Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 18/2011


Περίληψη

Αίτηση υπαγωγής σε διαδικασία συνδιαλλαγής -. Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής έναντι των πιστωτών του νομικού προσώπου και όχι και των συνοφειλετών αυτής ομορρύθμων εταίρων. Δεν πρέπει να συναχθεί επιχείρημα εξ αντιδιαστολής από το ότι δεν προβλέπεται στο στάδιο «ανοίγματος» της διαδικασίας συνδιαλλαγής ρητά ανάλογη και ισοδύναμη με τον πρωτοφειλέτη προστασία των συνοφειλετών εις ολόκληρο, ενώ ρητή ευνοϊκή πρόβλεψη για αυτούς υφίσταται μετά την επικύρωση της συμφωνίας από το Πτωχευτικό Δικαστήριο (άρθρο 104 ΠτΚ). Μη νόμιμη η κύρια παρέμβαση πιστώτριας, η οποία επικαλείται την ύπαρξη απαιτήσεως σε βάρος των ομορρύθμων μελών και όχι του νομικού προσώπου. Δεν πιθανολογείται ότι η αιτούσα συνεχίζει την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησής της, ότι προβαίνει σε πληρωμές ή ρυθμίσεις των χρεών της και διαθέτει κατάλληλο χώρο ανάπτυξης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, οπότε δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Απορρίπτει την αίτηση.

Κείμενο Απόφασης

Ι. Επειδή με το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 99 έως 106 του ν. 3588/2007 (νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισήχθη στο ελληνικό δίκαιο ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ανάλογος με τη γαλλική νομοθεσία (procedure de conciliation), η οποία είναι το προβλεπόμενο στο νόμο σύνολο δικαστικών εξώδικων ενεργειών με δικαστική εποπτεία, που αποβλέπει στην κατάρτιση και δικαστική επικύρωση μιας περί ρυθμίσεως οφειλών συμφωνίας, ενός έχοντος πτωχευτική ικανότητα και ευρισκόμενου σε κατάσταση παρούσας ή προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας προσώπου, με τους διαθέτοντες την πλειοψηφία των απαιτήσεων πιστωτές του, ώστε να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης και να διασωθεί η επιχείρησή του. Το διαθέτον, λοιπόν, πτωχευτική ικανότητα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο ενώπιον καταστάσεως «επαπειλούμενης παύσης πληρωμών», δικαιούται αντί να ζητήσει την κήρυξή του σε πτώχευση (άρθρο 3 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα), να κάνει χρήση της νέας δυνατότητας που του παρέχει ο νόμος, της υποβολής δηλαδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 και 100 του ως άνω νόμου (Πτωχευτικού Κώδικα), αιτήσεως για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οπωσδήποτε οι προϋποθέσεις μιας επαπειλούμενης παύσης πληρωμών, αλλά αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμα και προσωρινής και μερικής οικονομικής αδυναμίας (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό δίκαιο, εκδ. Γ' παρ. 95, 97-99 σελ. 42-43). Η αίτηση υποβάλλεται από το πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις πρόσωπο στο πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή, το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο για την κήρυξη της πτώχευσης, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 53 και 54 του Πτωχευτικού Κώδικα) με την απόκλιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΠτΚ για τη δυνατότητα άσκησης παρεμβάσεων κύριων ή πρόσθετων και προφορικά με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Η αίτηση πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει και: α) περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης του αιτούντος και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής του αδυναμίας, ενώ πρέπει να επισυνάπτεται σ' αυτήν, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης 5.000 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 99 παρ. 1 και 2 του Πτωχευτικού Κώδικα). Το αρμόδιο κατά τα ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση και αρκούμενο σε πιθανολόγηση του βασίμου της αίτησης, της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, αφενός μεν αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας, αφετέρου δε ορίζει «μεσολαβητή» από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, την οποία πάντως, με αίτηση του ίδιου του μεσολαβητή μπορεί να παρατείνει άπαξ μόνο, για έναν ακόμη μήνα, προκειμένου αυτός να φέρει σε πέρας το έργο, που ο ίδιος ο νόμος στο άρθρο 101 περιγράφει (άρθρο 100 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα). Επειδή τα καθήκοντα του «μεσολαβητή» περιγράφονται στο νόμο, δεν είναι αναγκαία η αναφορά τους και στην απόφαση που τον διορίζει (βλ. Σπ. Ψυχομάνη ό.π., παρ. 107, σελ. 44), ενώ αυτή δημοσιεύεται στο δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (άρθρο 100 παρ. 3 και 8 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα). Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται με την 1η απόφαση ισχύουν μέχρις εκδόσεως της 2ης αποφάσεως, ήτοι της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας κατά τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 4 του ΠτΚ, ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 3 του ΠτΚ. (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3588/2007, ΠολΠρΑθ 74/2008 ΔΕΕ 2008 Νόμος, Ι. Σπυριδάκη, Πτωχευτικό δίκαιο, έκδ. 2008, σελ. 410 επ., Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 2008 σελ. 511-529, Σπ. Ψυχομάνης, έκδ. 2007 σελ. 40-54, Π. Μάζης, Η διαδικασία συνδιαλλαγής του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, ΔΕΕ 2/2008 σελ. 172, Λ. Κοτσίρης - Π. Αρβανιτάκης, Γνωμοδότηση από 19.2.2008 προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο Πτωχευτικό Κώδικα»). Η λήψη των προληπτικών μέτρων αποσκοπεί στην εξασφάλιση κάθε επιζήμιας για τους πιστωτές μεταβολής της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της επιχειρήσεώς τους. Περαιτέρω, ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας δεν προβλέπει ρητά για την ανάλογη και ισοδύναμη με τον πρωτοφειλέτη προστασία του εγγυητή και συνοφειλέτη εις ολόκληρο κατά το πρώτο στάδιο, ενώ ρητή και ευνοϊκή πρόβλεψη υπάρχει γι' αυτόν στο στάδιο «μετά την επικύρωση της συμφωνίας από το πτωχευτικό δικαστήριο, με το άρθρο 104, από το οποίο και θεωρείται ότι δεν πρέπει να συναχθεί επιχείρημα εξ αντιδιαστολής (ΠολΠρΑθ 44/2010 Νόμος).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα εκθέτει ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ξυλείας και προϊόντων της πρωτογενούς κατεργασίας ξύλου και κατασκευής ξυλουργικών προϊόντων της πρωτογενούς κατεργασίας ξύλου και κατασκευής ξυλουργικών προϊόντων και ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας, χωρίς να τελεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και ότι υπό τις εκτιθέμενες ειδικώς στην αίτηση περιστάσεις επίκειται οικονομική αδυναμία της. Βάσει του ιστορικού αυτού, ζητεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, το διορισμό μεσολαβητή και τη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι των πιστωτών της, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της όσο διαρκεί η διαδικασία συνδιαλλαγής. Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά τα άρθρα 99 παρ. 1, 53 και 54 παρ. ν. 3588/2007, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 99 έως 105 ν. 3588/2007 κατ' αμφότερα τα σωρευόμενα αιτήματά της.