Γεώργιος Χ. Ρήγας - Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω








ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ ΕΒΡΟΥ

ΑΠΟΦΑΣΗ 41/2012


Περίληψη

Αίτηση ανώνυμης εταιρείας για την υπαγωγή της σε διαδικασία συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της - Κύρια παρέμβαση με αίτημα την απόρριψη της συμφωνίας συνδιαλλαγής - Ορισμένο και νόμιμο της κυρίας παρεμβάσεως -Ορισμός μεσολαβητή - Εργο διαμεσολαβητή -. Επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής σκοπός της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Εργο του διαμεσολαβητή. Θεμιτή η όποια παράταση ζητηθεί από το μεσολαβητή προς ολοκλήρωση της αποστολής του αρκεί να μην παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και να μην δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για στρεψοδικία και άλλες τυχόν ανομίες.

Κείμενο Απόφασης

Νόμιμα εισάγονται προς συζήτηση: [α] η από 9.7.2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης **/9.7.2010 αίτηση, της υπαχθείσας σε διαδικασία συνδιαλλαγής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ι.Π.**» και διακριτικό τίτλο «Β.**», και, [β] η κύρια παρέμβαση της Ν.Κ.** που ασκήθηκε με το από 29.11.2010 δικόγραφό της που κατέθεσε κατά την συζήτηση της υπόθεσης στις 8.12.2011 στο ακροατήριο, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν και πρέπει να συνεκδικασθούν εξαιτίας της πρόδηλης συνάφειάς τους και προς οικονομία της δίκης (άρθρα 741, 31 § 1, 246 και 285 εδ α' του ΚΠολΔ).

Το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 99 έως 106 του ν. 3588/2007 (Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισάγει στο ελληνικό δίκαιο τον θεσμό της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ανάλογο με την γαλλική νομοθεσία (procedure de conciliation). Σκοπός του νομοθέτη είναι η πρόληψη της πτώχευσης, με την παροχή στη διάθεση του οφειλέτη νομικού μηχανισμού, που λειτουργεί υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής και με τη σύμπραξη των μερών, αποτρεπτικού της καταστροφικής ρευστοποίησης, με τον οποίο επιδιώκεται αφενός μεν η ικανοποίηση των πιστωτών, αφετέρου δε η διάσωση της επιχείρησης που απειλείται με οικονομική κατάρρευση και παράλληλα η διατήρηση των θέσεων εργασίας σε αυτή, αλλά και η προαγωγή του τοπικού κοινωνικοοικονομικού χώρου, όπου δραστηριοποιείται και ευρύτερα η ενίσχυση της εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, η διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Εντούτοις, προβλέπεται από το αναφερόμενο νομοθέτημα επανειλημμένη παρέμβαση, του Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι εκδίδονται τρεις αποφάσεις δυνάμει των οποίων λειτουργεί η διαδικασία συνδιαλλαγής, δηλαδή η πρώτη που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (100 ΠτωχΚ), η δεύτερη που επικυρώνει ή όχι την συμφωνία που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, οι οποίοι έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 §1 ΠτωχΚ) και η τρίτη που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτωχΚ). Στη συγκεκριμένη διαδικασία δύναται να υπαχθεί κάθε οφειλέτης που σε περίπτωση πτώχευσης θα είχε πτωχευτική ικανότητα κατά το άρθρο 2 § 1 του ΠτωχΚ, δηλαδή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έμπορος, ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει οικονομικό σκοπό (άρθρο 99 § 1 του ΠτωχΚ). Για την υπαγωγή του, ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του Πτωχευτικού Δικαστηρίου, δηλαδή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, ειδικά δε για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ως τέτοιος ο τόπος της καταστατικής έδρας (άρθρο 4 §§ 1 και 2 ΠτωχΚ), το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (741 επ. του ΚΠολΔ), με την απόκλιση που καθιέρωνε η διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ΠτωχΚ για τη δυνατότητα άσκησης παρεμβάσεων, κύριων ή πρόσθετων και προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Εάν το Δικαστήριο αποφασίσει την έναρξη της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ορίζει μεσολαβητή (από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που τηρεί στην γραμματεία του). Με την παραπάνω απόφαση καθορίζεται, ανάλογα με το μέγεθος και τη φύση της επιχείρησης του οφειλέτη, ο χρόνος που δίνεται στον μεσολαβητή για να περαιώσει το έργο του, αρχικά όχι πέραν του διμήνου (πλέον τετραμήνου με την τροποποίηση του άρθρου 100 με το 34 § 1 στ. α' του ν. 3858/2010, ΦΕΚ Α'/102/1.7.2010, όπως ήδη ισχύει για την μεταβατική περίοδο από την δημοσίευση του νόμου μέχρι την 31.12.2014), αρχομένου, όχι από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης που τον

