Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1032/2016

Περίληψη

Ενδοοικογενειακή βία - Απειλή - Ελαφρυντικές περιστάσεις - Η ενδοοικογενειακή απειλή είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του αδικήματος της απειλής. Το έγκλημα μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή προφορικά, εγγράφως, με νεύματα ή με άλλες απειλητικές κινήσεις και γενικά με οποιαδήποτε ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα μέλη της οικογένειάς του. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για ενδοοικογενειακή απειλή. Στην απόφαση αναφέρονται οι φράσεις και κάποιες φορές και οι απειλητικές κινήσεις, με τις οποίες ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεσή του να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην παθούσα σύζυγό του.

Αριθμός 1032/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Θ. του Π., κατοίκου ... (οδός ...), που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του ’ννας Κουνιάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 543/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Π. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1256/2015.

Αφού άκουσε

την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ...", "Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση." Η ενδοοικογενειακή απειλή (άρ. 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006) είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του κατ’ άρθρ. 333 παρ. 1 ΠΚ αδικήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής δεν είναι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον τρίτου, αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τελέσεως άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα μέλη της οικογένειας, όπως η έννοια αυτής (οικογένειας) αναφέρεται στην κατ’ άρθρ. 1 παρ. 2 στοιχ. α’ του Ν. 3500/2006 και ανήκουν οι σύζυγοι, οι γονείς και λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, χωρίς να απαιτείται η συγκατοίκησή τους. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής απαιτείται ακόμη δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ’ αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφορά και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 543/2015 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, καθό μέρος αφορά στην αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια Α. Π. είναι ήδη εν διαστάσει σύζυγοι. Παντρεύτηκαν στις 31.1.2009. Απέκτησαν δύο κόρες, στις 18.6.2009 και στις 9.8.2010. Όταν παντρεύτηκαν ο κατηγορούμενος ασκούσε το επάγγελμα του οφθαλμιάτρου με δικό του ιατρείο, η δε μηνύτρια που ήταν πτυχιούχος της Παντείου, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία Μigato. Μετά το γάμο κατ’ απαίτηση του κατηγορουμένου αυτή έπαυσε να εργάζεται και ασχολήθηκε με το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών. Ο κατηγορούμενος έχει καλή οικονομική κατάσταση και έσοδα από την εργασία του, ενώ η μηνύτρια προέρχεται από φτωχή οικογένεια των Πλαταιών με δύο αδελφές και χήρα μητέρα. Οι καβγάδες άρχισαν αμέσως μετά το γάμο τους και πολλές φορές ο κατηγορούμενος αναφερόταν στο γεγονός ότι δεν πήρε προίκα, μιλούσε δε υποτιμητικά για τις αδελφές της και τη μητέρα της.

Με πρόθεση ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην μηνύτρια - σύζυγό του (τον χρόνο εκείνο) τρόμο και ανησυχία, όπως παρακάτω: στις 2.8.2009 λέγοντάς της "θα σε σκοτώσω εσένα, σου κάνω τη χάρη να ζήσεις επειδή θηλάζεις το παιδί", στις 21.12.2009 "θα σε πνίξω" θέτοντας τα χέρια του στο λαιμό της", στις 22.12.2009 "άμα πάρεις το παιδί και φύγεις θα σε πάω σε συνάδελφό μου ψυχίατρο και λόγω της ιδιότητάς μου θα πάρω χαρτί ότι είσαι τρελή, θα σκοτώσω τις αδελφές σου και δεν θα ξαναδείς ποτέ το παιδί, είμαι δισεκατομμυριούχος και έχω τον τρόπο και τα μέσα να σε διαλύσω, ενώ εσύ είναι άπροικη, απένταρη με το βρακί στον κώλο", την Μεγάλη Εβδομάδα του 2009 είπε ότι θα σε βρούν κομματάκια στον σκουπιδοντενεκέ, στις 18.7.2010 ότι θα τη σκοτώσει και θα της πάρει το παιδί άμα ποτέ κάνει μήνυση εναντίον του και εναντίον της οικογένειάς μου, στις 6.11.2010 ότι μόλις πάει 09.00μ.μ. η ώρα θα βγάλει το περίστροφο και θα την πυροβολήσει, στις 31.12.2010 ότι θα της κόψει το κεφάλι... θα το πάει στην μάνα της ... θα σκοτώσει και εκείνη (όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό). Επίσης την 1.1.2011 και στις 3.1.2011 με τις φράσεις , όπως αυτές αναγράφονται στο διατακτικό, που κυριαρχεί η φράση "θα σε σκοτώσω". Η μηνύτρια φοβήθηκε πολύ, έφυγε στις 3.1.2011 με τις πυτζάμες από το σπίτι μαζί με τα παιδιά της, φιλοξενήθηκε δε από τις 10.1.2011 έως 16.1.2011 από το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο, που κάλυψε οικονομικά τη σχετική δαπάνη. Από το σπίτι τους έφυγε επειδή φοβόταν για τη ζωή της και όχι γιατί το σχέδιό της ήταν να χωρίσει και να ζητήσει διατροφή από τον εύπορο σύζυγό της, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση...".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας (αφού αθώωσε κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση με το σκεπτικό ότι "υπάρχουν αμφιβολίες αν έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στο διατακτικό σωματικές κακώσεις και βλάβες της υγείας της παθούσας. Καθόσον μόνον η ίδια αναφέρει ότι υπέστη αυτές, δεν προσκομίστηκαν ιατρικά πιστοποιητικά ούτε ιατροδικαστικές εκθέσεις ούτε υπάρχουν λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ενισχυτικά της καταθέσεώς της. Η κατάθεση της αδελφής της Α. Π. (η οποία, σημειωτέον, κατέθεσε ότι δεν ήταν παρούσα σε καυγάδες του ζευγαριού) ότι "ο λαιμός της ήταν κόκκινος και η μύτη της περίεργη" δεν είναι ικανή να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση για πρόκληση σωματικής βλάβης ή βλάβη υγείας, ποιάς μορφής και ποιάς βαρύτητας ακριβώς...."), κήρυξε παμψηφεί αυτόν ένοχο, για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "...

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Μήνα Αύγουστο του έτους 2009 έως και 3.1.2011 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: Με πρόθεση προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογενείας του απειλώντας το με παράνομη πράξη και συγκεκριμένα απείλησε την εγκαλούσα σύζυγό του Α. Π., απευθύνοντάς της τις φράσεις 1) Στις 2.8.2009 "Θα σε σκοτώσω εσένα, σου κάνω τη χάρη να ζήσεις, επειδή θηλάζεις το παιδί", 2) Στις 21.12.2009 "Θα σε πνίξω", ενώ συγχρόνως έθεσε τα χέρια του στο λαιμό της, 3) Στις 22.12.2009 "’μα πάρεις το παιδί και φύγεις θα σε πάω σε συνάδελφό μου ψυχίατρο και λόγω της ιδιότητάς μου θα πάρω χαρτί ότι είσαι τρελή, θα σκοτώσω τις αδερφές σου και δεν θα ξαναδείς ποτέ το παιδί, είμαι δισεκατομμυριούχος και έχω το τρόπο και τα μέσα να σε διαλύσω, ενώ εσύ είσαι άπροικη, απένταρη με το βρακί στον κώλο", 4) Την Μεγάλη Εβδομάδα του 2009 "Θα σε βρούνε οι γείτονες κομματάκια στον σκουπιδοτενεκέ", 5) Στις 18.7.2010 "’μα ποτέ κάνεις μήνυση εναντίον μου και εναντίον της οικογένειάς μου θα σε σκοτώσω και θα σου πάρω το παιδί", 6) Στις 6.11.2010 "Μόλις πάει 9:00 μμ η ώρα θα βγάλω το περίστροφο και θα σε πυροβολήσω", 7) Στις 31.12.2010 "Θα σου κόψω το κεφάλι, θα το βάλω σε παλούκι θα το πάω στη μάνα σου απόψε και μετά θα σκοτώσω και εκείνη, άμα φύγετε θα σε σφάξω στο γόνατο.", 8) Την 1.1.2011 "Θα σε συντρίψω, θα σε λιώσω, θα σε σκοτώσω, θα τα πούμε στα δικαστήρια, δεν πρόκειται ποτέ να πάρεις την επιμέλεια των παιδιών επειδή δεν έχεις περιουσία, έχω βρει γιατρό και μου έχει δώσει χαρτί ότι μετά το θάνατο του πατέρα σου είχες νοσηλευτεί, εγώ έχω και το χρήμα και την δύναμη να σε συντρίψω", ενώ συγχρόνως την έπιασε από τον λαιμό και τον έσφιξε δυνατά και 9) Στις 3.1.2011 "Θα σε σκοτώσω, άμα δεν έλθει η μάνα σου στο σπίτι την ώρα που έταξα θα της στείλω το κεφάλι σου πάνω σε παλούκι."

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ και 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 σε συνδυασμό με 333 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση οι φράσεις (προφορικώς) και κάποιες φορές και απειλητικές κινήσεις, με τις οποίες ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεσή του να προκαλέσει τρόμο και ανησυχία στην παθούσα σύζυγό του Α. Π., οι ακριβείς ημερομηνίες, εντός του χρονικού διαστήματος από 2.8.2009 έως και 3.1.2011, κατά τις οποίες απηύθυνε τις απειλές και ενήργησε απειλητικές κινήσεις κατά της παθούσας, καθώς και η πρόκληση τρόμου και ανησυχίας σ’ αυτή από τις αναφερόμενες απειλητικού περιεχομένου φράσεις και κινήσεις.

Η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση δεν είναι ειδικώς αιτιολογημένη ως προς την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 σε συνδυασμό με το 333 ΠΚ, διότι δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις, στις οποίες θεμελιώνεται η κρίση της, και ειδικότερα διότι δεν έλαβε υπόψη της το σύνολο των καταθέσεων των ενώπιον του ακροατηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, είναι αβάσιμη, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου), και δεν ήταν αναγκαία ούτε η αναλυτική παράθεση των καταθέσεων των μαρτύρων Α. Σ., Μ. Μ., Α. Τ. Σ., Μ. Α. και Α. Π., τις οποίες αναμφισβήτητα έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ούτε ήταν αναγκαία η μνεία του τι προκύπτει από την κάθε κατάθεση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το αρθρ. 510 αρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., προσάπτει στο Εφετείο ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός περιέχει αντιφάσεις τόσο στην αιτιολογία της όσο και μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού αυτής, καθόσον, ενώ τον έχει κηρύξει αθώο της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης που είχε λάβει χώρα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο την 1.1.2011, στη συνέχεια δέχθηκε ότι την 1.1.2011 ήταν υπαίτιος όχι μόνο της ενδοοικογενειακής απειλής αλλά και της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης (πρώτος λόγος, δεύτερος μέρος αυτού και δεύτερος λόγος) και αφετέρου ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν θα έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.3500/2006, αλλά τις κοινές διατάξεις του ΠΚ (άρθρο 333 ΠΚ περί απειλής) και εν συνεχεία να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 4198/2013, εν όψει του ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ήταν "ήσσονος βαρύτητας", αφού επρόκειτο για συνηθισμένα προβλήματα ενός ζευγαριού (τρίτος λόγος). Η αναφορά στο διατακτικό της απόφασης που αφορά στην ενοχή του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής ότι "...την έπιασε από το λαιμό και τον έσφιξε δυνατά", ουδόλως σημαίνει ότι το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είναι υπαίτιος και της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, για την οποία και τον απήλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Αντιθέτως, σαφώς δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεσή του να προκαλέσει στην παθούσα σύζυγό του τρόμο και ανησυχία με την απειλή θανατώσεως αυτής ή πρόκληση σ’ αυτήν σωματικής βλάβης, χρησιμοποιώντας προς τούτο όχι μόνο λεκτική βία και επομένως όχι ήσσονος βαρύτητας συμπεριφορά, αλλά και το σφίξιμο με τα χέρια του τού λαιμού της, για την οποία κίνηση ρητά αναφέρει ότι δεν είναι ικανή να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση για πρόκληση σωματικής βλάβης ή βλάβης της υγείας της, αφού δεν συνοδεύεται και από άλλα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία (ιατροδικαστικές εκθέσεις κλπ). Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού αυτής, και το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3500/2006 και του ΠΚ που επικαλείται ο αναιρεσείων, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δη τόσο για τη συνδρομή των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της ενδοοικογενειακής απειλής, που τέλεσε σε βάρος της ο αναιρεσείων, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού καλύπτονται όλα τα στοιχεία του ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς του αυτής με τα επελθόντα στην παθούσα τρόμο και ανησυχία.

Κατ’ ακολουθίαν, οι αναιρετικοί λόγοι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού και δεύτερος της αίτησης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών, καθώς και οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ.), προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην από το Εφετείο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα αλλά και να απαντήσει σ’ αυτούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε’ ) για τη στοιχειοθέτηση δε του ελαφρυντικού της περιπτώσεως ε’ της παρ. 2 του άρθρου 84 πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συνήγορος του κατηγορουμένου (νυν αναιρεσείοντος), μετά την επί της ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, ζήτησε "την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ του ΠΚ". Το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε’ ΠΚ, της μετά την πράξη για μεγάλο χρονικό διάστημα καλής συμπεριφοράς, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε ότι μετά την πράξη συμπεριφέρεται καλώς, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία θετικής συμπεριφοράς του για αλλαγή του προς το καλύτερον έναντι του τρόπου ζωής και της συμπεριφοράς του πριν την πράξη. Ειδικότερον έναντι της παθούσας δεν αποδείχθηκε ότι φρόντισε να ζητήσει ειλικρινά συγγνώμη και να βελτιώσει τις σχέσεις τους, που επιβάλλεται για το συμφέρον των τέκνων τους.". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, όπως προβλήθηκε και έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, ήταν απαράδεκτος ως παντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως που την προβλέπει, χωρίς να αναφερθούν πραγματικά περιστατικά που να τη θεμελιώνουν.

Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του αόριστου αυτού ισχυρισμού, παρά ταύτα το δικαστήριο με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ουσία τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ 1 στ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι τον κήρυξε ένοχο χωρίς να αιτιολογήσει την καταδικαστική, άνευ ελαφρυντικού, κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αρ. Πρωτ 8233/13.11.2015 αίτηση του Ε. Θ. του Π. για αναίρεση της με αριθμ. 543/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Μαΐου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