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. κατάθεσης .../8.2.2011 κύρια παρέμβαση που άσκησε η πρώτη των ως άνω κυρίως παρεμβαινουσών, αλλά και με δηλώσεις των πληρεξουσίων τους δικηγόρων στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, που καταχωρήθηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, αμφότερες οι κυρίως παρεμβαίνουσες άσκησαν κύριες παρεμβάσεις, ζητώντας τη μη έναρξη της διαδικασίας συνδιαλλαγής αναφορικά με τις οφειλές της αιτούσας οι: α) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... Χ. ΜΑΕ», επικαλούμενη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην ύπαρξη απαιτήσεως σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων της αιτούσας ομόρρυθμης εταιρίας, ποσού 329.887,38 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ./5.2.2008 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, των πρόσθετων πράξεων αυτής και τροποποιητικών συμβάσεων αυτής και β) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α. ΒΑΕ», επικαλούμενη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην ύπαρξη απαιτήσεως σε βάρος της αιτούσας εταιρίας από ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που έκλεισε στις 13.12.2010 με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 115.476,23 ευρώ. Οι ως άνω παρεμβάσεις ασκήθηκαν παραδεκτά και νομότυπα, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (η πρώτη και με ιδιαίτερο δικόγραφο), είναι κύριες εφόσον οι παρεμβαίνουσες αντιδικούν με την αιτούσα, αιτούμενες την απόρριψη της αίτησής της (ΑΠ 1076/2002 ΕλλΔνη 2002.1689, ΕφΛαρ 224/2007, ΕφΑθ 6442/2006 Νόμος). Περαιτέρω, η δεύτερη των ως άνω κύριων παρεμβάσεων είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 των ως άνω κυρίων παρεμβάσεων, διότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «. Χ. ΜΑΕ» εκθέτει ότι είναι πιστώτρια των ομορρύθμων μελών και όχι της αιτούσας και επικαλείται την ύπαρξη απαιτήσεως σε βάρος των ομορρύθμων μελών της.

ΙΙΙ. Όμως, με την κρινόμενη αίτηση διώκεται το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και η λήψη προληπτικών μέτρων έναντι των πιστωτών του αιτούντος νομικού προσώπου και όχι και των συνοφειλετών αυτής ομορρύθμων εταίρων, ως προς τους οποίους δεν επιδιώκεται η αναστολή των ατομικών και συλλογικών καταδιωκτικών μέτρων, δοθέντος μάλιστα ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, δεν προβλέπεται ρητά ανάλογη και ισοδύναμη με τον πρωτοφειλέτη προστασία συνοφειλέτη εις ολόκληρον κατά το πρώτο στάδιο ήτοι του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ενώ αντιθέτως, ρητή και ευνοϊκή πρόβλεψη υπάρχει γι' αυτόν (συνοφειλέτη εις ολόκληρον) στο στάδιο μετά την επικύρωση της συμφωνίας από το πτωχευτικό δικαστήριο, με το άρθρο 104, από το οποίο και θεωρείται ότι δεν πρέπει να συναχθεί επιχείρημα εξ αντιδιαστολής. Συνακόλουθα, πρέπει η αίτηση και η κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «. τραπεζική εταιρία», που κρίθηκαν νόμιμες να συνεκδικαστούν, διότι αφενός μεν διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, αφετέρου δε επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1, 246 σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού και όλα, ανεξαιρέτως, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα πιθανολογήθηκαν τα παρακάτω: Η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία, έχουσα ως αντικείμενο την εμπορία χονδρικώς ξυλείας και προϊόντων της πρωτογενούς κατεργασίας ξύλου και κατασκευής ξυλουργικών προϊόντων με σκοπό το κέρδος, εδρεύει στις Σ. Από τη δραστηριότητά της αυτή έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα και συνακόλουθα έχει πτωχευτική ικανότητα. Στην αιτούσα απασχολούνται τα ομόρρυθμα μέλη αυτής Α.Α., Τ.Μ. και πλην αυτών άλλο προσωπικό δεν απασχολείται, καθόσον δεν προσκομίζονται καταστάσεις προσωπικού, ή αναγγελίες πρόσληψης εργατών ή υπαλλήλων, άλλως συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών με τρίτους συνεργάτες.