διορίζει (144 ΚΠολΔ), η οποία γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του Πτωχευτικού Δικαστηρίου (375 ΚΠολΔ), αλλά από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Εφόσον ο μεσολαβητής το ζητήσει, το Δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για ένα ακόμη μήνα και αυτή με αφετηρία την δημοσίευση της σχεπκής απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, ενώ η πάροδός της επιφέρει αυτοδικαίως περάτωση του λειτουργήματος του μεσολαβητή και της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο μπορεί, κατ’ άρθρο 100 §1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 §1 του ΠτωχΚ, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλισακό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο με διάρκεια ισχύος μέχρι την έκδοση της δεύτερης, δηλαδή της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας κατ’ άρθρο 103 §4 του ΠτωχΚ ή, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατ’ άρθρο 101 §3 του ΠτωχΚ. Η απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (100 § 3 ΠτωχΚ) και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, είτε δέχεται, είτε απορρίπτει την αίτηση (100 § 4 ΠτωχΚ, βλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 3588/2007, Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ. 2008, σ. 511-529, Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ. 2007, σ. 40-54, 77. Μάζη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, ΔΕΕ 2/ 2008. 172, Λ. Κοτσίρη / Π. Αρβανιτάκη, Γνωμοδότηση από 19.2.2008 Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο πτωχευτικό κώδικα). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 103 §2 του νομοθετήματος, εφόσον επιτευχθεί η συμφωνία συνδιαλλαγής, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της, με κοινή αίτηση των συμβαλλομένων ή του επιμελέστερου αυτών, εισάγεται στο πτωχευτικό δικαστήριο προς επικύρωση και λήξη της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Το Δικαστήριο, δεν έχει εξουσία τροποποίησης αυτής, αλλά μόνο επικύρωσης ή απόρριψής της (βλ. Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο σύμφωνα με το ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας», σ. 522, 30 έως 33). Η απόρριψη της αίτησης προβλέπεται σε περίπτωση συνδρομής ενός τουλάχιστον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους της παραπάνω διατάξεως, δηλαδή: α] της διαπίστωσης κατάστασης παύσης πληρωμών του αιτούντος πριν ή κατά την σύναψη της συμφωνίας, β] της αδυναμίας εξασφάλισης διάρκειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας με τους όρους της συμφωνίας, βάσει οικονομικών κριτηρίων και λαμβάνοντας αφενός υπόψη τις εκθέσεις του εμπειρογνώμονα και του μεσολαβητή, αφετέρου ως δεδομένη την εκφρασθείσα στην συμφωνία βούληση τον μερών κατά την αρχή και της συμβατικής αυτονομίας, γ] της προσβολής των συμφερόντων των πιστωτών που δεν μετείχαν (υπέγραψαν) την συμφωνία, με δεδομένα πως, μολονότι δεν δεσμεύονται από αυτήν, λειτουργούν όμως σε βάρος τους τα αποτελέσματα της επικύρωσης για αναστολή ατομικών και συλλογικών καταδιώξεων καθώς και πως ελλείψει πρόβλεψης ικανοποίησής τους ενδέχεται βλάβη τους από την ανεπάρκεια εναπομένουσας περιουσίας, δ] της συνομολόγησης διάρκειας ισχύος της συμφωνίας πέραν των δύο ετών από την επικύρωσή της (πλέον τεσσάρων με την τροποποίηση του άρθρου 103 με το 34 § 1 στ. β' του ν. 3858/2010, ΦΕΚ Α΄/102/1.7.2010, όπως ήδη ισχύει για την μεταβατική περίοδο από την δημοσίευση ίου νόμου μέχρι την 31.12.2014), με γνώμονα πως νομοθετικός σκοπός που οστεώνεται με τον χρονικό αυτό περιορισμό αυστηρού δικαίου, αποβλέπει στην αποφυγή μετατροπής της διαδικασίας σε πεδίο ατέρμονων συμπαιγνιών και καταχρήσεων, στοχεύοντας να την καταστήσει αποτελεσματικό εργαλείο ταχείας ανάκαμψης - επιβίωσης του οφειλέτη, εάν κάτι τέτοιο είναι τελικά εφικτό. Η επικύρωση της συμφωνίας από το δικαστήριο επιφέρει το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής και το έργο του μεσολαβητή (άρθρο 104 §1 ΠτΚ, ΕφΑθ 1851/2010 ΔΕΕ 2010. 916, ΠΠΚ 25/2010 ΔΕΕ 2011. 70, βλ και Σπ. Ψυχομάνη, «Ζητήματα προθεσμιών και περιεχομένου της συμφωνίας συνδιαλλαγής στο πτωχευτικό δίκαιο», ΔΕΕ 4. 2009). Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα ανώνυμη εταιρία, επικαλούμενη ότι με την ασκηθείσα ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, από 31.8.2009 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης **/13/ 4.9.2009 αίτησή της και δυνάμει της με αριθμό **/2009 απόφασής του, εντάχθηκε σε διαδικασία συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της, όπως και ότι προέβη στην υποβαλλόμενη με το δικόγραφο της από 30.6.2010 συμφωνίας με την πλειοψηφία αυτών, ζητεί κυρίως την επικύρωση αυτής με τους όρους περί τετραετούς διάρκειας, επικουρικώς με αυτούς περί διετούς διάρκειας της ισχύος της. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αρμόδια εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αφού στην περιφέρειά του βρίσκεται η καταφατική (και πραγματική) έδρα της εταιρίας, για να

συζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4, 99 § 2 53, 54 § 1, 103 § 1 ΠτωχΚ και 741 επ. του ΚΠολΔ) και είναι εμπρόθεσμη καθώς ασκήθηκε εντός της ανατρεπτικής δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 103 §1 του ΠτωχΚ (από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας σας 30.6.2010). Είναι ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και νόμιμη, στηριζόμενη σας διατάξεις των άρθρον 2 § 1, 10 § 1, 99 έως και 104 του ΠτωχΚ (ν. 3588/2007 όπως ισχύει), επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, δίχως την παρουσία του μεσολαβητή και των συμμετεχόντων στην επίτευξη της δανειστών καθώς δεν προσήλθαν αυτόκλητα κατ’ άρθρο 103 § 3 του ΠτωχΚ, ούτε κλητεύθηκαν και δεν παρίσταται αναγκαία η αναφορά τους στην απόφαση (ΠΠρΑθ 1041/2009 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 79, 80, 81, 747, 748 και 752, 753 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις 4 § 3 εδ. β' και 54 § 1 και 99 του ν. 3588/2007, συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή και πρόσθετης παρέμβασης (λαμβάνοντας με αυτήν ο παρεμβαίνων την ιδιότητα του διαδίκου), εφόσον βέβαια συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό του. Επιπλέον προϋπόθεση της άσκησης της εν λόγω διαδικαστικής ενέργειας, αποτελεί η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου. Δεν απαιτείται όμως η τήρηση προδικασίας με την κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου ή την πρόβλεψη προθεσμίας, επομένως παραδεκτά ασκείται πρόσθετη παρέμβαση (όπως και κύρια για τις συγκεκριμένες υποθέσεις) με τις προτάσεις, ή και προφορικά κατά την έναρξη συζήτησης με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΕφΑθ 14721/1987 ΕλλΔνη 1989. 805). Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη, ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση, καθώς υφίσταται στην περίπτωση αυτή το στοιχείο του αμοιβαίου αποκλεισμού των εκατέρωθεν υποβληθέντων αιτημάτων (ΕφΑθ 423/2005 ΔΕΕ 2006. 637, ΕφΑθ 6442/2006 ΕλλΔνη 2008.554, ΕφΔωδ 120/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην διαδικασία συνδιαλλαγής, παράλληλα με τον κύριο σκοπό της, όπως ήδη παρατέθηκε, τίθεται μεταξύ άλλων ως ζητούμενο η αποτροπή βλάβης των δικαιωμάτων των πιστωτών που δεν συμμετείχαν στην συμφωνία (άρθρο 103 § 2 στ. γ' του ΠτωχΚ). Η μέθοδος με την οποία θα επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και κατά συνέπεια οι όροι της συμφωνίας δεν προσδιορίζονται περιοριστικά από το νόμο, καθώς οι λύσεις που αναφέρονται στην εν λόγω ρύθμιση είναι ενδεικτικές, κάτι που καθίσταται πρόδηλο από την χρήση του όρου στο κείμενό του «ιδίως» (άρθρο 101 § 1 του ΠτωχΚ). Εξάλλου, η αποστολή του μεσολαβητή επικεντρώνεται στην σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών που εκπροσωπούν την πλειοψηφία τον απαιτήσεων κατ’ αυτού, όπως προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του και τα σχετικά παραστατικά και όχι απάντων των πιστωτών του (άρθρο 101 § 1 του ΠτωχΚ, βλ. και ΠΠρΘηβ 163/2009 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, αλλά και με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε στην έδρα, άσκησε κύρια παρέμβαση η Ν.Κ.**, πρώην απασχολούμενη δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας στην αιτούσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον συνιστάμενο στην ύπαρξη απαιτήσεων που προκύπτουν από την παραπάνω σχέση τους, συνολικού ύψους 12.783,10 ευρώ, σύμφωνα με την από 30.10.2009 με αριθμό κατάθεσης **/2009 αγωγή της που ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία εργατικών διαφορών) στην οποία και παραπέμπει και, ισχυριζόμενη πως θίγεται με την παρούσα συμφωνία για την σύναψη της οποίας δεν κλήθηκε και δεν περιλήφθηκε, ζητεί κυρίως την απόρριψη της συμφωνίας, επικουρικώς, δηλαδή σε περίπτωση επικύρωσής της, την ένταξη των απαιτήσεων της σε αυτή. Η παρέμβαση που είναι κύρια κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, παραδεκτά εισάγεται προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς το κύριο αίτημα της περί απόρριψης της κρινόμενης αίτησης για το λόγο της προσβολής των δικαιωμάτων της παρεμβαίνουσας (άρθρα 31 § 1, 68, 80, 216, 246, σε συνδ. με 741 και 752, ΚΠολΔ και 4 § 3, 53, 54 § 1, 99, 101 και 103 § 2 του ν. 3788/2007), ενώ είναι μη νόμιμη και απορριπτέα ως προς το επικουρικό αίτημά της, καθώς όπως αναπτύχτηκε στην μείζονα πρόταση, ο νόμος δεν προβλέπει την τροποποίηση των όρων της συμφωνίας από το Δικαστήριο με την απόφασή του, αλλά μόνο την αποδοχή ή απόρριψή της. Πρέπει επομένως κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η παρέμβαση, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια της αιτούσας και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενδιαφερόμενοι προέκυψαν τα ακόλουθα : Η αιτούσα εταιρία με την επωνυμία «Ι.Π.**» και διακριτικό τίτλο «Β.**» δημιουργήθηκε, κατόπιν μετατροπής της προϋφισταμένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «I.Π δυνάμει της με αριθμό **/29.5.1996 πράξης του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Χ.Κ.**, της με αριθμό **/30.5.1996 απόφασης του Νομάρχη Έβρου περί σύστασης και έγκρισης του τροποποιηθέντος καταστατικού της, που καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ με αριθμό μητρώου ** και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ **/5.6.1996, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εδρεύει στην κοινότητα Α.** Ν. Ε.** κατά το άρθρο 2 του νομίμως δημοσιευμένου καταστατικού της και ο σκοπός της σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού, είναι η κατασκευή και εμπορία κουφωμάτων, η αντιπροσώπευση ημεδαπών και αλλοδαπών οίκων του ιδίου αντικειμένου και κάθε συναφής με τις παραπάνω δραστηριότητα. Η διάρκειά της καθορίστηκε πεντηκονταετής και το μετοχικό της κεφάλαιο, που έχει ήδη ολοσχερώς καταβληθεί, ανέρχεται σε ** ευρώ, διαιρούμενο σε 175.140 (ονομαστικές) μετοχές, ονομαστικής αξίας δέκα ευρώ έκαστη (άρθρο 5 του καταστατικού της). Η παραπάνω εταιρία, με την ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, από 31.8.2009 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης **/4.9.2009 αίτησή της, είχε ζητήσει την υπαγωγή της σε διαδικασία συναλλαγής με τους πιστωτές της (κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007), καθώς και την απαγόρευση κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης για απαιτήσεις σε βάρος της αιτούσας προς κάθε τρίτο μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου αυτού περί επικύρωσης ή μη της συμφωνίας (κατ’ άρθρο 103 § 4 του ν. 3588/2007) άλλως, σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου περί κήρυξης της λύσης της διαδικασίας συνδιαλλαγής (κατ’ άρθρο 101 § 3) του ίδιου νόμου. Δυνάμει της με αριθμό **/23.12.2009 απόφασής του, το Δικαστήριο αυτό συνεκδικάζοντας την παραπάνω αίτηση με την ασκηθείσα πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση δύο πιστωτριών της εταιριών, δέχτηκε αυτές και διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας, διορίζοντας μεσολαβητή από τον τηρούμενο στην γραμματεία του κατάλογο πραγματογνωμόνων τον Μ.Μ.** του Φ.**, διατάσσοντας την απαγόρευση κάθε διαδικασίας ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης για απαιτήσεις σε βάρος της αιτούσας προς κάθε τρίτο μέχρι την έκδοση της απόφασης, του Δικαστηρίου αυτού περί επικύρωσης ή μη της συμφωνίας κατ’ άρθρο 103 § 4 του ν. 3588/2007 άλλως, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου περί κήρυξης της λύσης της- διαδικασίας συνδιαλλαγής και άρθρο 101 § 3 του ίδιου νόμου. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων στις 18.1.2010 και κοινοποιήθηκε στον διορισθέντα μεσολαβητή στις 28.1.2010. Ο τελευταίος αφού ανέλαβε τα καθήκοντά του εκπόνησε σχέδιο συμφωνίας προκειμένου να αποστείλει στους πιστωτές της εταιρίας προς διαβούλευση. Στην συνέχεια με την από 11.3.2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης **/ 15.3. 2010 αίτηση του ιδίου, ζητήθηκε παράταση της περιόδου διάρκειας της διαδικασίας μέχρι τις 28.4.2010, άλλως τις 18.4.2010, την οποία το ίδιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμό **/2010 απόφασή του, κρίνοντας ότι η παρεχόμενη στον μεσολαβητή προθεσμία αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που τον διορίζει στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών και όχι από την επίδοσή της σε αυτόν, έκανε δεκτή χορηγώντας παράταση μέχρι τις 18.4.2010 (ανάλογα και με το αίτημα που εγέρθηκε και στα πλαίσια της αρχής περί μη επιδικάσεως μείζονος ή διαφόρου του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ, ΑΠ 714/ 2000, ΔΕΝ 2000. 1359). Η αμέσως παραπάνω απόφαση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Δημοσιεύσεων στις 24.5.2010. Τελικά, κατόπιν των αναγκαίων ενεργειών και διαβουλεύσεων επετεύχθη η επίδικη συμφωνία στις 30.6.2010. Από όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη στην μείζονα πρόταση της απόφασης, σκοπός του νομοθέτη είναι η ταχεία κατάρτιση συμφωνίας, προκειμένου να επιτευχθεί επίλυση των οικονομικών ζητημάτων του οφειλέτη και των πιστωτών του με απεμπλοκή αμφοτέρων των μερών από χρονοβόρες διαδικασίες που δημιουργούν τέλμα σε ευρύ κύκλο συναλλαγών και συναλλασσόμενων και η σύντομη ανάκαμψη της επιχείρησης του πρώτου (εφόσον είναι αυτή δυνατή), με απώτερο στόχο την διατήρηση της ανάπτυξης και της παραγωγής ανάλογα με την εμβέλεια της δραστηριότητας της σε τοπικό ή και εθνικό επίπεδο, αλλά και την εξασφάλιση θέσεων εργασίας, υπό τον όρο όμως της αποτροπής δημιουργίας πεδίου συμπαιγνιών και καταχρήσεων, μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Προς εξυπηρέτηση των παραπάνω διώξεων προβλέπονται σύντομες προθεσμίες ενέργειας και κυρώσεις υπέρβασής τους (άρθρα 100 και 103 του ν. 3588/2007). Όμως, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο υπαγωγής στην διαδικασία φυσικών και ιδίως νομικών προσώπων με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία προς αποτίμηση, ευρύ κύκλου συναλλαγών και μεγάλο αριθμό

απασχολούμενων και κυρίως πιστωτών, με τους οποίους θα πρέπει να διαπραγματευθεί ο μεσολαβητής, το συνολικό χρονικό διάστημα των δύο (2) μηνών ή τελικά και τριών (3) μηνών (σε περίπτωση παροχής παράτασης), ενδέχεται να προκύψει ανεπαρκές για την διεξαγωγή της διαδικασίας, διαπίστωση που επιρρωνύεται από την τροποποίηση του νόμου που μεσολάβησε και την προσαύξηση του αρχικού χρονικού διαστήματος σε τέσσερις (4) μήνες και συνολικά πέντε (5) εάν χορηγηθεί παράταση (άρθρο 34 § 1α' του ν. 3858/ 2010). ’λλωστε, η αυτοδίκαιη περάτωση του έργου του μεσολαβητή και της διαδικασίας που προβλέπεται ως κύρωση σε περίπτωση υπέρβασης της παραπάνω προθεσμίας και εξυπηρετεί τον δευτερεύοντα σκοπό του νομοθέτη (την αποτροπή κατάχρησης και συμπαιγνιών), δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτοσκοπό και μάλιστα ν’ αποβεί σε βάρος της κύριας εκτελεστότητας της ρύθμισης όταν πρόκειται για ελάχιστο βαθμό παρέκκλισης, αφού τέτοια εκδοχή αντίκειται στην αρχή της αναλογίας που διαπνέει το δικαιϊκό μας σύστημα, καθώς θα οδηγούσε στην ακύρωση σημαντικού αριθμού ενεργειών και εξόδων που ενέχει την σύζευξη δράσης πολλών προσώπων (δικαστικών αποφάσεων, διαβουλεύσεων, έργου μεσολαβητή, ενδεχομένως πραγματογνωμόνων και σχετικών με αυτές δαπανών). Στην περίπτωση που πρόκειται, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι από την δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου αυτού περί υπαγωγής της αιτούσας στην διαδικασία συνδιαλλαγής στο Δελτίο Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, δηλαδή στις 18.1.2010, η αρχικά χορηγηθείσα προθεσμία παρήλθε με το πέρας του διμήνου, όπως και ότι η προθεσμία παράτασης με την από 11.3.2010 αίτηση του ορισθέντος μεσολαβητή είχε αφετηρία, όχι την επομένη λήξης του διαστήματος αυτού, αλλά την ημέρα δημοσίευσης της σχετικής απόφασης στο παραπάνω Δελτίο Δημοσιεύσεων, δηλαδή τις 24.5.2010 και εξέπνευσε με την πάροδο ενός μηνός, η υπέρβαση της νόμιμης προθεσμίας για λίγες (5) ημέρες, με δεδομένη την ανάγκη ενημέρωσης και αξιολόγησης από τον μεσολαβητή της οικονομικής κατάστασης και των διάφορων περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας (ακίνητα, εγκαταστάσεις, μηχανήματα, οχήματα), κυρίως όμως τον μεγάλο αριθμό των πιστωτών ανά την επικράτεια, την επικοινωνία και την διαπραγμάτευση με αυτούς και την κατάστρωση του σχεδίου της σύμβασης, δεν κρίνεται ότι αποτελεί λόγο ανατροπής της ήδη επιτευχθείσας συμφωνίας και της διαδικασίας, ούτε έρεισμα απόρριψης της περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Στην κατάρτιση της αναφερόμενης συμφωνίας κατά τα δεδομένα που ίσχυαν στις 30.4.2010, συμμετείχαν πιστωτές που εκπροσωπούσαν ποσοστό που υπερβαίνει το 78% του συνόλου των οφειλών της εταιρίας (αντίστοιχο στο χρηματικό ποσό των 7.824,104 ευρώ), ενώ τελικά συμβλήθηκαν αυτοί που εκπροσωπούν ποσοστό 69% (17 πιστωτές), δηλαδή για συνολικές απαιτήσεις 858.693 ευρώ και συγκεκριμένα οι: 1) … 17) … Αντίστοιχα η συνολική οφειλή της αιτούσας ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 9.925,398 ευρώ και υπολείπονται πιστωτές που εκπροσωπούν απαιτήσεις ποσού 3.066,704 ευρώ, αναλυτικότερα: 1) … 14) … Οι συμβαλλόμενοι πιστωτές συμφώνησαν ότι η αιτούσα παρουσιάζει πρόσκαιρη αδυναμία, αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών της, δίχως όμως να έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ενώ το σύνολο των παγίων και αναλώσιμων εκμεταλλεύσιμων στοιχείων αυτής της επιτρέπουν την εξακολούθηση της παραγωγικής λειτουργίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της και είναι συνεπώς βιώσιμη, καθώς και ότι με τους όρους της συμφωνίας εξασφαλίζεται η διάρκεια των εργασιών της και δεν θίγονται τα συμφέροντα των μη συμβαλλόμενων πιστωτών. Επιπλέον, η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας συνομολογήθηκε για διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία επικύρωσής της με την έκδοση της παρούσας απόφασης, ενώ πρέπει να απορριφθεί η επικουρική εκδοχή της για διάρκεια τεσσάρων (4) ετών και συνεπώς το αντίστοιχο σκέλος της υπό έρευνα αίτησης, διότι κρίνεται πως θα παρέτεινε υπερβολικά την αβεβαιότητα επίτευξης των αναμενόμενων αποτελεσμάτων της συμφωνίας σε βάρος και των μη συμβληθέντων πιστωτών και δεν πρέπει να χορηγηθεί. Η ρύθμιση στηρίζεται σε τρεις κύριους άξονες: α] στον περιορισμό και την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της αιτούσας εταιρίας προς τους συμβαλλόμενους προμηθευτές της, β] στην ρύθμιση των υποχρεώσεών της προς την Τράπεζα Π.** και, γ] στα μέτρα χρηματοδότησης που πρόκειται να λάβει η εταιρία για τους σκοπούς αντιμετώπισης της οικονομικής κατάστασης και διασφάλισης της βιωσιμότητας της. Αναφορικά με το πρώτο ως άνω σκέλος προβλέπεται η διαγραφή των απαιτήσεων ποσοστού 60% όλων των συμβαλλόμενων πιστωτών της αιτούσας και αποπληρωμή του υπολοίπου (40%) σε εννέα (9) διμηνιαίες, ισόποσες, άτοκες χρεολυτικές δόσεις εκ των οποίων οι τρεις πρώτες θα καταβληθούν εντός του δευτέρου εξαμήνου του πρώτου έτους ισχύος της συμφωνίας και οι υπόλοιπες έξι εντός του δευτέρου έτους κατά το ημερολογιακό πέρας εκάστου διμήνου. Εκτός των καταβολών αυτών οι παραπάνω πιστωτές θα καλύπτονται έναντι των ανωτέρω απαιτήσεών τους με ποσοστό 20% επί του εκάστοτε εφεξής εκδιδόμενου τιμολογίου αγοράς της εταιρίας το

ποσοστό του οποίου θα μείωνε ανάλογα το υπόλοιπο έκαστης διμηνιαίας δόσης με μετρητά ή αξιόγραφα έκδοσης ή αποδοχής πελατών με τους τρόπους που κατά τα λοιπά, ειδικά ορίζονται. Για το δεύτερο παραπάνω σκέλος, συμφωνήθηκε η ιδιαίτερη αντιμετώπιση της οφειλής (δίχως πρόβλεψη διαγραφής μέρους των απαιτήσεων της) στην Τράπεζα Π.**, λόγω της θέσης της ως βασικής πιστώτριας της εταιρίας, αλλά και της παροχής εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο των δανείων που χορηγήθηκαν από αυτήν και αποτελούν την αιτία της απαίτησης. Η συγκεκριμένη οφειλή πρόκειται να εξοφληθεί σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της ΥΑ 2/1808/0025/30.6.2009 Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για την υπαγωγή στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση μέσω της τράπεζας, σε εξαμηνιαίες δόσεις από 31.12.2010 και εντεύθεν (υπό τον όρο έγκρισης της παραπάνω αίτησης). Σχετικά με το τρίτο παρατεθέν σκέλος συμφωνήθηκε αφενός με σκοπό την μείωση εξόδων η παύση (αναφέρεται ως μείωση ποσοστού 100%) απόληψης αποδοχών των μελών της διοίκησης της αιτούσας, η εκποίηση των μεταφορικών μέσων ιδιοκτησίας της, η διακοπή λειτουργίας εκθέσεων και αποθηκών της και η μείωση του κόστους παραγωγής εν γένει, αφετέρου για την αύξηση ρευστότητας η άμεση και συστηματική πλέον επιδίωξη των απαιτήσεων της που ανέρχεται στο ποσό των … ευρώ. Επιπλέον, η συμφωνία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πρόβλεψη εξόφλησης των ασφαλιστικών οργανισμών και του Δημοσίου (οφειλής …) βάσει ρύθμισης αυτών κατά τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, αφού οι αναφερόμενοι όροι με τους ανωτέρω οφειλέτες (διαγραφή τμήματος των απαιτήσεως σταδιακή εξόφληση υπολοίπου) παρέχουν εφεξής τέτοια δυνατότητα και περιέχεται ειδικότερη συμφωνία αποπληρωμής των πιστωτών που δεν θα συνεχίσουν την εμπορική συνεργασία με την αιτούσα (διαγραφή ποσοστού 60% των απαιτήσεων και σταδιακή αποπληρωμή του υπολοίπου εντός του εικοσιτετραμήνου). Τέλος, η αιτούσα δεσμεύτηκε στην τήρηση των όρων της συμφωνίας επί ποινής ανάκλησής της, στην διατήρηση του νομικού καθεστώτος των περιουσιακών της στοιχείων αλλά και της μετοχικής σύνθεσης (η τελευταία μπορεί να μεταβληθεί κατόπιν προηγηθείσας έγγραφης γνωστοποίησης και έγκρισης των αντισυμβαλλόμενων), στην ασφάλιση του συνολικού βιομηχανικού εξοπλισμού της, στην παροχή δυνατότητας ελέγχου των λογιστικών βιβλίων της προς εξακρίβωση τήρησης των συμφωνηθέντων σε κάθε συμβληθέντα πιστωτή και, αντίστοιχα οι συμβαλλόμενοι πιστωτές δεσμεύθηκαν στην αποχή από όποια ξεχωριστή επιδίωξη των απαιτήσεών τους, στην ανάκληση των εγκλήσεων που τυχόν άσκησαν κατά των νομίμων εκπροσώπων της και την παράλληλη παρακατάθεση (δίχως την απόσβεση των απορρεόντων από αυτές δικαιωμάτων) στον Πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου των αξιόγραφων εκδόσεως, οπισθογράφησης, ή αποδοχής της που έχουν στην κατοχή τους, αλλά και το δικαίωμα αίτησης ανάκλησης στο Δικαστήριο της συμφωνίας αυτής, ειδικά για την Τράπεζα Π.** σε περίπτωση μη αποδοχής της αίτησης υπαγωγής των οφειλών στις ρυθμίσεις της ΥΑ 2/ 1808/0025/30.6.2009 του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, και για όλους σε περίπτωση μη τήρησης ή παράβασης των όρων της συμφωνίας από την αιτούσα. Από το σύνολο του αναφερθέντος αποδεικτικού υλικού και το περιεχόμενό της σύμβασης προέκυψε: [α] ότι η αιτούσα εταιρία δεν τελεί σε κατάσταση παύσης πληρωμών, γεγονός που ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλειά της, ο οποίος διαβεβαίωσε πως η επιχείρηση της εταιρίας δεν έχει διακόψει την παραγωγή της, έχει εισοδήματα και αμείβει κανονικά τους απασχολούμενούς της και προσπαθεί να ανταποκριθεί στα λειτουργικά της έξοδα. Επίσης, [β] η επιχείρησή της έχει ακίνητη περιουσία και εξοπλισμό (ιδίως εγκαταστάσεις και μηχανήματα παραγωγής), διαθέτει σταθερό πελατολόγιο και αξιόλογο τμήμα στην ευρύτερη αγορά στον οικείο τομέα δραστηριότητάς της, εξακολουθεί να πραγματοποιεί ικανοποιητικό αριθμό πωλήσεων και εσόδων (ο μάρτυρας ανέφερε ακαθάριστο εισόδημα 40.000 έως 50.000 ευρώ κατά το τελευταίο προ της συζήτησης τρίμηνο), στοιχεία που καταδεικνύουν την προοπτική ανάκαμψης και ενισχύουν την πιθανότητα βιωσιμότητάς της και την σοβαρή δυνατότητα εξασφάλισης διάρκειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας με τους όρους της συμφωνίας, βάσει οικονομικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και τις δηλώσεις των συμβαλλομένων πιστωτών της. Ακόμη, [γ] με δεδομένο ότι προσχώρησαν στην κατάρτιση της συμβάσεως οι πιστωτές που εκπροσωπούν την σημαντική πλειοψηφία των απαιτήσεών της (πλέον του 69% αυτών), τους ευνοϊκούς όρους που επιτεύχθηκαν (άφεση ποσοστού 60% των απαιτήσεων από τους προμηθευτές της, σταδιακή εξόφληση του υπολοίπου), αλλά και λαμβάνοντας υπόψη, αναφορικά με τους μη συμβληθέντες πιστωτές, την δυνατότητα ρύθμισης (κατά το νόμο) μεγάλου μέρους των υπολοίπων των οφειλών της, δηλαδή προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και το Δημόσιο, η εξεταζόμενη συμφωνία δεν θίγει, αντίθετα είναι θετική για τα συμφέροντα των πιστωτών που δεν μετείχαν στην συμφωνία, αφού η αιτούσα δεσμεύτηκε στην διατήρηση των περιουσιακών της στοιχείων, ελαφρύνεται από την άμεση εξόφληση μεγάλου μέρους των

ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών της (αποτέλεσμα που σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ή και ενδεχόμενης πτώχευσης δεν θα ήταν εφικτό), παρεχόμενης της δυνατότητας διάρκειας των εργασιών της, άρα και αναμενόμενων εσόδων και δημιουργείται εφαλτήριο ανάκαμψής της σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα καθώς η έκταση της διάρκειας ισχύος της συμφωνίας δεν επιτράπηκε πέραν των δύο ετών από την επικύρωση της. Συνεπώς δεν αποδείχθηκε η συνδρομή κανενός από τους νόμιμους λόγους απόρριψης της επίδικης συμφωνίας.

Περαιτέρω, αναφορικά με την παρέμβαση της πρώην εργαζόμενης στην αιτούσα, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκαν (δεν προβάλλει άλλωστε η μισθωτή) συγκεκριμένοι λόγοι που πλήττουν τα συμφέροντά της ή στοιχειοθετούν κάποια από τις υπόλοιπες προϋποθέσεις απόρριψης της συμφωνίας (κατ’ άρθρο 103 του ΠτωχΚ όπως εκτενώς προεκτεθηκαν), οι απαιτήσεις της, που ισχυρίζεται πως ανέρχονται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 12.783,10, θεμελιώνονται κυρίως σε διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθέντων δεδουλευμένων αποδοχών και στην καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, όπως η ίδια τις παρουσιάζει, που δεν έχουν όμως ακόμη κριθεί (ως προς την βασιμότητα και το ύψος τους) από το αρμόδιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου άσκησε την παραπάνω αγωγή της, ενώ δεν περιλήφθηκε στους κληθέντες προς συνδιαλλαγή πιστωτές καθώς η εργοδότρια τις αμφισβητεί και δεν προέκυπταν από τα εμπορικά βιβλία της (ή από βέβαια παραστατικά), με δεδομένο ότι η αποστολή του μεσολαβητή συνοψίζεται στην επίτευξη συμφωνίας με τους πιστωτές που εκπροσωπούν την πλειοψηφία των απαιτήσεων του οφειλέτη, όπως προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του τελευταίου, ή ενδεχομένως από έγγραφα με ισχυρή αποδεικτική ισχύ και όχι με άπαντες τους επικαλούμενους, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, απαίτηση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επιπλέον, όπως ήδη ειπώθηκε, η επίμαχη σύμβαση δεν προκύπτει ζημιογόνος για τα συμφέροντα της παρεμβαίνουσας, όπως και των υπολοίπων μη συμβληθέντων πιστωτών αφού περιλαμβάνει πρόβλεψη και για την αντιμετώπιση των απαιτήσεών τους και σε κάθε περίπτωση δεν αποκλείει επιμέρους διευθέτηση αυτών με την αιτούσα. Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη παρέμβαση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και στην ουσία και να επικυρωθεί η αναφερόμενη συμφωνία συνδιαλλαγής για χρονική διάρκεια ισχύος είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία επικύρωσής της με την παρούσα απόφαση, και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ασκηθείσα κύρια παρέμβαση, ενώ δεν πρέπει να περιληφθεί στη διάταξη για τα έξοδα της δίκης σχετικά με την αίτηση λόγω έλλειψης αντιστοίχου αιτήματος και εφόσον διεξήχθη αυτή για το συμφέρον της αιτούσας εταιρίας και βαρύνουν την ίδια (άρθρο 746 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Συνεκδικάζοντας: [α] την από 9.7.2010 με αριθμό κατάθεσης **/9.7.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία«I.Π.**» και διακριτικό τίτλο «B.**» και, [β] την ασκηθείσα με το 29.11.2010 κατατεθέν στο ακροατήριο στις 8.12. 2011 αυτοτελές δικόγραφο κύρια παρέμβαση της Ν.Κ.**, ερήμην των αντισυμβαλλομένων της αιτούσας και με παρόντες την τελευταία και την κυρίως παρεμβαίνουσα.

Απορρίπτει την κύρια παρέμβαση και ότι άλλο κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται την αίτηση.