκληματικής πράξεως και του δράστη αυτής, για να μπορεί να ελεγχθεί η τήρηση του άνω τριμήνου της εγκλήσεως. Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του. Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Η, κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Εάν το δικαστήριο δεν αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του σε περίπτωση απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού που έχει προβληθεί παραδεκτά, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ. για έλλειψη αιτιολογίας. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Α.Π. 21/2016, Α.Π. 469/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης 1342/2015 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, χωρίς να αντιφάσκει το περιεχόμενο του ενός των μερών αυτών της αποφάσεως προς το περιεχόμενο του άλλου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά λέξη, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του παρόντα δευτέρου εκκαλούντα - κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: Η πρώτη κατηγορούμενη με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά της στοιχεία. Ειδικότερα η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με την υπ’ αριθμ. .../13-3-2007 σύμβαση και την υπ’ αριθμ. .../13-3-2007 (πρόσθετη) είχε χορηγήσει [στην πρώτη κατηγορουμένη] πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 14.400 Ευρώ. Την ανωτέρω σύμβαση η πολιτικώς ενάγουσα κατήγγειλε την 3-4-2009. Την καταγγελία της αυτή γνωστοποίησε στην πρώτη κατηγορουμένη με την από 3-4-2009 επιστολή της που της επιδόθηκε την 7-4-2009. Κατά την 3-9-2008 το ποσό του υπολοίπου του λογαριασμού, το οποίο η πρώτη κατηγορουμένη είχε υποχρέωση να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα ανερχόταν σε 12.301,57 Ευρώ. Η κατηγορουμένη δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../3-9-2008 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσώνου, πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε, λόγω πώλησης, στον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Ν., σύζυγο της θυγατέρας της, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα του 6ου ορόφου του ΑΛΦΑ τμήματος μίας πολυώροφης οικοδομής, στη διασταύρωση των οδών ... του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθαρού εμβαδού 92,52 μ2 και μικτού 110,07 μ2, μετά της ανήκουσας σε αυτό ως παρακολούθημα μίας αποθήκης που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 12 μ2, έναντι τιμήματος 125.000 ευρώ. Το ανωτέρω τίμημα του ως άνω ακινήτου, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, υπολειπόταν τόσον της αντικειμενικής του αξίας, ανερχομένης στο ποσό των 138.308,40 Ευρώ, όσο και της εμπορικής του αξίας που ήταν τουλάχιστον 200.000 Ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη κατηγορουμένη σε αντίθεση με τον ισχυρισμό αυτής ότι αναζητούσε χρήματα για να καλύψει τις οφειλές της, αντί να μεταβιβάσει το ακίνητο σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και σε υψηλότερο τίμημα επέλεξε να συμφωνήσει με τον δεύτερο κατηγορούμενο, που είναι ο σύζυγος της κόρης της, και να του πωλήσει το διαμέρισμα, έναντι τιμήματος που δεν αντιστοιχεί ούτε στην αντικειμενική του αξία. Είναι αληθές ότι στο ανωτέρω ακίνητο πριν από την μεταβίβασή του στον δεύτερο εναγόμενο είχαν εγγραφεί δυο προσημειώσεις υποθήκης, ποσού 45.781,36 και 78.000 Ευρώ για την εξασφάλιση απαιτήσεως της τράπεζας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.". Προκειμένου να καλυφθούν οι σχετικές οφειλές και να ανακληθούν οι αποφάσεις που διέταξαν την εγγραφή των ως άνω προσημειώσεων στον δεύτερο κατηγορούμενο με την υπ’ αριθμ. .../22-9-2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου συμφώνησε με την πολιτικώς ενάγουσα μέσω του υποκαταστήματος Πολυγύρου την χορήγηση σε αυτόν δανείου 125.000 Ευρώ.

Όμως η επιλογή των δύο κατηγορουμένων να καλύψουν μόνο τις οφειλές που ήταν ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο δεν αναιρεί, αλλά αντιθέτως ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ως άνω μεταβίβαση επιχειρήθηκε με πρόθεση να απαλλαγεί η πρώτη κατηγορουμένη από την περιουσία της και να ματαιωθεί η ως άνω ικανοποίηση της απαιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη. Εάν δεν είχαν αυτή την συγκεκριμένη πρόθεση οι κατηγορούμενοι είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον θα είχαν συμφωνήσει την πώληση του διαμερίσματος με τίμημα ίσο της αντικειμενικής του αξίας, ώστε να καλυφθεί και η απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας ή ο δεύτερος κατηγορούμενος θα είχε αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης και της οφειλής αυτής. Εξάλλου, δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος μεταβιβάσεως του ακινήτου στον δεύτερο κατηγορούμενο, δεδομένου ότι αυτός και η οικογένειά του δεν ήταν αναγκαίο να παραμένει κάτοικος Θεσσαλονίκης, αφού εργαζόταν στην ... Χαλκιδικής και ο ίδιος περιγράφει τις καθημερινές του μετακινήσεις από και προς την εργασία του ως χρονοβόρες και πολυδάπανες, με αποτέλεσμα εκ μέρους του να πωληθεί το διαμέρισμα και να εγκατασταθεί ο ίδιος με την οικογένειά του στον ως άνω τόπο της εργασίας του. Αποτέλεσμα της παραπάνω μεταβιβάσεως που θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς την συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου ως αντισυμβαλλομένου της πρώτης κατηγορουμένης στην σχετική σύμβαση πωλήσεως ήταν ότι η τελευταία στερήθηκε του μοναδικού της περιουσιακού στοιχείου, το οποίο ήταν αναγκαίο και κατάλληλο για την ικανοποίηση της παραπάνω απαιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας με την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως. Η πολιτικώς ενάγουσα εμπροθέσμως υπέβαλε την σχετική έγκληση την 1-7-2009, αφού η εκ μέρους της έρευνα της περιουσίας της πρώτης κατηγορουμένης, από την οποία προέκυψε ότι η τελευταία δεν διέθετε κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο και συνεπώς πληροφορήθηκε η εγκαλούσα την τέλεση της αξιόποινης πράξεως, επιχειρήθηκε και ολοκληρώθηκε την 2.4.2009. Κατά συνέπεια ο σχετικός ως άνω προβαλλόμενος ισχυρισμός των κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Ακολούθως κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στην Θεσσαλονίκη την 3-9-2008 τέλεσαν τις εξής αξιόποινες πράξεις: Α) Η πρώτη κατηγορούμενη με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή της, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά της στοιχεία και συγκεκριμένα, αν και η πρώτη κατηγορουμένη όφειλε στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", κατά τον παραπάνω χρόνο το ποσό των 12.301,57 ευρώ (το οποίο προερχόταν από την μ’ αριθμό ... σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε συνάψει αυτή την 13-3-2007 με την εγκαλούσα), το οποίο η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι οφείλει στην εγκαλούσα και ότι η τελευταία στη συνέχεια την 3-4-2009 κατήγγειλε τη σύμβαση αλληλόχρεου, τη δε καταγγελία της αυτή γνωστοποίησε στην πρώτη κατηγορουμένη με την από 3-4-2009 επιστολή της που επιδόθηκε στην πρώτη κατηγορουμένη την 7-4-2009, ωστόσο η πρώτη κατηγορουμένη, προκειμένου να αποτρέψει την ικανοποίηση των αξιώσεων της εγκαλούσας, προέβη στην μεταβίβαση σε τρίτους της κυριότητας του ακολούθως αναφερομένου περιουσιακού του στοιχείου και ειδικότερα: δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../3-9-2008 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσώνου, πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε λόγω πώλησης στον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Ν., σύζυγο της θυγατέρας της, κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα του 6ου ορόφου του ΑΛΦΑ τμήματος μίας πολυώροφης οικοδομής, στη διασταύρωση των οδών ..., του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθαρού εμβαδού 92,52 τ.μ. και μικτού 110,07 τ.μ., μετά της ανήκουσας σε αυτό, ως παρακολούθημα, μίας αποθήκης που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής, εμβαδού 12 τ.μ., έναντι τιμήματος 125.000 ευρώ.

Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας εταιρείας, καθόσον το μεν απαλλοτρίωσε, λόγω πώλησης, το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, επαρκές για την ικανοποίηση της αξίωσης της δανείστριας εταιρίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο στην κυριότητα της προκειμένου να ικανοποιηθεί η αξίωση της, ενώ επιπλέον το τίμημα της πώλησης δεν ήταν ισότιμο και αξιόχρεο, διότι η πραγματική - συναλλακτική αξία του ως άνω ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 215.000 ευρώ, το δε η πρώτη κατηγορουμένη εισέπραξε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 125.000 ευρώ από τον αγοραστή του ακινήτου, χωρίς από αυτό να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου των 12.301,57 ευρώ στην εγκαλούσα εταιρεία, ούτε όμως και το οφειλόμενο κατά το κλείσιμο του ανοικτού-αλληλόχρεου λογαριασμού ποσό των 12.965,36 ευρώ στην εγκαλούσα εταιρία, από την οποία τα απέκρυψε, ενώ όφειλε να εξοφλήσει την σχετική οφειλή της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί στο σύνολο της η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας, η οποία έλαβε γνώση της ως άνω μεταβίβασης την 2 Απριλίου 2009. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ν., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης και συγκεκριμένα σύνηψε, ως "αγοραστής", την σύμβαση πώλησης του περιγραφομένου στο υπ’ αριθμ. .../3-9- 2008 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσώνου ακινήτου, που του μεταβίβασε η μητέρα της συζύγου του και πρώτη κατηγορουμένη Ε. Ζ., ως αναλυτικά αναφέρεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη, και δέχτηκε να μεταβιβαστεί στον ίδιο η κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, παρόλο που γνώριζε ότι διά της μεταβίβασης αυτής ματαιώνει την ικανοποίηση της εγκαλούσας - δανείστριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με την οποία η μητέρα της συζύγου του και πρώτη κατηγορουμένη είχε συνάψει την 13-3-2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό. Στην πράξη του αυτή προέβη με γνώση και θέληση να συνδράμει αποφασιστικά στην ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας που διατηρούσε απέναντι στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία, εάν δεν είχε τη βοήθειά του, δεν θα προέβαινε στη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού και συνεπώς ούτε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας" και κατά παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου - εκκαλούντος περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του Π.Κ., ως εκ του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με αυτά που δέχθηκε, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που σημειωτέον, εκτός των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε, σε κάθε περίπτωση, να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως (άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών), για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1β, 117 και 397 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται η άμεση συνδρομή, την οποία παρείχε ο αναιρεσείων στην από την αυτουργό απαλλοτριωτική πράξη του μοναδικού της περιουσιακού στοιχείου, συμπράττοντας, ως αντισυμβαλλόμενος αυτής, στην σχετική σύμβαση πωλήσεως και η, κατά τον ίδιο χρόνο, υφισταμένη κατά της αυτουργού αξίωση της εγκαλούσας, προερχομένη από την καταρτισθείσα μεταξύ τους (εγκαλούσας και αυτουργού) σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, το ύψος του οφειλομένου εκ μέρους της αυτουργού στην εγκαλούσα υπολοίπου, ανερχομένου, κατά τις 3.9.2008, στο συνολικό ποσό των 12.301,57 ευρώ και η καταγγελία της συμβάσεως αυτής με την από 3.4.2009 επιστολή της εγκαλούσας, που επιδόθηκε στην αυτουργό στις 7.4.2009. Ακόμη εμπεριέχονται πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, συνισταμένου στην γνώση αυτού περί της υπάρξεως της ανωτέρω απαιτήσεως της εγκαλούσας εναντίον της αυτουργού κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως και περί της ανυπαρξίας άλλων περιουσιακών στοιχείων της, εκτός από το απαλλοτριούμενο, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας, καθώς επίσης και περί του ότι η αυτουργός ενεργούσε καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας εγκαλούσας τράπεζας, προσέτι δε και στην θέληση αυτού, όπως με την αναφερόμενη απαλλοτριωτική πράξη ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας, η οποία εν τέλει και ματαιώθηκε.

Επίσης αιτιολογείται επαρκώς ότι το τίμημα των 125.000 ευρώ, με το οποίο έγινε η πώληση του ακινήτου, μοναδικού, κατά τα προεκτεθέντα, περιουσιακού στοιχείου της αυτουργού, δεν αποτελεί ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, ενόψει της, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αντικειμενικής μεν αξίας αυτού, ανερχομένης στο ποσό των 138.308,40 ευρώ, εμπορικής δε αξίας αυτού, ανερχομένης τουλάχιστον στο ποσό των 200.000 ευρώ. Εξ άλλου, ενόψει του ότι: α) κάθε τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, από τους αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 397 του Π.Κ., είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως και β) των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εν προκειμένω το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών τελέστηκε δια της προαναφερομένης, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, απαλλοτριώσεως του ως άνω μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της αυτουργού, προσέτι δε ότι η άμεση συνδρομή την οποία παρείχε ο αναιρεσείων στην από την αυτουργό ως άνω απαλλοτριωτική πράξη συνίστατο στην σύμπραξή του, ως αντισυμβαλλόμενος στην σχετική σύμβαση πωλήσεως, τελώντας σε γνώση τόσον της, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, υπάρξεως της ανωτέρω απαιτήσεως της εγκαλούσας εναντίον της αυτουργού και της ανυπαρξίας άλλων περιουσιακών στοιχείων, όσο και στο γεγονός ότι η τελευταία ενεργούσε καταδολιευτικά, για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εγκαλούσας, όσο και στην θέληση αυτού όπως με την ανωτέρω απαλλοτρίωση ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεως της τελευταίας, η περαιτέρω παραδοχή αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../22.9.2008 συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, έλαβε δάνειο από την εγκαλούσα τράπεζα, ύψους 125.000 ευρώ, για να προβεί στην αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, δεν δημιουργεί ασάφεια, ούτε αντίφαση που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 397 και 46 παρ. 1 β’ του Π.Κ. Περαιτέρω και σχετικώς με την απόρριψη του προβληθέντος προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αυτοτελούς ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, για την οποία κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε αυτός, διότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από τότε που η εγκαλούσα έλαβε γνώση της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, με χρόνο τελέσεως αυτής την 3.9.2008, μέχρι την υποβολή της εγκλήσεως την 1.7.2009, παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η προεκτεθείσα αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι η έγκληση υπεβλήθη εντός τριμήνου από τον χρόνο κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε γνώση της τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 117 του Π.Κ.

Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά στην κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση η εγκαλούσα της τελέσεως της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου αιτιολογείται από την ανωτέρω παραδοχή, στην οποία περιέχεται ο χρόνος γνώσεως της τελεσθείσας σε βάρος της εγκαλούσας από τον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξεως, ο τρόπος με τον οποίο έλαβε γνώση αυτής και ο χρόνος υποβολής της εγκλήσεώς της, ενώ δεν δημιουργείται αντίφαση, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από την παραδοχή ότι η πολιτικώς ενάγουσα χορήγησε σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) στεγαστικό δάνειο στις 22.9.2008, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς του, και έλαβε γνώση της συγκεκριμένης μεταβιβάσεως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η πραγματοποιηθείσα εκ μέρους της εγκαλούσας έρευνα περί της περιουσιακής καταστάσεως της αυτουργού, από την οποία προέκυψε ότι η αυτουργός δεν διέθετε κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο, ολοκληρώθηκε στις 2.4.2009, ενόψει του ότι κρίσιμος, εν προκειμένω, χρόνος δεν είναι ο χρόνος της εκ μέρους του αναιρεσείοντος συνάψεως με την πολιτικώς ενάγουσα της υπ’ αριθμ. .../22.9.2008 συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε σ’ αυτόν δάνειο, ύψους 125.000 ευρώ, για την αγορά του προαναφερθέντος διαμερίσματος, αλλά ο χρόνος ολοκληρώσεως της πραγματοποιηθείσας από την εγκαλούσα έρευνας της περιουσιακής καταστάσεως της αυτουργού, οπότε πληροφορήθηκε αυτή (εγκαλούσα) ότι η τελευταία δεν διαθέτει κάποιο άλλο, εκτός του απαλλοτριωθέντος, περιουσιακό στοιχείο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., συναφείς προς τα παραπάνω, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, καθώς και η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού για το εκπρόθεσμο της υποβληθείσας εγκλήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται ταυτοσήμως με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως και, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δικ., η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και του περιεχομένου των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς σε κάθε ένα από αυτά, η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ’ αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει την συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα ενσωματωμένων σ’ αυτήν πρακτικών της δίκης, το δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνονται και τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και δη: 1.η από 09.10.2008 Βεβαίωση εξοφλήσεως της υπ’ αριθμόν ... συμβάσεως δανείου της EFG Eurobank Ergasias ΑΕ, που είχε λάβει η πρώτη κατηγορούμενη δυνάμει της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του εν λόγω ακινήτου, με επισυναπτόμενη την κίνηση λογαριασμού από όπου προέκυπτε το υπόλοιπο του δανείου την ημέρα εξοφλήσεώς του, ήτοι την 09.10.2008, που ανέρχονταν στο ποσό των 9.392,16 ευρώ. 2. η από 09.10.2008 βεβαίωση εξοφλήσεως της υπ’ αριθμόν ... συμβάσεως δανείου της EFG Eurctok Ergasias ΑΕ. που είχε λάβει η πρώτη κατηγορούμενη δυνάμει της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί του εν λόγω ακινήτου, με επισυναπτόμενη την κίνηση λογαριασμού από όπου προέκυπτε το υπόλοιπο του δανείου την ημέρα εξοφλήσεώς του, ήτοι την 09.10.2008, που ανέρχονταν στο ποσό των 58.814,02 ευρώ, 3. η από 06.10.2008 απόδειξη εισπράξεως που χορήγησε σ’ αυτόν η εγκαλούσα μετά της από 06.10.2008 εντολής εκταμίευσης της εγκαλούσας του δανείου, ύψους 125.000,00 ευρώ, προκειμένου να εξοφληθεί το τίμημα της εν λόγω αγοροπωλησίας, 4. η περίληψη εγγραφής προσημειώσεως και η υπ’ αριθμ. 1.803/2008 απόφαση εγγραφής προσημειώσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, υπέρ της εγκαλούσας, κατά του αναιρεσείοντος επί του εν λόγω ακινήτου. Περαιτέρω, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των ίδιων ως άνω πρακτικών, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε έχουν διορθωθεί κατά τούτο, προκύπτει, ότι μεταξύ των εγγράφων που είχε προσκομίσει ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δεν περιλαμβανόταν και τα παραπάνω αναφερόμενα.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στον οποίο, με τις συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ. αιτιάσεις, πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και δεν συνεκτίμησε αυτά με τις υπόλοιπες αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη από 6.4.2015 δήλωση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1342/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7.4.2015, υπ’ αριθμ. πρωτ: .../7-4-2015 από 6.4.2015 δήλωση του Κ. Ν. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1342/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