Πέραν τούτων, πιθανολογήθηκε ότι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αιτούσας, σε πιστωτικά ιδρύματα, δημόσιες υπηρεσίες και τρίτους ανέρχονται στο ποσό των 1.977.203 ευρώ περίπου, ενώ σε βάρος της έχουν εκδοθεί κατά το έτος 2009 και 2010 σωρεία διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδίκη και του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών για απαιτήσεις τρίτων ή πιστωτικών ιδρυμάτων εναντίον της, για τις οποίες δεν προέκυψε ουδεμία καταβολή (βλ. τον από 8.10.2010 προσκομιζόμενο πίνακα οικονομικών υποχρεώσεών της, χωρίς να αναφέρεται ο συντάκτης του και την άνευ ημερομηνίας και συντάκτη κατάσταση διαταγών πληρωμής σε βάρος της αιτούσας, τα οποία κατά τις διατάξεις των 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ λαμβάνονται υπόψη κατά το μέρος που αναφέρονται στην αιτούσα εταιρία, ΑΠ 11/2010, ΑΠ 131/2009 Νόμος). Επιπρόσθετα, η κυρίως παρεμβαίνουσα «Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία», χορήγησε στην καθής η κύρια παρέμβαση, με την με αριθμό ./12.3.2008 σύμβαση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό πίστωση ποσού 250.000 ευρώ, που έκλεισε στις 13.12.2010 με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 115.476,23 ευρώ. Πέραν τούτων, δεν πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα έχει προχωρήσει σε αναθεώρηση του επιχειρηματικού της σχεδιασμού, με τον προσανατολισμό της στο λιανικό εμπόριο έναντι του χονδρεμπορίου, το οποίο δεν είναι αποδοτικό διότι εξαρτάται από τη φερεγγυότητα των εμπόρων, στην αναπροσαρμογή των τιμών των προϊόντων της, στην προώθηση των προϊόντων της σε άλλες πόλεις πλην των Σερρών ή χώρες, στην προώθηση στην αγορά νέων προϊόντων κλπ. Αντιθέτως, πθανολογήθηκε ότι η αιτούσα βρίσκεται σε μόνιμη και καθολική παύση πληρωμών, μη συντρέχουσα επομένως εν προκειμένω της αντικειμενικής προϋπόθεσης της οικονομικής αδυναμίας για την υπαγωγή της αιτούσας στην ενλόγω διαδικασία. Ουδόλως, δεν πιθανολογείται ότι συνεχίζει την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησής της, ούτε ότι προβαίνει σε πληρωμές ή ρυθμίσεις των χρεών της. Τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της αιτούσας ότι αυτή καταβάλει τις εισφορές της προς το ΙΚΑ, την εφορία και πληρώνει τους προμηθευτές της, δεν κρίνονται πειστικά, ενόψει του ότι δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Σε κάθε περίπτωση, οι τυχόν αληθινά υποτιθέμενες αυτές καταβολές είναι μεμονωμένες και μικρές σε σχέση με τα ληξιπρόθεσμα χρέη της που έχουν κλονίσει την εμπορική της πίστη και έχουν διαταράξει ανεπανόρθωτα την οικονομικής της υπόσταση. Επιπλέον, πιθανολογείται ότι η αιτούσα δεν διαθέτει κατάλληλο χώρο ανάπτυξης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, καθόσον ο βιοτεχνικός χώρος ο οποίος διαθέτει, εμβαδού 1.651,58 τ.μ. είναι, σύμφωνα και με τις παραδοχές της, ημιτελής παραμένει δε σε αυτή την κατάσταση ήδη από το έτος 2007. Το δε ανήκον στην αιτούσα αγροτεμάχιο εμβαδού 9.450 τ.μ., στη θέση «Τρίγωνο», στο Δήμο Λ. Σ., δεν πιθανολογήθηκε αφενός ότι χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, αφετέρου ότι η αιτούσα προσβλέπει στην αξιοποίησή του γι' αυτό το σκοπό. Επομένως, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να ανοίξει η διαδικασία συνδιαλλαγής για την αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση δεκτής γενομένης της κύριας παρεμβάσεως της «. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία».